Τέσσερις εποχές
Οι εποχές του ανθρώπου
Η ζωή του όλη
Τέσσερις εποχές
Ανοιξιάτικη γιορτή
Καλοκαιρινή σιέστα
Φθινοπωρινή βροχή
Χειμωνιάτικο αντίο
Άνοιξη
Ξύπνησα μια μέρα
Κι άνοιξα τα μάτια μου
Σαν άλλο λουλούδι
Σηκώθηκα, περπάτησα κι έτρεξα
Μέσα στη ζωή
Γύρω από τη φύση
Τα παιχνίδια μου
Λογιών λογιών κατεργαριές
Τσιγκλούσα και γέλαγα
Ομορφιά πηγαία
Σα ρυάκι που αναβλύζει
Η εικόνα μου
Κυνηγούσα τη ζωή
Σαν την πιο τρελή κοπέλα
Για να της δώσω ένα φιλί
Ξέγνοιαστος
Δίχως σκοπό
Ζωή για τη ζωή
Παιδικά κι εφηβικά μου χρόνια, η αθωότητα κρυμμένη στα δυο μου χέρια, μέσα στη μοναξιά, τον πόνο και τη μελαγχολία, βασίλευε η ζωή και το παιχνίδι της. Δίχως συναίσθηση του ποιος και του γιατί, δίχως σκέψη βαθύτερη που να εξηγεί, ζωντανός ως το κόκκαλο, η ζωή μου όλη ένα παιχνίδι. Τραύματα κι απώλειες, που αυλάκωσαν το νου, μηρυκαστικά τα ξαναμάσησα, κι έγιναν πνευματική τροφή μου. Μπούκλες φύτρωσαν στο κεφάλι μου, σαν χαοτικές κι αλληλένδετες ιδέες. Ένας θάμνος από αναπάντητες ερωτήσεις, που σαν ηφαίστειο άρχισε να σκάει, η εφηβεία μου. Όλη η γλύκα της άνοιξης, μου γύρισε μπούμερανγκ, με τις βροχές και το χαλάζι της, λίγο πριν το τέλος της πρώτης εποχής. Πάνε τα κεράσια, πάνε τα βερίκοκα, πάει ο καλός ο χρόνος, ο μόνος αληθινός, γιατί ήταν φανταστικός, σαν οπτασία.
Καλοκαίρι
Μέθη του καλοκαιριού
Τα φοιτητικά χρόνια
Θεϊκή ζωή
Ύστερα ευθύνες
Η δύναμη τις έφερε κι αυτές
Βάρυνε το μαξιλάρι μου
Σκέψεις πάνω σε σκέψεις
Ιδέες πάνω σε ιδέες
Πυργίσκος στην άμμο, μήπως και κρυφτώ
Δύσκολες αποφάσεις
Που δεν πάρθηκαν
Με στοιχειώνουν ακόμα
Γνωριμία με τον θάνατο
Πρώτο χέρι
Βουτιά στο κενό
Χάος της ζωής
Μπλε καλοκαίρι
Σαν τα νερά μιας άγνωστης θάλασσας
Σταφύλι δε γεύτηκα
Μήτε κρασί
Παρά μονάχα στάρι
Επιβίωση
Επιβίωση
Επιβίωση
Άλλη μια μέρα σκύλος
Σε έναν κόσμο φτιαγμένο για τέρατα
Απ’τα ίδια τα τέρατα
Σκοπός και στόχοι
Εμφανίστηκαν φυσικά
Για να δώσουν νόημα στο παράλογο
Τι σκατά ζωή είναι αυτή;
Που πριν προλάβεις να την καταλάβεις
Σε καταλαμβάνει αυτή, και σε μασουλά
Καλοκαίρι ψεύτικο
Όπου η ζωή κιτρίνισε
Ξεράθηκε απότομα
Που’ναι τα μπάνια κι οι παραλίες
Που’ναι οι έρωτες και το φλερτ
Που πήγε η χαρά μου;
Μέσα σε έναν τάφο θάφτηκε
Ο νεανικός μου εαυτός
Με τρεις φτυαριές
Τι καλοκαίρι κι αυτό;
Από μπόρα σε μπόρα
Κι από κάψα σε κάψα
Στα 33 μου, μπήκα στον τελευταίο μήνα του καλοκαιριού μου. Εφτά χρονάκια όλο κι όλο, μα τα πλέον δύσκολα, μπήκα στην τελική ευθεία. Πότε πέρασε η άνοιξη, πότε το καλοκαίρι, κι εγώ νιώθω πως δεν έχω ζήσει μια δεκαετία τώρα. Μου στέρησε η ζωή την παιδική χαρά, μου στέρησε και τον έρωτα στην παραλία. Δεν κυλίστηκα πουθενά, γιατί σκεφτόμουν, και σκεφτόμουν, και σκεφτόμουν. Ο πόνος όλος γίνηκε γέννα, στον κόσμο έφερα μια ασπρόμαυρη ιδέα. Ένα όνειρο να με συντροφεύει, ένα όραμα να χρυσώνει το χάπι της συντήρησης. Ανάμεσα σε λέξεις έκρυψα τα μεγαλύτερά μου μυστικά, όσα έκρυβα περισσότερο κι από εμένα. Σελίδες αμέτρητες με λέξεις που αδυνατούν να υπακούσουν στη λογική, η πορεία μου στη σκέψη. Μπαγιάτικο και μπερδεμένο πνεύμα, σε λάθος εποχή, λάθος χρόνο. Αδυνατώ να ανταπεξέλθω, αδυνατώ να δω μπροστά, αδυνατώ. Φρούδες ελπίδες κρατούνε το κορμί μου όρθιο, μα μέσα μου ξέρω πως έχω σαπίσει από τη ρίζα. Κι αυτός ο φίλος μου, ο πόνος, όλο καρπαζιές κι αγκαλιές. Ξεκόλλα του πα, μα δεν του άφησα το χέρι, χρόνια τώρα πάμε αγκαζέ, ταυτόσημοι μη σημαίνοντες. Πώς να κρατήσεις ένα ταίρι στη ζωή, όταν ο φιλαράκος δεν ξεκουβαλά επιτέλους; Κανείς δε γίνεται θυσία για κανέναν, παρά μόνο για τον ίδιο του τον εαυτό.
Φθινόπωρο
Θα με βρει το φθινόπωρο;
Θα’ναι φθινό,
Ή απλά φθηνό;
Χελιδόνι και τζίτζικας ως τα τώρα
Εγώ τι θα κρατήσω από τις πρώτες μου εποχές
Αναρωτιέμαι
Απόβλητος από τη ζωή
Αυτοεξόριστος
Κι αντισυμβατικός
Κανείς δε μου χρωστά τίποτα
Κι εγώ που τα θέλω όλα
Μια μέρα θέλω να γίνω κι εγώ βασιλιάς
Μα σε ποιο βασίλειο;
Με ποιους για υπηκόους;
Δράκενες σκέψεις
Βασιλιάς του πνεύματος
Ονειρεύτηκα μια μέρα
Πως θέλω να γίνω
Και κοίτα που το πνεύμα
Με περιπαίζει
Με χλευάζει
Μικρό κι ανώριμο
Λιγόψυχο
Με κράζει
Κάτσε μια στιγμή ρε πνεύμα
Εγώ είμαι εσύ
Κι εσύ εγώ
Κράτα με να σε κρατήσω
Εμφύσα μέσα μου πνοή
Να ανασάνω την ανάσα σου
Εργαλείο σου είμαι
Το δίχως άλλο
Ακόνισέ με
Κιτρίνισαν τα φύλλα μου
Ήδη από το καλοκαίρι
Τι θα μου μείνει να κάνω, σαν έρθει το φθινόπωρο
Οι πρώτες βροχές θα μουσκέψουν το πρόσωπό μου
Μα πάνω απ’όλα
Την ίδια μου την ύπαρξη
Και να πω ότι δεν ξέρω από βροχή
Από μουσκεμένο πρόσωπο
Κι από αλμύρα;
Πώς θα μοιάζει το φθινόπωρό μου;
Ποιοι θα έχουν μείνει κοντά μου;
Αν συνεχίσω να πηγαίνω χέρι-χέρι με τον πόνο;
Βρωμάει η ανάσα μου
Σάπιο μήλο
Σάπια ζωή
Μήπως ωρίμασα πριν την ώρα μου;
Και δε βρέθηκε χέρι να με κόψει;
Να με γευτεί;
Σαν ξεραμένο σταφύλι
Η σάρκα μου θα μοιάζει
Κι η ψυχή μου ίσως
Τι ζωή είναι αυτή;
Που πριν προλάβεις να αγκυροβολήσεις
Σαλπάρεις για το επόμενο ταξίδι
Μια στιγμή μονάχα
Να γυρίσω και να δω
Τη γη που απομακρύνεται από κοντά μου
Γελάστηκα για καπετάνιος
Κι ήμουν μούτσος
Μούτσος μια ζωή
Είδα τον κόσμο να παίρνει μορφή, να μεγαλώνει, να ακμάζει, τώρα τον βλέπω και να φθίνει, να λυγίζει, να σπάει. Η φυσική τάξη των πραγμάτων. Στο φθινόπωρο, κι όσοι ήταν τυχεροί, και γλύτωσαν την άνοιξη και το καλοκαίρι τους, θα αρχίσουν να σαπίζουν, να ξεφτίζουν, να ξεθωριάζουν. Λίγες χαρές και λίγες νίκες ακόμη; Ναι, σίγουρα. Η δημιουργία μας γεμίζει. Οικογένεια, μια δουλειά, γλυκαίνουν τη σαπίλα, μας ξεγελούν. Μα η πραγματικότητα δεν αστειεύεται. Στις πρώτες εξετάσεις, το άγχος σε κυριεύει, κι αρχίζεις να νιώθεις ευάλωτος, αδύναμος, ίσως για πρώτη φορά. Το φθινόπωρο αρχίζει και μυρίζει ήδη θάνατο. Μια καρδιακή προσβολή, η κακιά αρρώστια, χρόνιο στρες που σα κουταλάκι έσκαβε τη μαύρη τρύπα. Λίγες χαρές ακόμη, θυσία ο χρόνος και τα χρήματα, για χορούς και πανηγύρια. Λίγος έρωτας, να ξανανιώσει το πνεύμα και το σώμα, πριν την τελευταία στροφή.
Χειμώνας
Μια τούρτα με τον αριθμό 60
Σε καλωσορίζει σιγά σιγά
Στην τελευταία σου εποχή
Ακόμη νιώθεις νέος
Ακόμη νιώθεις δυνατός
Κι ίσως να είσαι
Μα στο πρώτο τεστ θα φανεί
Τι είσαι και τι όχι
Όταν θα καταλάβεις πως έπαψες να’σαι αυτός που ήσουν
Χειμώνας είναι
Λίγη βροχή
Και λίγο κρύο
Παίρνεις μια γεύση
Από το παγωμένο μέταλλο
Σε ένα χειρουργείο
Πήγε καλά
Συνήθως το πρώτο πάει καλά
Μα γεύτηκες ήδη το νυστέρι
Μια ζωή έτρεχες
Να προσφέρεις
Όσα δεν μπορούσες
Μια ζωή δούλευες
Για να αποδείξεις στον εαυτό σου
Την αξία σου
Μια ζωή στο λούκι
Τα πήγες περίφημα
Τα’χεις καταφέρει
Δεν αντέχουν όλοι
Σε αυτό τον αγώνα της αναπαραγωγής
Μα εσύ τα κατάφερες
Κι όμως
Χειμώνας είναι
Τα πόδια σου πήραν να παγώνουν
Μοιάζει λες και το αίμα σταμάτησε
Ή έστω χαλάρωσε
Δε φτάνει στα άκρα σου
Κι άκρο είναι τα χέρια και τα πόδια
Τα όργανά σου
Το ίδιο σου το κεφάλι
Σιγά σιγά τα χρόνια παιρνούν
Κι ο χειμώνας μεγαλώνει
Μαζί με το φόβο
Αύριο, μπορεί και σήμερα
Η καμπάνα να χτυπήσει
Αν όχι για σένα, για τον δίπλα σου
Δίνεις άλλη προσοχή πια στην καμπάνα
Γιατί σε προειδοποιεί
Πως μια μέρα θα χτυπήσει και για σένα
Μια η χαρά τους χρόνους αυτούς
Η οικογένεια
Κι αν δεν υπάρχει, πλήρης αποτυχία
Αν τα κατάφερες
Ίσως σε παίρνουν τηλέφωνο
Να σου θυμίσουν ότι βρίσκεσαι στην ύπαρξη
Αν τα κατάφερες
Ίσως χαρείς εγγόνια
Να τους δώσεις χαρτζιλίκι, κι άπειρη αγάπη
Μια μέρα
Θα καταλάβεις αναπάντεχα
Τη σοβαρότητα του πράματος
Σαν ξυπνήσεις και δεις τον άνθρωπό σου
Παγωμένο δίπλα σου
Μια ψυχή πιο ελαφρύ
Μια μέρα
Θα καταλάβουν αναπάντεχα
Την κωμοτραγωδία της ζωής
Σα δεν ξυπνήσεις
Δεν ανοίξεις τα μάτια σου
Δε σηκωθείς
Γιοι και κόρες
Με μαύρα γυαλιά
Που κρύβουν κατακόκκινα μάτια
Εγγόνια ίσως
Που αδυνατούν να καταλάβουν
Και κλαίνε γιατί κλαιν όλοι
Το δίχως άλλο
Υπήρξες κι έζησες
Κι ας μην είπες ένα αντίο
Αναρωτιέμαι αν θα μου συμβούν όλα αυτά. Θα δω χειμώνα; Θα τα’χω καταφέρει; Να κάνω κι εγώ μια ζωή κανονική. Μια ζωή με εργασία κι οικογένεια. Μια ζωή με περισσότερο νόημα, όταν θα ασχολούμαι με τους άλλους, κι όχι με μένα. Παράξενο δεν είναι, που όνειρο του ανθρώπου, είναι να ξεφλουδίσει, να ρίξει τα φύλλα του, να ξεμωραθεί; Η τέλεια ζωή, όταν φεύγεις δίχως να το καταλάβεις. Ο εφιάλτης, μια αρρώστια που θα σε στείλει πριν σε στείλουν τα γεράματα. Πόσα χιλιόμετρα περπατά ο άνθρωπος, πόσες πέτρες κάνει σκόνη, πόσα σίδερα λυγάει με τη δύναμη και την υπομονή του; Πώς είναι δυνατό, το μεγαλύτερο όνειρο του ανθρώπου, να’ναι να χαθεί στο καταχείμωνο, μια παγερή μέρα, που το χιόνι θα’χει στρώσει κιόλας καταγής;
Μπήκα στον τελευταίο μήνα του καλοκαιριού μου. Είναι ήδη μέσα Αυγούστου. Πήγαν να μου κάψουν την παιδικότητα, κάτι γλύτωσα. Μα τη νεότητά μου την ήπιαν στο ποτήρι. Πριν προλάβω να μεστώσω, ένας λευκός ήλιος έκαψε το είναι μου, κι εγώ αναρωτιέμαι για όλα τα γιατί του. Μα δεν υπάρχει απάντηση. Η μόνη απάντηση είναι αυτή: δεν υπάρχει απάντηση. Δυνάμεις έχει η ζωή που κονταροχτυπιούνται η μια την άλλη. Συμφέροντα οργανώνονται μέσα στις ατομικές της υπάρξεις, ξεκαθαρίζονται και μεγαλώνουν, διεκδικώντας μιαν αξία της στιγμής. Όλο αυτό το παράλογο, είναι σκανδαλώδες. Μα πιο σκανδαλώδες απ’όλα, είναι η ριζική μας ανάγκη να βρούμε και να δώσουμε ένα νόημα σε αυτό το παράλογο. Όλη η ζωή του ανθρώπου, όταν αυτός παίρνει το μονοπάτι του πνεύματος, δεν είναι άλλο από την προσπάθειά του, που αυτόκλητα κάνει την εμφάνισή της, να δοθεί ένα κάποιο, αφελές πάντα, νόημα.
Τελικά, ο άνθρωπος είναι και παραμένει ένα παιδί, σε όλη του τη ζωή, και μόνο το σώμα του αλλάζει. Η εικόνα ενός παιδιού που παίζει στην παραλία και χτίζει το πυργάκι του από άμμο, δε διαφέρει σε τίποτα από την εικόνα ενός ενήλικα που πασκίζει να δημιουργήσει κάτι σημαντικό για αυτόν, μια οικογένεια, μια επιχείρηση, μια καριέρα, μια ζωή, είναι άλλα πυργάκια που φτιάχνει το παιδί μέσα του, έτσι, απλά για να χαρεί τη ζωή του παίζοντας. Κι όπως το παιδί κλαίει που ένα κύμα έρχεται και του γκρεμίζει τον πύργο, μα μετά γελά, έτσι κι ο ενήλικας, έχει ένα παιδί μέσα του που κλαίει, όταν βλέπει όλη του τη δημιουργία να καταστρέφεται μπροστά του, μα μετά ίσως χαμογελά, γιατί καμιά φορά θυμάται πως τίποτα δεν είχε νόημα, πως όλα ήταν ένα παιχνίδι.
Σημασία δεν έχει να παίξεις σωστά ή όχι το παιχνίδι της ζωής. Σημασία έχει να παίξεις. Το μόνο κρίμα είναι το να μην παίξεις, κι εγώ το ξέρω από πρώτο χέρι.
Κοντεύουμε στου δρόμου τα μισά, ίσως να τα’χουμε ήδη περάσει. Η ζωή μέσα μου απαιτεί να κινηθώ, με πιέζει προς κάτι. Εγώ φοβάμαι, σαν παιδί που κρύβει ακόμη το πρόσωπό του στα γόνατα καθισμένο στη γωνιά του. Μα το παιδί δεν υπάρχει πια, τώρα πλέον είμαι άντρας, και δε θα έπρεπε να φοβάμαι, μα το κάνω. Κι όμως, όσο κι αν όλα γύρω μου είμαι μαύρα, κατάμαυρα, εγώ διαλέγω να δω ένα φως μπροστά μου, ακόμη κι αν δεν υπάρχει. Αυτό απαιτεί το παράλογο, να του απαντήσεις παράλογα.
Άνοιξη θλιμμένη
Καλοκαίρι σκοτεινό
Φθινόπωρο νεκρό
Κι ένας χειμώνας που σα μαύρο λουλούδι θα φυτρώσω

Πολύ όμορφο, Θανάση. Μου άρεσε η δομή του και η λογοτεχνία του. Την καλησπέρα μου.
Χαίρομαι που σου άρεσε Γιάννη!
Ελπίζω κάποια στιγμή να διαβάσεις και το βιβλιαράκι που μοιράστηκα τον Απρίλη, τον Κωματώδη Εαυτό.
Βρες το εδώ: https://stoxastis.gr/vivlia/komatodis-eaftos/