Delivery

Μικρός ονειρευόμουν να γίνω ήρωας
Δεν ήξερα ποια θα’ναι η υπερδύναμή μου
Πάντα την αναζητούσα

Και τελικά τη βρήκα πάνω σε δυο ρόδες
Δύναμή μου είναι να γιατρεύω την πείνα
Να κάνω το στομάχι να ηρεμήσει για λίγο

Είμαι ντελιβεράς
Ένας αντι-ήρωας της εποχής
Σωστός ήρωας

Όταν σκέφτηκα να γράψω τον Κωματώδη Εαυτό, δεν είχα την παραμικρή επιθυμία να γίνω, ή ας το πω σωστότερα, να καταλήξω ντελιβεράς. Ο Αθανάσης είναι ένα delivery-boy που έχει ατύχημα με το μηχανάκι της δουλειάς του και ξυπνά μέσα σε κώμα. Αντιλαμβανόμενος πως βρέθηκε σε μια γνώριμή του φυλακή, την φυλακή του εαυτού του, περνά τον τελευταίο του καιρό αναστοχαζόμενος όσα έζησε, όσα επιθύμησε κι όσα κατάλαβε από αυτή την πλάκα, την πλάκα που ακούει στο όνομα ζωή.

Τότε δεν ήμουν ντελιβεράς, μα σήμερα είμαι. Ζώντας ως φοιτητής στην Ολλανδία, χρειάστηκε να περάσω αρκετό από το χρόνο μου μέσα σε αποθήκες, σαν ποντικός. Αυτή η εμπειρία είχε τα καλά μα και τα στραβά της. Χρειάστηκε ωστόσο να δουλέψω και ως ντελιβεράς τα τελευταία χρόνια. Ντελίβερι με ποδήλατο μέσα στο χειμώνα; Το’χουμε. Ντελίβερι με σκούτερ καλοκαίρι-χειμώνα-καλοκαίρι; Το’χουμε κι αυτό.

Δεν ξέρω αν είναι και τόσα πολλά, μα 8 χιλιάδες χιλιόμετρα τα’χω κάνει για τον παραπάνω λόγο. Κάτι σαν να λέμε οχτώ πηγαινέλα Θεσσαλονίκη-Αθήνα με το μηχανάκι που πάει με 35 χλμ. την ώρα, κλέβοντας δέκα χλμ. και πηγαίνοντας πιο γρήγορα απ’ό,τι ορίζει ο ολλανδικός νόμος. Χαζομάρες.

Τώρα δουλεύω για την Uber, ή σωστότερα δουλεύω για την Adecco που με νοικιάζει σα σάρκα με δυο ρόδες στην Uber. Ζήτω τα εργατικά δικαιώματα, ζήτω ο καπιταλισμός! Η ανακύκλωση του εργατικού δυναμικού καθίσταται πολύ πιο εύκολη κάνοντας κάτι τέτοια κόλπα. Σου λένε είσαι ελεύθερος επαγγελματίας, ή κάτι κοντά σε αυτό, μιας και το κεφάλαιο που’χεις, το ανθρώπινο κεφάλαιο, το νοικιάζεις στην καλύτερη τιμή που μπορείς σε κάποια εταιρεία. Κι όταν νοικιάζεις κεφάλαιο και βγάζεις χρήματα από αυτό το ενοίκιο, είσαι κι εσύ καπιταλιστής σωστός. Έτσι όπως έγιναν τα πράγματα, που τον βλέπεις τον εργάτη; Που τον βλέπεις τον προλετάριο; Ελεύθερο πουλί είσαι, ή σωστότερα ψάρι, που κολυμπά σε κάτι βρώμικα, σκούρα νερά, αδυνατώντας να καταλάβει αν εκεί που κολυμπά υπάρχει ασφάλεια ή όχι. Μα ποιος τη θέλει την ασφάλεια όταν η ζωή απαιτεί την περιπέτεια; Ποιος θέλει τη συμπόρευση με άλλα ψαράκια σαν κι αυτόν; Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, καρφωμένοι στις οθόνες των κινητών τους, στέκονται οι ντελιβεράδες όσο περιμένουν να πάρουν το πακέτο. Τέλος πάντων, βγαίνω εκτός θέματος, κι ας μην υπάρχει θέμα.

Δεν είμαι επαγγελματίας στο χώρο, τι να πω εγώ γι’αυτό; Εγώ απλά κάνω μια part-time εργασία, όπως κάνω με όλα στη ζωή, ακόμη και με την ίδια. Part-time άνθρωπος, part-time ζόμπι, part-time ζωντανός, part-time νεκρός. Ωραίος τίτλος, είμαι ένα part-time ον, είμαι part-time on.

Κι όμως, υπάρχει μέσα και σε μένα ζωή. Γιατί; Γιατί πονώ που κουβαλώ McDonald’s στα παιδάκια που οι γονείς τους άθελά τους καταστρέφουν μα και χαίρομαι με τα χαμόγελα που μου δίνουν. Γιατί στο δρόμο κόβω ή σταματώ για να περάσει ένας άνθρωπος από μπροστά μου. Γιατί χαιρετώ τους άλλους ντελιβεράδες κι ας μη χαιρετούν κάποιες φορές κι αυτοί πίσω. Γιατί καθώς επιστρέφοντας από μια παραγγελία πίσω στο κέντρο, βρίσκω την ευκαιρία να σταθώ μια στιγμή στη λίμνη πάνω από το Ρότερνταμ και να αγναντεύσω παίρνοντας βαθιές ανάσες το ηλιοβασίλεμα που τόσο αγαπώ. Γιατί όσο είμαι πάνω στις ρόδες σκέφτομαι την κοπέλα μου, τα όνειρά μου, τη ζωή μου.

Η κυρία που με ρώτησε χθες γιατί άργησα, δεν το ήξερε πως σταμάτησα κάτω από μια γέφυρα για να βάλω τα αδιάβροχά μου. Δεν το ήξερε πως έπαιζε στα ακουστικά μου Podcast για τις επιπτώσεις που γεννά το χρόνιο άγχος στον οργανισμό. Δεν το ήξερε πως ο άνθρωπος που της έφερε το φαγητό, υπέγραψε πριν από έναν μήνα το πρώτο του συμφωνητικό με έναν μικρό εκδοτικό, και πως θα εκδώσει τους επόμενους μήνες το πρώτο του βιβλίο.

Κι όπως αυτή η κυρία, έτσι και η υπάλληλος στα KFC που με το ζόρι μου ρίχνει ένα βλέμμα όσο περιμένω, που να μιλήσουμε για ανθρώπινο χαμόγελο, έτσι όπως στήσαμε τα συστήματά μας κι απανθρωποποιούν τους ανθρώπους, δεν έχει καμιά ιδέα ότι στην καρδιά μου φωλιάζει ο πόνος καθώς μετράω τις μέρες για τα 40 της γιαγιάς μου, της γυναίκας που με μεγάλωσε.

Όχι, ο κόσμος βλέπει έναν μαυροντυμένο ντελιβερά, που όλο και κάτι θα έκανε για να καταλήξει να κάνει αυτή τη δουλειά. Δε θα’χε την υπομονή να διαβάσει για να περάσει στο πανεπιστήμιο, δε θα’χει την εξυπνάδα να πει δυο λόγια ψεύτικα, αυτά που θέλουν στα τμήματα HR των εταιρειών, για να βρει μια δουλειά γραφείου ίσως. Δε θα’χε τις άκρες να του βρούνε δουλειά οι δικοί του.

Μα ναι, κατέληξα να κάνω τη συγκεκριμένη δουλειά, κι ας έχω μεταπτυχιακό, κι ας έχω διαβάσει 300 βιβλία, κι ας έχω γράψει τέσσερα δικά μου, γιατί δεν αντέχω τον κόσμο όπως είναι κι αδυνατώ να τα πάω καλά μαζί του. Διακόσες και αιτήσεις, δεκαπέντε συνεντεύξεις που δεν απέδωσαν, για να βρω μια δουλειά που δε θέλω; Προτιμώ να περιμένω σαν τον βλάκα τα πακέτα και να ακούω τους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι στα ακουστικά μου, από το να ελέγχω ισολογισμούς μαγειρεμένους σε κάποιο γραφείο, πλάι σε συναδέλφους που από τη βαρεμάρα θα προτιμούσαν να αυτοκτονήσουν, παρά να κάνουν τη δουλειά που κάνουν, κι ας συνεχίζουν να την κάνουν, γιατί δεν έχουν τη διαύγεια πνεύματος που χρειάζεται για να βρούνε που’ναι η σκανδάλη.

Όταν με κουράζει το ακουστικό κι όσα μαθαίνω καθώς δουλεύω, το βάζω στη θήκη του κι αρχίζω να παρατηρώ όλα όσα βλέπω τριγύρω καθώς πηγαινοέρχομαι. Τον δρόμο, τα φανάρια, τα κτίρια, τα αμάξια και τα ποδήλατα, τον κόσμο που γυρνά ίσως από τη δουλειά του ή πάει στη βόλτα του ή σε κάποιο γυμναστήριο να χτυπήσει τους μύες του. Βλέπω τα κανάλια, τα δέντρα, τις λιμνούλες. Άνθρωποι που κάνουν τα ψώνια τους, άλλοι στα πάρκα ή στα καφέ και τα μπαρ. Εγώ πάνω στο σκούτερ μου, να παρατηρώ τα πάντα, να κινούμαι με άνεση ανάμεσα στον ποδηλατόδρομο και το δρόμο, όσο σκέφτομαι τη ζωή που μου έλαχε, όσα μου συμβαίνουν, όσα κυνηγώ, όλ’αυτά για τα οποία ελπίζω.

Νιώθω μια μοναξιά να με κυριεύει ώρες-ώρες, τίμημα της μοναχικότητας που’χω τόσο ανάγκη. Το κράνος κάνει το κεφάλι μου να πονά και να βουίζει. Σα γυρνώ σπίτι έχω συνήθως τον άνθρωπό μου να με περιμένει, μα εγώ ζαλίζομαι ακόμη από τις τόσες ώρες οδήγησης. Κάθομαι να ηρεμήσω. Άλλη μια μέρα. Κόσμος πείνασε, κόσμος έφαγε.

Τα πρωινά των τελευταίων ημερών διάβαζα τον Μύθο του Σισύφου του Καμύ, για δεύτερη φορά, μετά από δέκα χρόνια. Πέρασαν κιόλας δέκα χρόνια. Κι όμως, δε θυμόμουν σχεδόν τίποτα. Είναι λες κι άλλος άνθρωπος διάβαζε το βιβλίο τότε. Τι μας διαμορφώνει στη ζωή άραγε; Είναι τα διαβάσματα; Είναι οι εμπειρίες; Τα βιώματα ίσως; Μέρα τη μέρα ο χρόνος κυλά κι εμείς αδυνατούμε να το παρατηρήσουμε. Έρχονται κάποιες στιγμές που κάνουμε μια στάση και παρατηρούμε τη ζωή μας ίσα ίσα για να διαπιστώσουμε πως ο χρόνος αντί για βήματα κάνει άλματα. Δέκα χρόνια κι από τον θάνατο του θείου μου, κι όμως, όσα εκτυλίχθηκαν γύρω από αυτό τα θυμάμαι όλα με την παραμικρότερη λεπτομέρεια. Παράξενο πράγμα το τι συγκρατεί ο νους του ανθρώπου. Ίσως κι αυτό από μόνο του να’ναι ένα μήνυμα.

Σήμερα δε διάβασα, πήγα μόνο γυμναστήριο, γύρισα σπίτι και πήρα το πρωινό μου. Έκατσα κι έγραψα μα νιώθω ότι δεν είπα όσα είχα ανάγκη να πω. Τελικά, όσες λέξεις κι αν γραφτούν, η ζωή δεν καταγράφεται. Μα όσα ζούμε, χαράσσονται ανεξίτηλα μέσα μας ακόμη κι αν δεν μπορούμε να τα ψηλαφήσουμε όταν το θελήσουμε. Η ώρα περνά, κάτι ακόμη πρέπει να τσιμπήσω, πριν βγω ξανά για ένα απόγευμα να κάνω τον ήρωα. Αν αργήσω, μη φάτε.

Πόσο θα’θελα μια μέρα
Να καταφέρω να γιατρέψω και μια άλλη πείνα
Την πείνα του πνεύματος

Πόσοι και πόσοι δεν πεινούν για λίγο νόημα;
Και δεν το καταλαβαίνουν
Γιατί δεν έχουν τις κατάλληλες λέξεις να εκφράσουν την ανάγκη τους

Άλλωστε ποια εφαρμογή στο κινητό
Δίνει στον πεινασμένο τη δυνατότητα
Να χορτάσει την πείνα του αυτή;

Πλέον ονειρεύομαι να γίνω
Ο νοηματοδότης που χορταίνει τα πεινασμένα πνεύματα
Γι’αυτό και δεν κάνω άλλο, από το να χτίζω τη δύναμή μου

Απάντηση