Και να που γίνομαι κι εγώ 33. Δυο μέρες έμειναν μόνο. Ήρθε ο καιρός που θα πιάσω τα χρόνια του Ιησού και του Αλέξανδρου. Ήρθε ο καιρός μου, μα εγώ ούτε επαναστάτης του πνεύματος έγινα τελικά, ούτε κατέκτησα τον κόσμο. Το μόνο που κατάφερα; Ίσως το να καταλάβω πως με διακατέχει μια ρομαντική μεγαλομανία.
Από παιδί ονειρευόμουν ότι θα γίνω κάτι. Κάτι σημαντικό, αν μη τι άλλο. Για έναν παράξενο λόγο, είχα την αίσθηση πως αυτό θα συνέβαινε στα τώρα πάνω κάτω. Μα κι όμως, με βλέπω στον καθρέφτη του χρόνου, του χώρου, του κόσμου, ίδιο κι απαράλλαχτο, όσο κι αν διαφέρω φαινομενικά. Να’ναι άραγε που η ματιά μου φτάνει στον πυρήνα του είναι μου; Δεν το γνωρίζω. Δε μπορώ να το πω με βεβαιότητα. Το μόνο που ξέρω: κλείνω τα 33 κι ακόμη νιώθω σκουπίδι.
Δεν είναι που ακόμη δεν έχω γίνει ανεξάρτητος κι αυτόνομος όσο θα το ήθελα. Που παρασιτώ στον κόσμο. Είναι που δεν έχω ωριμάσει τόσο. Πόσο; Όσο πίστευα μικρότερος, τότε που φανταζόμουν το πώς θα είμαι στην ηλικία που ξεκλειδώνω τώρα. Ενώ ο χρόνος κυλά δίχως επιστροφή κι έλεος, εγώ νιώθω λες και είμαι καρφωμένος στο παρελθόν. Ένα παρελθόν θολό, δίχως ημερομηνία, που σαν θηλιά είναι τυλιγμένο γύρω απ’τον λαιμό μου, κι όσο τα χρόνια περνούν, αυτή σφίγγει και σφίγγει. Πνίγομαι, νιώθω να πνίγομαι. Κάθε μέρα, κάθε λίγο και λιγάκι, η θηλιά σφίγγει, το πνίξιμο γίνεται πιο έντονο. Μα έτσι απειροελάχιστα που ο πόνος μεγαλώνει, στο τέλος το αίμα θα καταφέρνει να περνά σταγόνα τη σταγόνα φτάνοντας στο κεφάλι μου, να δεις που δε θα πεθάνω πριν το σκοινί μου κόψει το κεφάλι, πριν το κάνει να μαραθεί. Μέσα σε όλη αυτή την αίσθηση, εγώ νιώθω φυλακισμένος, κατάδικος θανατοποινίτης, στα κελιά των παιδικών κι εφηβικών, πλέον και νεανικών αναμνήσεων.
Παράξενο μου φαίνεται ωστόσο, πως όχι μόνο η μελαγχολία τόσα χρόνια δε με παίρνει από κάτω, δε με ρίχνει στην κατάθλιψη, μα εγώ συνεχίζω παρόλ’αυτά να ελπίζω. Πώς είναι δυνατόν να ελπίζεις όταν νιώθεις πως πνίγεσαι;
Ελπίζω γιατί ξέρω ότι έχω τη δύναμη να σπάσω τη θηλιά, να βγω από τις φυλακές του νου, και να ανασάνω ξανά ελεύθερος τον καθαρό αέρα της φύσης. Το ξέρω γιατί γνωρίζω πολύ καλά ότι τα κλειδιά του πόνου και της χαράς τα κρατώ εγώ ο ίδιος. Κι αν η ζωή με είχε φέρει στη θέση του θύματος ως τώρα, κι αν μου έφταιγαν οι άλλοι, είναι καιρός πια που το δάχτυλο το γύρισα προς τα εμένα. Το γύρισα για να με κατηγορήσω, κι έγινα θύμα του κόσμου μα και του εαυτού μου. Έγινα θύτης με θύμα εμένα. Όχι μόνο πονούσα που με πονούσε ο κόσμος, αλλά πονούσα που με πονούσα κι εγώ ο ίδιος. Τώρα όμως, κουράστηκα πια. Φτάνει. Δε θέλω ούτε ένας σύγχρονος Ιησούς να είμαι, θυσιάζοντας τον εαυτό μου για να σώσω ποιον και τι στην τελική. Δε θέλω ούτε ένας σύγχρονος Αλέξανδρος να γίνω, να κατακτήσω τον κόσμο και να σπείρω τον πολιτισμό. Απατηλά όνειρα πονεμένου παιδιού αυτά. Όνειρα που έγιναν φυλακές. Φυλακές που μου στέρησαν την αίσθηση της ζωής.
Ήθελα να πάρω μια απόφαση επ’ευκαιρίας της συμπλήρωσης των τριαντα-τριών. Δεν ήξερα ποια θα ήταν αυτή. Ήξερα μόνο πως θέλω να σταματήσω να είμαι αυτός που ήμουν ως τώρα. Ή τουλάχιστον, να ξεφύγω από τον τρόπο σκέψης που καθόρισε τις αντιδράσεις, τα μοτίβα, τις συμπεριφορές σε όσα μου έτυχαν εδώ και μια ζωή. Δε θέλω άλλο να νιώθω θυμωμένος έφηβος ή αφελής νέος. Αποβλέπω στην ωριμότητα πλέον. Στην ανάληψη ευθυνών. Στο να παραδεχτώ αυτά που έπρεπε ως τώρα στον εαυτό μου. Στο να αναγνωρίσω στα αλήθεια ποιες είναι οι αδυναμίες μου, ποια τα προτερήματα, ποια τα σφάλματα του παρελθόντος, ποια τα μαθήματα που μπορώ να πάρω, τι αξίζει να παλεύεις για αυτό στη ζωή και τι όχι και τόσο.
Αποφασίζω λοιπόν εδώ, την ώρα τούτη που γράφω, ότι δε θα επιτρέψω άλλο στον κόσμο και στον εαυτό μου να με πονάνε άσκοπα. Ο πόνος είναι ένα εργαλείο που αξίζει να το δουλεύουμε, μόνο εφόσον αποσκοπεί σε κάτι με νόημα, σε κάτι ανώτερο, σε κάτι ουσιώδες. Αξίζει να πονέσεις για να συντηρήσεις τη ζωή, να τη βοηθήσεις να αναπτυχθεί. Δεν αξίζει να πονέσεις για οτιδήποτε άλλο δεν ευνοεί τους πρωταρχικούς και θεμελιώδεις στόχους της. Δεν μπορείς να βοηθήσεις τον κόσμο αν δε βοηθήσεις τον εαυτό σου πρώτα. Μα κι αφού το κάνεις, οφείλεις να βοηθήσεις τους κοντινούς σου ανθρώπους. Μόνο έπειτα, εφόσον είσαι αρκετά δυνατός και υγιής, μπορείς να σκεφτείς να βοηθήσεις περισσότερους. Αυτό δεν είναι εγωισμός με την αρνητική έννοια, αλλά ο υγιής εγωισμός που αξίζει όλοι μας να επιδιώκουμε.
Πάλευα με τους δαίμονες μέσα μου μια ζωή γιατί, έχοντας πονέσει ο ίδιος, μεγαλώνοντας μόνος και παραμελημένος, θέλησα να σώσω τον κόσμο. Ποιος, εγώ;! Όχι, ο κόσμος πρώτα απ’όλα, δε θέλει να σωθεί. Κι έπειτα, τον εαυτό μας οφείλουμε να σώσουμε μόνο. Αν κάνουμε αυτό, το πολύ βασικό πράγμα, τότε, αν μας ζητηθεί βοήθεια, αξίζει να τη δώσουμε. Πονούσα διπλά γιατί στόχευα σε κάτι μη ρεαλιστικό. Έλεγα ψέματα στον εαυτό μου μήπως και τα πιστέψω. Πως ό,τι κάνω το κάνω για τους άλλους. Όχι. Ό,τι έκανα μια ζωή, το έκανα για εμένα, πρώτα και κύρια. Το αν μπορούσα μέσα από αυτό να επηρεάσω θετικά τους άλλους, αυτό ήταν το κερασάκι στην τούρτα. Μα εμένα με ένοιαζε η τούρτα κι όχι το κερασάκι. Δεν είναι κακό να παραδέχεσαι την αλήθεια. Είναι κι αυτό σημάδι ωρίμανσης.
Τώρα πια, το ξέρω καλά πως, ο άνθρωπος οφείλει να προστατέψει τον εαυτό του. Να τον προστατέψει από τον κόσμο και τη ζωή, γιατί μέσα σε αυτά υπάρχουν δυνάμεις αντικρουόμενες που μπορούν να τον συνθλίψουν. Και όχι μόνο οφείλει να προστατευτεί από τον κόσμο και τη ζωή, μα θα πρέπει να προστατευθεί κι από τον ίδιο του τον εαυτό. Γιατί και μέσα μας υπάρχουν θετικές κι αρνητικές δυνάμεις, δυνάμεις δημιουργικές και δυνάμεις καταστροφικές. Φωνές που σου λένε, πάμε – μπορείς!, και φωνές που σου λένε, σταμάτα – δεν μπορείς! Το αν θα μπορέσεις ή όχι εν τέλει εξαρτάται από το ποιες φωνές θα επιλέξεις να ακούσεις. Στο τέλος της ημέρας, η επιτυχία δεν είναι να ανέβεις στο Έβερεστ, αλλά να νικήσεις τον κακό εαυτό σου, να αποσιωπήσεις τις φωνές που σε περιορίζουν και σε καταδικάζουν.
Γι’αυτό, λοιπόν, δε νιώθω επιτυχημένος, και δεν είμαι ως τώρα. Μα πλέον, βλέπω καθαρότερα το τι συντελείται μέσα μου, πέρα από τον κόσμο. Όσες βουτιές κι αν έκανα εντός μου, ποτέ δεν τόλμησα να δω σε όλες τις γωνιές, παρά μόνο ψαχούλευα να δω τι θα βρω. Τώρα όμως, που γίνομαι 33, είναι πρώτης τάξεως ευκαιρία να δω την αλήθεια στη ρίζα της και να ονομάσω κάθε τι με τη σωστή λέξη.
Η ζωή είναι αγώνας. Η ζωή είναι μυστήριο. Η ζωή είναι θαύμα. Η ζωή είναι πόνος. Μα η ζωή είναι και χαρά. Και τόσα ακόμη πράγματα είναι η ζωή, που δεν μπορούμε να το φανταστούμε. Αυτό που φοβόμουν πάντα, είναι να περάσω τα χρόνια μου εδώ απλά υπάρχοντας. Θέλω να ζήσω! Θέλω να ζήσω! Θέλω να ζήσω! Έγραψα κάποτε. Μα τι σκατά σημαίνει αυτό; Τι πρέπει να κάνω για να πω ότι ζω; Και ποιος είναι αυτός που φωνάζει πως θέλει να ζήσει μέσα μου; Είναι το παιδί; Είναι ο έφηβος; Είναι ο νέος; Είναι η ίδια η ζωή; Ο μικρός σπόρος του κόσμου ίσως; Δεν ξέρω. Μα τώρα που γίνομαι 33, είναι καλή ευκαιρία να το μάθω.
Τα χρόνια περνάνε κι εγώ δρασκελίζω ανόρεχτα, καμπουριασμένος κοιτώντας το τίποτα, με εικόνες, λέξεις και συναισθήματα να περνούν από την οθόνη του νου μου. Κάθε χρόνος που περνά, με φέρνει κοντύτερα στο θάνατο, το γλυκό τέλος της ύπαρξης. Μα ο άνθρωπος για να είναι άνθρωπος πρέπει να νιώθει πως ζει. Ο πλανήτης μας είναι γεμάτος από ανθρώπους σαν εμένα, ζωντανόνεκρους, σωστά ζόμπι, που απλά επιβιώνουν, απλά υπάρχουν. Ο τρόπος που διάγουμε το βίο μας, έχει πάρει λάθος στροφές εδώ και χρόνια. Οδεύουμε όλοι μαζί, από κοινού, προς την ανυπαρξία, σαν πρόβατα που μπαίνουν στο σφαγείο. Εγώ δε θέλω άλλο να’μαι ούτε πρόβατο, ούτε να οδεύω ανόρεχτα προς τον θάνατο. Ούτε ζωντανόνεκρος που απλά υπάρχει. Θέλω να γίνω άνθρωπος ξανά, που η ζωή αναβλύζει πλούσια μέσα του, κι εκβάλλει στον ωκεανό του κόσμου. Δεν με πειράζει που μεγαλώνω, που μια μέρα θα πεθάνω. Αυτό είναι και λυτρωτικό ταυτόχρονα. Με πειράζει να νιώθω ότι είμαι εδώ απλά σωματικά, μα όχι πνευματικά. Το σώμα μου να κινείται στο χώρο μα το πνεύμα μου να μετεωρίζεται στο παρελθόν και στο μέλλον σαν εκκρεμές. Πώς γίνεται κανείς παροντικός όμως; Πώς αρχίζει να ζει στο μέγιστο στο δικό του χρόνο;
Ψάχνω να βρω τη δύναμη μέσα μου για να κλείσω οριστικά τις πόρτες του παρελθόντος και του μέλλοντος. Γνωρίζω ότι την έχω. Το πολύ σε δυο μέρες θα τη βρω.
Όσα ήρθαν κι όσα θα’ρθουν, στο σουρωτήρι του χρόνου μπήκαν και θα μπουν. Θα ήθελα να γράψω κάτι λιγότερο μελαγχολικό, πιο ελπιδοφόρο. Κάτι με δύναμη και φλόγα. Κάτι που να δίνει έμπνευση σε μένα και στους άλλους. Μα δεν τα κατάφερα για ακόμη μια φορά. Ίσως όμως, η αναγνώριση της αλήθειας, η ανάληψη της ευθύνης, και μια απόφαση για αλλαγή, να επαρκούν για να ταΐσουν το είναι μας. Ίσως το μόνο που χρειαζόμαστε για να χορτάσουμε να’ναι λίγο ψωμί και τυρί, όχι ντε και καλά ολόκληρα γουρουνόπουλα.
Το μόνο που επιδιώκω πλέον, είναι μέσα από τη ζωή μου και όλα όσα μου τυχαίνουν, να ωριμάζω, να παίρνω τα μαθήματά μου, να γίνομαι σοφότερος. Ακόμη κι αν χρειαστεί να σπάσω αυγά, εφόσον έτσι φτιάχνονται οι ομελέτες.
Τι σημαίνει να μεγαλώνω; Θα πω μόνο πως:
Είμαι κι εγώ ένα θύμα που σιγά σιγά γίνεται θύτης.

Με στενοχωρεί, Θανάση αυτό που γράφεις! Είναι τραγικό λάθος να υποτιμάς τον εαυτό σου. Δεν καταλαβαίνω γιατί «σε θεωρείς σκουπίδι». Λαθεμένη και θα έλεγα νοσηρή αντίληψη. Η εικόνα, που έχω για σένα μέσα απ’ το γραπτό σου κάθε άλλο παρά αυτό μου λέει.
Σήκωσε μανίκια λοιπόν, μάθε να αγαπάς τον εαυτό σου, να τον προσεγγίσεις, να τον σεβαστείς και έχεις να δώσεις και να πάρεις πολλά.
Χρόνια πολλά με μια αγκαλιά ευχές.
Μου αρέσει!Μου αρέσει!
Για πολλούς, ακόμα και το «λίγο ψωμί και τυρί» είναι πολυτέλεια! Χρόνια καλά δημιουργικά. Αυτά που μας χαρακτηρίζουν να λεγόμαστε «Άνθρωποι» 🎁
Μου αρέσει!Μου αρέσει!