Ο Ηλίθιος

Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο
Μα ποια ομορφιά
Πώς θα τον σώσει
Κι από τι
Ποιον κόσμο στο τέλος της μέρας

Συνεχίζω τη χρονιά ανάγνωσης των μεγάλων, κατά κύριο λόγο, έργων του Ντοστογιέφσκι. Πριν δυο μέρες τελείωσα τον Ηλίθιο. Τι έμαθα κάνοντας παρέα με τον πρίγκιπα Μύσκιν για κοντά τρεις μήνες; Δεν είμαι σίγουρος.

Έχω στο νου μου ότι το έργο ενός συγγραφέα, είναι επί της ουσίας ο δικός του, ο πολύ δικός του κόσμος. Γράφοντας γίνεται κανείς θεός. Ή τουλάχιστον, έχει τη δυνατότητα να γίνει. Αν μη τι άλλο, ο Φιόντορ ήταν κανονικός θεός μα και σατανάς μαζί. Έστησε μια ιστορία και δημιούργησε χαρακτήρες για να δει πώς θα αλληλεπιδράσουν; Ή μήπως, τα έκανε όλα αυτά με σκοπό να περάσει μια ιδέα του;

Ο Μύσκιν είναι ό,τι πιο κοντά στη λογοτεχνική ενσάρκωση του χριστιανικού ιδεώδους. Ίσως το επιχείρησαν αρκετοί, μα λίγοι ήταν τόσο πειστικοί όσο ο Ντοστογιέφσκι σε αυτή την κίνηση. Χριστιανικό ιδεώδες λοιπόν, που έρχεται από την τρέλα για να καταλήξει πάλι εκεί. Τυχαίο ήταν αυτό; Τίποτα δεν είναι τυχαίο στον πατερούλη Φιοντόρ.

Πώς επηρεάζει ένας τέτοιος ανθρωπότυπος το περιβάλλον στο οποίο εισέρχεται; Και πώς επίσης τον επηρεάζει το ίδιο το περιβάλλον; Σιχάθηκα να διαβάζω σελίδες επί σελιδών για τη ζωή της κατώτερης ρωσικής αριστοκρατίας της τότε εποχής. Άνθρωποι αργόσχολοι που δημιουργούσαν δράματα για να έχουν να ασχολούνται με κάτι, την ώρα που οι κατώτερες τάξεις δεινοπαθούσαν. Δεν ισχύει και σήμερα άραγε το σχήμα αυτό αν και με άλλο τρόπο; Ας μην απαντήσω.

Ο Φιόντορ πέρα από το κατόρθωμα της δημιουργίας του Μύσκιν, ο οποίος πραγματικά είναι αξιαγάπητος με όλη τη σημασία της λέξης, μάλλον γιατί δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ τέτοιος άνθρωπος, είχε για παρέα εξέχουσες λογοτεχνικές φιγούρες επίσης. Η Ναστάζια, ο Ραγκόζιν, ο Κόλια, ο Ιππόλυτος, ο Λέμπεντεβ, ήρωες αληθοφανείς γιατί ενσαρκώνουν πτυχές του παράλογου που είναι το κυριότερο χαρακτηριστικό της ανθρωπότητας. Είναι το παράλογο που αδυνατεί ο νους μας να χωνέψει. Μα γιατί να συμπεριφερθεί, γιατί να σκέφτεται κανείς σαν τον έναν ή τον άλλο; Κι όμως, και στην πραγματική ζωή, το είναι εκδηλώνεται μέσα από τους ανθρώπους τόσο ακαταλαβίστικα, τόσο ακατανόητα, που αξίζει να ονομάζεται παράλογο.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου, διακόσιες και σελίδες, είναι μόνο η πρώτη μέρα της γνωριμίας μας με τον πρίγκιπα, που συμπίπτει με τη γνωριμία του με τους υπόλοιπους. Έρχεται από την Ελβετία όπου πέρασε τα τελευταία χρόνια για λόγους θεραπείας, μιας θεραπείας με στόχο να τον απαλλάξει από την ηλιθιότητα, ποια ακριβώς, δεν ξέρω, την ηλιθιότητα του να μη ξέρει να σκέφτεται, να μην ξέρει να μιλά, να μην ξέρει να συμπεριφέρεται, των χαμηλών διανοητικών λειτουργιών, μιας ηλιθιότητας που σήμερα μοιάζει να’ναι η μεγαλύτερη μάστιγα, μα τα θεραπευτικά κέντρα της Ελβετίας, ακόμη κι αν δεν έχουν κλείσει, δε μας χωράνε όλους. Σίγουρα.

Ο χαρακτήρας αυτός, προικισμένος με ζωτικά στοιχεία του γραφέα του, βλέπει πέρα από την επιφάνεια. Η ματιά του διαπερνά το σώμα και φτάνει στην ψυχή, μια ψυχή ωστόσο άρρηκτα συνδεδεμένη με το σώμα της. Εκεί που οι άλλοι μένουν στην επιφάνεια, αυτός μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου φτάνει στα μύχια των άλλων, και όσα φέρνει στην επιφάνεια, στη συζήτηση, ξενίζουν τους άλλους, μα μένουν με την απορία, πώς γίνεται αυτό;

Εκεί στην Ελβετία του δόθηκε χρόνος. Χρόνος για σκέψη. Έκανε συζητήσεις, διάβασε πάμπολλα βιβλία, για να αρχίσει να διαμορφώνει προσωπική σκέψη, και να γιατρέψει τη χαζομάρα του. Αυτό που αποφεύγουμε να κάνουμε κι εμείς σήμερα, που χρωματίζουμε με μαύρο τον προσωπικό μας χρόνο, νιώθοντας ένα βάρος και μια δυσφορία σε περίπτωση που βρεθούμε για λίγο μόνοι, που βαριόμαστε και δεν ξέρουμε να σκεφτόμαστε συζητώντας με τον εαυτό μας, που μας φαίνονται τρελοί όσοι διαβάζουν, που αν οι συζητήσεις δεν έχουν μέσα τους επιφανειακότητα, χιούμορ, κυνικότητα και καυστικότητα, δε θέλουμε να μπούμε. Τελικά, μήπως ζούμε στην εποχή των ηλίθιων; Πάμε παρακάτω.

Μπαίνει στη ζωή μιας οικογένειας, των Επάντσιν, που τόσο τον έχουν ανάγκη κι ας μην το ξέρουν. Τον έχουν ανάγκη γιατί τους λείπει κάτι να ασχοληθούν. Οι περιγραφές του Ντοστογιέφσκι μας δίνουν τη δυνατότητα να καταλάβουμε τη σαπίλα που μάστιζε την ρωσική κοινωνία. Ένας πατέρας στρατηγός, ένας από τους άπειρους τέτοιους, μια μάνα με μόνο σκοπό να παντρέψει τις τρεις τις κόρες, κι οι τρεις κόρες, που νιώθουν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό πως η ζωή όπως τη διάγουν είναι αφύσικη, κι έτσι δυσκολεύονται να τη συνεχίσουν όπως τους απαιτείται. Πάλι καλά σκάει μύτη ο Μύσκιν, που’ναι μακρινός συγγενής της maman, και ξεφεύγουν για λίγο.

Δε θα πω ψέματα, πολλές σελίδες θα ήθελα να μην υπάρχουν, ένιωθα να χάνεται η ουσία, αλλά σκεφτόμουν ότι ο άνθρωπος αυτός ήθελε να πουλήσει ιστορία, να βγάλει χρήματα από αυτό, να ξεχρεώσει ή έστω να τα ρίξει όλα στα χαρτιά, κι έτσι κάπως τον κατάλαβα. Αλλά γιατί ρε γαμώτο 800 σελίδες; Οι 200 κι αν αξίζουν μόνο, τουλάχιστον για εμένα. Το μόνο που καταφέρνουν οι υπόλοιπες, είναι να σε κρατούν σχεδόν νυσταγμένο, σίγουρα ζαλισμένο, μέχρι το επόμενο καλό κομμάτι, όπως το βράδυ στο σπίτι της Ναστάζιας, την εξομολόγηση του Ιππόλυτου, τα τελευταία δυο κεφάλαια του βιβλίου. Σαν ποταμάκι που κατεβαίνει σιγά σιγά, μέχρι τον επόμενο καταρράκτη, που στην πορεία βρίσκει κι άλλα ποταμάκια κι ενώνεται για να γιγαντωθεί λίγο πριν ενωθεί με τη θάλασσα, ή καλύτερα τον ωκεανό της λογοτεχνίας.

Άλλες εποχές εκείνες. Ούτε ίντερνετ, ούτε τηλεόραση, ούτε καν ραδιόφωνο. Οι άνθρωποι, τις ελεύθερες ώρες τους, ήταν καταδικασμένοι στη σκέψη, τι ωραία φυλακή! Τα μυθιστορήματα μπορούσαν να αντέξουν τις μακρές πλοκές, τις εκατοντάδες σελίδες, ειδικά από ανθρώπους σαν τον Ντοστογιέφσκι, σωστούς ρεαλιστές του κόσμου μα και της ψυχής.

Σήμερα όμως, όλα πρέπει να χωρούν σε ελάχιστες σελίδες. Το νόημα πρέπει να δίνεται έτσι, χωρίς πολλά πολλά, ούτε καν το πλούσιο λεξιλόγιο δε χρειάζεται, γιατί ελάχιστοι μπορούν να το καταλάβουν. Έτσι κι εγώ αποφάσισα να κάνω με τον Κωματώδη Εαυτό, να τα χωρέσω όλα σε ελάχιστο χώρο, σκεπτόμενος τη λειψυδρία προσοχής της εποχής μας, και τη δυσκολία μας να καταλάβουμε. Τέλος πάντων, πίσω στον Ηλίθιο.

Το κεφάλι μου πονούσε με όλες αυτές τις περιγραφές, ζητούσα κίνηση, πράξεις, κορυφώσεις, πιο γρήγορα, πιο γρήγορα! Τι διάολο, πόσο πιο ήρεμη ήταν τότε η ζωή; Μα από την άλλη, αυτές οι κορυφώσεις του έργου, ολόκληρα σύμπαντα μονάχες τους. Πόσο δράμα, πόσο παράλογο, πόσο ακαταλαβίστικα μου φαινόντουσαν όλα. Αυτό μάλλον είναι η μαεστρία, όταν κάνεις τόσα plot twist που δημιουργείς στροβίλους, σωστούς λεξιστροβίλους. Το γαμώτο είναι ότι για να χαρείς όντως τις μεγάλες στιγμές, πρέπει να περάσεις κι από τη βαρεμάρα που σου φέρνουν τόσες και τόσες σελίδες.

Τι έχει πάθει ο σημερινός νους του ανθρώπου κι έχει καταλήξει έτσι; Έχουμε συνηθίσει σε τόσο μεγάλες ταχύτητες, που δυσκολευόμαστε, σχεδόν αδυνατούμε να παρακολουθήσουμε ιστορίες σαν αυτές. Τώρα πια όλα έχουν γίνει ωμά, σου σερβίρουν σκατά και σου λένε φά’τα. Απορώ με το τι θα σκεφτόταν ο Ντοστογιέφσκι αν μας επισκεπτόταν σήμερα. Πόσο θα εκπλησσόταν, ή για να το πω σωστότερα, πόσο θα έφριττε; Αυτός ο άνθρωπος που μάλλον σαν προφήτη θα έπρεπε να τον εκλαμβάνουμε κι όχι απλά ως συγγραφέα, που είδε όχι μόνο την επανάσταση που ερχόταν μα και τα αποκρουστικά της αποτελέσματα, πενήντα χρόνους κι εκατό νωρίτερα, αν πατούσε το πόδι του στον κόσμο σήμερα θα διαπίστωνε πόσο πολύ απανθρωπίζει τον άνθρωπο η παρακμή, το χάσιμο της πίστης, η εξάλειψη κάθε αξίας, ή σωστότερα, η εγκαθίδρυση μιας και μόνο αξίας, της αξίας του κέρδους στη σκέψη του ανθρώπου. Ίσως παραδεχόταν ότι κι ο Μαρξ στην κριτική του είχε δίκιο. Γιατί σε τελική ανάλυση δεν είναι μόνο η παρακμή του ανθρώπου που ανακάλυψε πως σκότωσε τον θεό, μα και τα συστήματά του, τα συστήματα που απορρέουν από αυτή την πραγματικότητα, που μας κάνουν ακόμη χειρότερους ως ανθρωπότητα. Πενήντα χρόνια μετά τον Ηλίθιο, πάρε πρώτο παγκόσμιο. Εβδομήντα χρόνια μετά, πάρε τον δεύτερο. Να ο άνθρωπος της λογικής, που την ακολουθεί πιστά κάνοντάς τη την νέα του θρησκεία, βγάζοντας το συναίσθημα από την εξίσωση, που είναι σημαντικότερο από τη λογική από πολλές απόψεις.

Σήμερα γνωρίζουμε πια πως ο άνθρωπος ζει χωρίς θεό. Ζει χωρίς θεό γιατί οι θεοί των θρησκειών έπαψαν να πείθουν. Οι ιστορίες που κάποτε τρώγαμε, σήμερα δεν επαρκούν. Μάθαμε ως σήμερα επίσης, ότι χωρίς την πίστη σε ανώτερες αξίες, ο άνθρωπος είναι απλώς ένα ζώο. Μα ως τέτοιο, λόγω της αχαλίνωτης λογικής του, είναι αποδεδειγμένα χειρότερο από κάθε άλλο ζώο. Και λόγω αυτής της λογικής, φτάνει σιγά σιγά και σε ένα φαινομενικό αδιέξοδο. Τι θα συμβεί στον άνθρωπο τώρα που η λογική του περνά σε άλλες διαστάσεις, κι αρχίζει σιγά σιγά να τον καταδυναστεύει; Αυτή η τεχνητή νοημοσύνη, είναι το αποκορύφωμα της λογικής του ανθρώπου, αποκομμένη παντελώς από το συναίσθημα. Κι όμως, το συναίσθημα χρειάστηκε τόσες γενιές για να χτιστεί, τόσα χρόνια, περνά μέσα από κάθε στάδιο της εξέλιξης της ζωής ως το σημαντικότερο όπλο. Μιλάμε για τον άνθρωπο, αλλά ουσιαστικά μέσα από τον άνθρωπο είναι η ίδια η ζωή που έφτασε να φοράει το προσωπείο μας. Δεν έφτασε ως εδώ η ζωή λόγω της λογικής, μα λόγω του συναισθήματος. Και τι είναι το συναίσθημα; Είναι η ενσάρκωση μιας ακατανόητης από εμάς λογικής, μεστωμένη καλά καλά στο πέρασμα του χρόνου. Και τι κάνουμε εμείς; Αποβάλλουμε από τη σκέψη μας το συναίσθημα, μένουμε μόνο με τη λογική, και δημιουργούμε έναν κόσμο απόκοσμο, αβίωτο, κολασένιο.

Οι χαρακτήρες του Ντοστογιέφσκι φέρουν το παράλογο γιατί το παράλογο είναι ανθρώπινο. Είναι πιο ρεαλιστικοί κι από εμάς που ζούμε όντως. Και παρόλο που ο προφήτης αυτός δίνει τέλη στις ιστορίες του που εγώ προσωπικά στραβομουτσουνιάζω και δεν αποδέχομαι, απαντούν στην λογική με το παράλογο όπως θα έπρεπε. Τελικά, οι ήρωές του, είναι άνθρωποι ενός άλλου κόσμου, παράλληλου με τον δικό μας. Γιατί ο κόσμος της λογοτεχνίας, είναι μόνο η αντανάκλαση του καθρέφτη που ονομάζεται λογοτεχνία, και που δείχνει τον δικό μας κόσμο. Ενίοτε κιόλας τον δημιουργεί, βλέπε Όμηρος, Δάντης, Θερβάντες.

Αυτές τις μέρες άκουσα σε ακουστική μορφή και το Όνειρο ενός Γελοίου, και τις Λευκές Νύχτες.

Στο πρώτο, ο Ντοστογιέφσκι κάνει καλύτερα αυτό που ξέρει, δημιουργεί έναν απομονωμένο ήρωα και τον οδηγεί στο να μας πει πώς θα μπορούσε να είναι ο κόσμος μας, μέσα από ένα όνειρο του ήρωα. Μας εξηγεί πώς ο δικός μας κόσμος καταστρέφεται και πώς θα μπορούσε να σταματήσει κάτι τέτοιο. Ή τουλάχιστον, το αφήνει να διαφανεί. Το τρώμε; Το τρώμε.

Στο δεύτερο, ο Φιόντορ γίνεται ρομαντικός. Πόσο ρομαντικός; Μέχρι αηδίας. Ακούγοντάς το σκεφτόμουν, μα είναι δυνατόν να σκέφτηκε κάτι τέτοιο; Είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να είναι τόσο ευγενικός στο συναίσθημα; Να φτάνει στο σημείο να ξεπερνά τον εαυτό του, το εγώ του, για να καταλήξει σε τι; Ένας ρομαντισμός που μου θύμισε τον Βέρθερο του Γκαίτε και τα πάθη του. Τι να πω, τότε μπορεί όντως οι άνθρωποι να ήταν πιο ευγενικοί, μπορεί και όχι. Μπορεί να ήταν κάποιοι. Μπορεί να ήθελε να τους πιάσει κότσο ο Ντοστογιέφσκι για να πουλήσει κάτι παραπάνω. Δεν έχω ιδέα. Ίσως η λογική μου που υπερνικά εύκολα το συναίσθημα να με κάνει απλά αδαή, και να σκέφτομαι με όρους αγοράς, κάτι το οποίο είναι η ανώτερη μορφή τέχνης. Δεν έχει να μου πει ή να μου διδάξει κάτι πάντως ο αγαπητός Θεόδωρος Δοστογιέφσκης. Τουλάχιστον με τις λύσεις του. Παραμένω άθεος στα μάτια του, παρόλο που δηλώνω ένθεος δίχως θρησκεία. Παραμένω απλός δίχως φιοριτούρες, χρησιμοποιώντας όποια λέξη μου καθίσει καλύτερα στο κεφάλι, δίχως να ψάχνω μια ωραιότερή της. Παραμένω άμεσος στη σκέψη δίχως να ψάχνω το περίπλοκο απλά και μόνο για να δυσκολεύω τους άλλους. Μα και παραμένω ειλικρινής αναγνωρίζοντας την αξία του μεγαλύτερου απ’ό,τι φαίνεται λογοτέχνη στη συγκεκριμένη φόρμα. Ο υπαρξισμός του, ενσαρκώνοντας μέσα από τις ιστορίες του αυτό το φιλοσοφικό ρεύμα, είναι μάθημα για το τι συμβαίνει στην ψυχή μας, ακόμη κι αν δεν το καταλαβαίνουμε και αδυνατούμε να το κατονομάσουμε.

Αυτά μου είπε ο Ηλίθιος, σε έναν άνθρωπο που ζει ενάμισι αιώνα μπροστά από την εποχή που γράφτηκε. Ώρες ώρες αναρωτιέμαι αν καταλαβαίνω και τίποτα ή τζάμπα διαβάζω. Όσο να’ναι κάτι θα μένει, κάπως θα με διαμορφώνει η ανάγνωση των κλασικών. Είναι καλό σημάδι που νιώθω πιο ηλίθιος κι ο ίδιος όμως, ή κακό; Επόμενος σταθμός, οι Δαιμονισμένοι.

Τελικά, η ομορφιά, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό
Δεν μπορεί να σώσει τον κόσμο
Γιατί ο κόσμος δε χάνεται
Για να σωθεί
Παρά μονάχα αλλάζει μορφή, αέναα κι ατέρμονα
Με τα καλά και τα κακά του
Με την ομορφιά και την ασχήμια του
Με ή χωρίς εμάς

7 σκέψεις σχετικά με το “Ο Ηλίθιος”

  1. My very rough beginner’s Greek could only carry me a few sentences before I was impelled to lean on Lord Google for help.

    You make salient, if touchingly brutal points. Well done. Well done.

    Ευχαριστώ πολύ, η δουλειά σου είναι ορεία. Στο καλό!

  2. Ένα έχω να σου πω, το διάβασα όλο. Οχι το βιβλίο. Το κείμενο που έγραψες.
    Το συναρπαστικό για μένα είναι πως αν και διαβάζεις διαβάζεις … γράφεις γράφεις γράφεις και όλας. Θα γελάσεις και σίγουρα είναι γελοίο μπρος το μεγαλείο του συγγραφέα που αναφέρεις… αλλά… έχω δει “λάμψη” χαχχαχα καλά ντε … δεν είναι καθόλου πρέπον μπροστα σε αυτόν τον συγγραφέα να βάζω σαπουνόπερα 🙁

    Αντε δεν θα πολυλογίσω σε αυτό του κουτάκι σήμερα 🙂
    Μια αγκαλιά θα ήθελα να σου κάνω.
    () φιλι

  3. ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ! ΕΥΓΕ! Δεν νομιζω ομως να τον διαβασω τον ηλιθιο και περιμενω και ενα κειμενο σου αποκλειστικα για το παραλογο.

Αφήστε μια απάντηση