Ωραίο να κάνεις διάλειμμα από Ντοστογιέφσκι με λίγο Λιαντίνη.
Μιας και σοβαρεύομαι σιγά σιγά σε όλα τα επίπεδα, πήρα την απόφαση να διαβάσω φέτος και τη Γκέμμα. Αλήθεια, γιατί την απέφευγα κι αυτή τόσο καιρό; Όπως ακριβώς έκανα με τον αληθινό Ντοστογιέφσκι των μεγάλων έργων, έτσι απέφευγα και τον αληθινό Λιαντίνη γνωρίζοντάς τον μόνο εν μέρει, κι ας διάβασα πέρσι το Homo Educandus.
Ένας αδερφικός μου φίλος μου’το χε πάρει δώρο. Έγραψε μέσα «Ευαγγέλιο». Άργησα να διαβάσω το «Ευαγγέλιο» του Λιαντίνη μα τα κατάφερα. Έδωσα στον εαυτό μου έτσι την ευκαιρία να τον γνωρίσω λίγο καλύτερα. Ως τότε είχα δει απλά όλα του τα βιντεάκια που’χα βρει στο YouTube. Τον είχα στο νου μου σαν τον φιλόσοφο του θανάτου, επειδή πήρε την απόφαση να αυτοκτονήσει. Αυτοθέλητα όπως είχε πει και ο ίδιος. Μα διαβάζοντας το Homo Educandus, κατάλαβα ότι ο Λιαντίνης μιλά για θάνατο γιατί ψάχνει τη ζωή. Άλλωστε, το ένα σημαίνει το άλλο. Τελικά, συνειδητοποίησα ότι ο Λιαντίνης ήταν ο ίδιος ένας εσθλός. Άνθρωπος που ζει στο είναι του, κι όχι στο γίγνεσθαι. Αυτό κι αν είναι δύσκολο!
Πώς να γίνει κανείς εσθλός;
Στο τέλος της μέρας, η εσθλότητα δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ιδεώδες. Το πιο υψηλό ίσως όπως το νόησε ο πατερούλης. Γιατί τι άλλο είναι για εμένα ο Λιαντίνης, αν όχι ένας πνευματικός πατέρας που με το ζόρι καταλαβαίνω.
Έχω διαβάσει ελάχιστα, κι έχω στοχαστεί άσκοπα, έχω καταλάβει λίγα, ενώ δεν κατανόησα σχεδόν τίποτα. Μα έχω στο νου μου κάποιες πνευματικές φιγούρες που μου μίλησαν και μου άνοιξαν, έστω κι ελάχιστα, τα μάτια. Για πνευματικό παππού έχω τον Καζαντζάκη και πνευματικό πατέρα τον Λιαντίνη. Πολύ θα’θελα να τους έχω καταλάβει περισσότερο, μα δυσκολεύομαι. Προσπαθώ ωστόσο. Και ξέρω πως ο πατέρας μου θα μου’λεγε μην ακούς τον παππού σου, είναι χαζοβιόλης. Μα και πάλι, καθώς διάβαζα το Homo Educandus, και τώρα τελευταία τη Γκέμμα, μαγευόμουν το ίδιο όπως κι όταν διάβαζα τον Ζορμπά, την Ασκητική κι άκουγα σε audiobook την Αναφορά στο Γκρέκο. Ωραία κληρονομιά όλα αυτά. Σε βοηθά να δεις ποιος και που είσαι.
Τι να πω για τη Γκέμμα όμως; Αλήθεια, δεν ξέρω. Ας πω μόνο ότι κατάλαβα πιο λίγα απ’όσο πιστεύω. Δεν είναι βιβλίο για ανάγνωση, είναι βιβλίο οδηγός, ένα πνευματικό έργο που χρήζει μελέτης. Να μιλήσω για το θεό που κρύβει μέσα του; Έναν θεό απρόσωπο χωρίς θρησκείες; Ας πω μόνο ότι ελπίζω να’χω εντός μου το θεό και τον κόσμο ζωντανόνεκρους σαν τη γάτα του Σρέντιγκερ. Να μιλήσω για την αταυτότητα του σύγχρονου έλληνα; Τη σχιζοφρένεια που’χουμε ως λαός; Ή μήπως για το αγαπημένο μου κεφάλαιο, την Κυκλώπεια; Ομίχλη οντολογική που μας ρίχνει σε λήθη ε; Σκοπός και στόχοι γίνονται το μαστίγιο της Μέριμνας. Για ποια ελευθερία να μιλήσει κανείς όταν ο άνθρωπος ζει μέσα σε κελιά που μοιάζουν με μπαμπούσκες;
Τελείωσα το βιβλίο κι ένιωσα διαφορετικός. Κοιμήθηκα και ξύπνησα ίδιος, απλά γιατί άρχισα να ξεχνώ όσα διάβασα. Μα η μαγεία τού λόγου τού Λιαντίνη νιώθω να με καλεί και πάλι. Σα σειρήνα η φωνή του, θέλω να πάω κοντά της και να βυθιστώ. Να χαθώ δίπλα της. Πώς είναι να’σαι ο μεγαλύτερος σύγχρονος έλληνας; Αυτός που είδε βαθύτερα από όλους τους άλλους το τι εστί πολιτισμός, τι ζωή, τι θάνατος;
Το πάντρεμα των θετικών επιστημών με τη φιλοσοφία ήταν κάτι που δεν ήξερα πως έχω τόσο ανάγκη επίσης. Η ερμηνεία όλων και το πλέξιμο των νοημάτων άνοιξαν νέες περιοχές στο νου μου. Ένιωσα εκρήξεις supernova να συμβαίνουν μέσα στο κεφάλι μου. Α, ναι! Έτσι είναι; Αυτό βγάζει νόημα! Κι αυτό! Κι αυτό!
Διάβαζα και σκεφτόμουν, είμαι κι εγώ άνθρωπος σαν αυτόν; Έχουμε κι οι δυο σώμα κι εγκέφαλο; Πώς μπορεί αυτός να’χει δει τόσο βαθιά, να’χει κατανοήσει, κι εγώ να’μαι σαν ουρακοτάγκος που ξύνει τον πισινό του; Πω ρε πούστη μου είπα, μήπως να σταματήσω να γράφω; Να μη στερώ την προσοχή των άλλων από εκεί που πρέπει να πηγαίνει; Μετά σκέφτηκα ότι αν μπορέσω να βοηθήσω κάποιον, να τον πείσω ας πω καλύτερα, να διαβάσει τη Γκέμμα, τότε αξίζει που γράφω. Το ίδιο και για όλους τους άλλους. Τον Καζαντζάκη, τον Ντοστογιέφσκι, τον Καμύ.
Λοιπόν, πιστεύω ότι η Γκέμμα θα έπρεπε να μπει στα σχολεία. Στη δευτέρα Λυκείου, καλά είναι. Έχει ανάγκη ο σύγχρονος ελλαδίτης, ο άνθρωπος που κατοικεί σε αυτό που αποκαλούμε Ελλάδα, να διαβάσει το βιβλίο αυτό. Θα τον βοηθήσει πολύ. Θα του ανοίξει τα μάτια. Θα καταλάβει όλα τα στραβά που θα συναντήσει στη ζωή του κατοικώντας στη χώρα αυτή. Το σάπιο πολιτικό σύστημα, την εκκλησία των φαρισαίων, την έλλειψη φωτός που μαστίζει την κοινωνία.
Η Γκέμμα είναι το πνευματικό φάρμακο που δεν ξέρουμε ότι έχουμε ανάγκη. Όχι αγαπητοί. Η δάφνη δεν κατεμαράνθη. Αρκεί να τη φροντίσουμε και πάλι. Φυτό είναι άλλωστε κι έχει ζωή μέσα του. Όπως άνθρωποι είμαστε κι εμείς με ζωή μέσα μας. Δε χρειάζεται να γίνουμε πνευματικά πανύψηλοι σαν τους αρχαίους ημών προγόνους. Είμαστε τα μπάσταρδά τους άλλωστε. Αλλά μπορούμε να αρχίσουμε να ποτίζουμε τη δάφνη, το πνεύμα μας και πάλι, με όλα όσα έχει ανάγκη, με τα σωστά πλέον ευαγγέλια.
Ο παππούς μου αρρώστησε από το μπόλιασμα που του’γινε με τον χριστιανισμό. Μα ο πατέρας μου τον ξεπέρασε γιατί τον απέφυγε. Κατάφερε να μπολιάσει το είναι του με το ελληνικό πνεύμα, όπως αυτό μας έρχεται μέσα από τους αιώνες. Οι αδαείς θα πούνε ότι και που το πέτυχε, τι έκανε στο τέλος, αυτοκτόνησε. Εγώ πιστεύω ότι οι πλέον δυνατοί πνευματικά μπορούν να επιλέξουν να συναντήσουν το θάνατο τη στιγμή που το θέλουν. Κι ας είμαι εν τέλει πιο αδαής από τους αδαείς.
Δεν ξέρω αν όλα όσα διάβασα στέκουν, αδυνατώ να το καταλάβω. Αλλά μπορώ να πω ότι ένιωσα πως αυτό το πνεύμα, αυτή η φωνή, μιλά κατευθείαν στην καρδιά του νου μου. Ήρθε και με πότισε τη στιγμή που το’χα ανάγκη. Γιατί είχα ανάγκη να πιστέψω περισσότερο σε όλα όσα θέλω να κάνω. Διαβάζοντας τη Γκέμμα, είδα ότι έχω κάνει πολλά βήματα προς την κοσμοθεωρία που εσωκλείει το βιβλίο ήδη από μόνος μου. Συνειδητά ή όχι, αξιοποιώντας διάφορα ερεθίσματα κι ακούσματα, έφτασα στον προθάλαμό της. Κοίτα να δεις που τη Γκέμμα έπρεπε να την έχω διαβάσει εδώ και πολλά χρόνια τώρα. Πάλι την πάτησα. Πάλι σπατάλησα τόσο χρόνο καταναλώνοντας ένα σωρό πνευματικά σκατά, αντί να πάω στο νέκταρ και το μεδούλι. Ίσως με αυτό το κείμενο να παρακινήσω κάποιον ή κάποια να διαβάσουν το έργο αυτό, και να μη σπαταλήσουν άλλο χρόνο όπως έκανα κι εγώ. Ειδικά αν μου μοιάζουν.
Η Γκέμμα είναι η ελληνική εκδοχή της φιλοσοφίας της ύπαρξης. Πήρε το φιλοσοφικό ρεύμα του 20ου αιώνα, το βούτηξε στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, και το άπλωσε να στεγνώσει ψηλά ψηλά, από βουνοκορφή σε βουνοκορφή. Με έκανε να δω τον Οδυσσέα με άλλα μάτια και να τον αγαπήσω εκ νέου, μέσα από το φιλοσοφικό και ψυχολογικό του ταξίδι. Ο μεγαλύτερος έλληνας που κατάφερε από κανένας, από το τίποτα, να γίνει κάτι, να γίνει ο Οδυσσέας. Διαβάζοντας το συγκεκριμένο απόσπασμα κατάλαβα ότι ο μεγαλύτερός μου εφιάλτης είναι αυτός, να πεθάνω ως κανένας. Είναι ματαιοδοξία άραγε; Είναι κακό να θέλεις να γίνεις κάτι; Μετά σκέφτηκα αν ο Καζαντζάκης έπραξε σωστά με το να πειράξει τον Οδυσσέα με τη συνέχειά του. Μα τι σημασία έχει εν τέλει, εφόσον όλα χρειάζονται κι όλα μπορούν να μας βάλουν σε σκέψη. Και ο Οδυσσέας του Ομήρου πραγματώνει το μέγιστο, και ο Οδυσσέας του Καζαντζάκη πάει κατά πόδι, έχοντας χωνέψει όλη τη φιλοσοφία του κόσμου ως τις μέρες του.
Ο Λιαντίνης με έκανε επίσης να κατανοήσω περισσότερο τη σημασία της ποίησης του Καβάφη, αλλά και της ποίησης γενικότερα. Είναι άλλο να διαβάζεις ποίηση μόνος και να μην καταλαβαίνεις Χριστό, κι άλλο να τη διαβάζεις με κάποιον που να μπορεί να την αποκωδικοποιήσει. Τελικά, αυτό που κατάλαβα ακόμη περισσότερο, είναι το πόσο απαίδευτος και λίγος είμαι. Να’ναι καλά το ελληνικό σχολείο που το μόνο που κάνει είναι να κοιμίζει το πνεύμα μας. Α, μας ετοιμάζει και για τη σκλαβιά εργασίας, παραλίγο να το ξεχάσω.
Πριν τη Γκέμμα διάβασα το Έγκλημα και Τιμωρία και μπόρεσα να πω τι ωραία που’ναι η ρωσική ψυχή. Τώρα που διάβασα τη Γκέμμα όμως, μπορώ να πω τι ωραία που’ναι και η ελληνική ψυχή, δίχως να φοβάμαι μην ακουστώ εθνικοπατριώτης. Γιατί, για μια ακόμη φορά, μπόρεσα να δω καθαρότερα ότι η ελληνική σκέψη ξεπερνά αυτές τις μικρότητες, τα έθνη και τις πατρίδες, τις ράτσες και τα αίματα. Είναι τρόπος σκέψης που οδηγεί σε μια ζωή πιο μεστή, μια ζωή που αγκαλιάζει την κωμικοτραγικότητά μας. Τι πιο ωραίο, αλήθεια, από να αποδέχεσαι τη μοίρα του θανάτου, με χαμόγελο κι ένα δάκρυ; Μυξοκλάμματα, κολάσεις και παραδείσοι, ζωές μετά θάνατον και κουραφέξαλα.
Ρε, εδώ είναι η ζωή, εδώ και τώρα. Σε λίγο θα πεθάνεις, άντε ζήσε να χαρείς. Να τη η σφαλιάρα που’χα ανάγκη, να με ξυπνήσει από το λήθαργο της Μέριμνας και του εκκρεμούς ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Μια σφαλιάρα με δύναμη που μου’δωσε ο Λιαντίνης. Ευχαριστώ πατέρα. Θα σε τιμήσω.
Για αρχή, θα σε διαβάζω κάθε χρόνο.

Χαίρομαι όταν χαίρεσαι, και πονάω όταν πονάς.🙌
Μου αρέσει!Αρέσει σε 1 άτομο
Να’σαι καλά Πεφτάστερε! Το εκτιμώ!
Μου αρέσει!Μου αρέσει!