Ελλάδα

Ελλάδα λέγεται το μέρος
Που’χει τις μεγαλύτερες αντιθέσεις
Εκεί θα βρεις την ασχήμια
Δίπλα στην ομορφιά
Θα βρεις την κακία
Πλάι στο καλό
Κολυμπώντας στην τοξικότητα
Βρίσκεις και νήσους υγείας

Κάθε φορά που επισκέπτομαι την Ελλάδα, την επισκέπτομαι ως εξόριστος. Αυτοεξορίστηκα για να την παλέψω. Πάνε τρία χρόνια τώρα. Με αφορμή το μεταπτυχιακό, έφυγα από το μικρό και το μεγάλο σπίτι. Κάθε φορά που επιστρέφω, κάτι μέσα μου φουντώνει. Όντας Έλληνας εξωτερικού, έχω την ευκαιρία να βλέπω τη χώρα μου με άλλα μάτια. Μάτια λιγότερο μίζερα, μάτια πιο ελπιδοφόρα.

Η ζωή στην Ολλανδία είναι πιο εύκολη. Όλα είναι στρωμένα. Το μόνο που’χει να κάνει κανείς είναι να παραδοθεί στο σύστημα και να γίνει γρανάζι του. Όσο πιο γρήγορα, τόσο πιο καλά. Επιβίωση έξω από το σύστημα δεν υπάρχει. Παίρνοντάς το απόφαση, κανείς μπορεί να γίνει το καλύτερο γρανάζι, αν λαδώνει που και που τον εαυτό του με ταξίδια αναψυχής στις τριτοκοσμικές χώρες του κόσμου. Άλλωστε, υπάρχει μόνο ο πρώτος και ο τρίτος κόσμος, ο δεύτερος αγνοείται. Η Ελλάδα, όπως έχει διαμορφωθεί, είναι μια κατ’όνομα ευρωπαϊκή, τριτοκοσμική χώρα.

Με ένα σύστημα που ευνοεί τους λίγους, είναι παραδομένο το σώμα της στον καρκίνο. Η Ελλάδα δεν είναι χώρα των Ελλήνων, αλλά των ανθελλήνων, ανθρώπων που έχουν βάλει το ατομικό τους συμφέρον πάνω από το συλλογικό, το ιδιωτικό πάνω από το δημόσιο. Έλληνες και Ξέλληνες, ποιος, ποια και τι. Οι άνθρωποι που κατοικούν τη χώρα, δεν ήταν ποτέ πολίτες, παρά μονάχα ψώνιζαν, εργάζονταν και πουλούσαν, ως σωστοί καταναλωτές, εργαζόμενοι και πωλητές. Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στον πολίτη και στον πωλητή κι ας ακούγονται σχεδόν ίδιες οι λέξεις.

Στο τελευταίο μου ταξίδι στην Ελλάδα δεν έκανα τόσο τον τουρίστα. Ήρθα για να περάσω χρόνο με οικογένεια και φίλους. Τρεις φορές όλο κι όλο για φέτος πήγα στη θάλασσα. Περισσότερο χρόνο μου έφαγαν οι γιατροί. Ξέρεις, στην Ολλανδία το σύστημα υγείας δεν είναι και τόσο υποστηρικτικό, αν δεν πεθαίνεις δε σου δίνει σημασία, οπότε αν κάποιος θέλει να τσεκάρει κάτι, το κάνει ευκολότερα σε έναν ιδιωτικό γιατρό στην Ελλάδα. Καμιά υγεία χωρίς χρήματα. Κι ας λέμε στο τέλος, δεν πειράζει, φτάνει που είμαστε καλά.

Επισκέφθηκα με την κοπέλα μου και δυο φίλους τον ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο και ξαφνιάστηκα τόσο που έπρεπε να πληρώσουμε από 20 ευρώ το κεφάλι. Είκοσι ολόκληρα ευρώ για την επίσκεψη. Εντάξει, ωραίος ο ναός, εγώ και η κοπέλα μου τα δώσαμε, αλλά σε καμιά περίπτωση δε θα έπρεπε το αντίτιμο να’ναι τόσο. Μπήκαμε στο Λούβρο με 22. Κι αν και δεν είναι συγκρίσιμα αυτά τα δυο, τότε είναι συγκρίσιμοι οι μισθοί και τα κόστη που’χει η Ελλάδα και η Γαλλία. Μπορεί ένας νέος τώρα στη χώρα, να δώσει 20 ευρώ για να δει τρεις-τέσσερις φύλακες που πίνουν καφέ όλοι μαζί πλάι στον ναό και που έχουν το ύφος νταβατζή; Η κυρία στο γκισέ, που δεν την νίκησε η ευγένειά μου, πάλι με ύφος μου’πε πως το κράτος έχει μεριμνήσει ώστε όσοι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να επισκέπτονται τους αρχαιολογικούς χώρους, μπορούν να το κάνουν την πρώτη Κυριακή του κάθε μήνα δωρεάν, την περίοδο έξω από τη σεζόν, και τέσσερις-πέντε ακόμη μέρες το χρόνο. Στην Ελλάδα έχουμε γίνει πληβείοι όλοι και πολίτες είναι μόνο οι τουρίστες που μπορούν να τα σκάσουν. Είμαι τρελός που θεωρώ την κατάσταση αυτή παρανοϊκή; Στην Ολλανδία μπορείς να βγάλεις κάρτα για 450+ μουσεία με 80 ευρώ τον χρόνο και τα επισκέπτεσαι όποτε θέλεις αρκεί να έχεις κλείσει μηδενικό εισιτήριο από πριν. Στην Ελλάδα πρέπει να πληρώνεις τους νταβάδες που σου λένε ότι τα ποσά πάνε στη συντήρηση των χώρων. Ποια συντήρηση; Η μόνη συντήρηση που γίνεται είναι η συντήρηση των τσεπών όσων αισχροκερδούν εις βάρος της ευαισθητοποίησης σε σχέση με τον πολιτισμό του κόσμου.

Την ίδια μέρα πήγαμε και στη θάλασσα. Πληρώσαμε 20 ευρώ αέρα για μια ομπρέλα και δυο ξαπλώστρες. Να’ναι καλά η άγνοιά μου που πήγε κι έβαλε τον κώλο μου πάνω στην ξαπλώστρα. Πρώτη φορά πλήρωσα στη ζωή μου για αυτό. Μου φάνηκε σαν μεγάλη κοροϊδία. Το είδα όμως και σαν πείραμα. Δηλαδή, αν θέλω να πάω με την κοπέλα μου στη θάλασσα, πρέπει να δώσω ένα σκασμό χρήματα; Κι αν παραπονεθώ, θα μου πούνε πήγαινε πιο μέρα χωρίς ομπρέλα, βάλε τη δικιά σου και βγάλε το σκασμό. Ποιος στο διάολο μπορεί να δίνει στην Ελλάδα χρήματα για τα βασικά και να θεωρεί ότι όλο αυτό είναι φυσιολογικό; Το μόνο που με έκανε η φάση να νιώθω; Ότι παίζεται χοντρό παιχνίδι στις πλάτες του ανθρώπου που ζει στην Ελλάδα. Πλέον, όλα είναι προσανατολισμένα στους έχοντες. Κι έχοντες, είναι οι εξέχοντες τουρίστες, που έχοντας μπει στη διαδικασία να ξοδέψουν ήδη πολλά για να φτάσουν στη χώρα, δεν καίγονται και τόσο να πληρώσουν λίγα παραπάνω. Μπορεί όμως ένας άνθρωπος που ζει στην Ελλάδα να τους ανταγωνιστεί σε τιμές όταν θελήσει να πάει στο μπιτσόμπαρο, στην ταβέρνα, στο μουσείο;

Κι εδώ είναι το ερώτημα, πώς επιβιώνει κανείς στην Ελλάδα σήμερα;

Οι εργαζόμενοι που ελέγχονται όλες τους οι κινήσεις είναι η κατώτερη κοινωνική τάξη. Είναι αυτοί που στις πλάτες τους σηκώνουν όλα τα βάρη της ελληνικής οικονομίας. Άνθρωποι που τους εκμεταλλεύονται όλοι, κράτος, εργοδότες κι άλλα κοινωνικά παράσιτα. Είναι αυτοί που παράγουν περισσότερο και βλέπουν τους μισθούς τους χρόνο το χρόνο σε πραγματικούς όρους να μειώνονται λόγω πληθωρισμού. Επιβιώνουν μάλλον κατά τύχη, πετσοκόβοντας τις ζωές τους, με αυτοπεριορισμό στις επιθυμίες που φτάνει ως τις ανάγκες τους. Μένουν στη χώρα μάλλον γιατί δεν πιστεύουν τόσο στον εαυτό τους και τις δυνατότητές τους. Ή γιατί αγαπούν κάποιον ή κάτι που δεν μπορούν να πάρουν μαζί τους και να πάνε αλλού. Είναι άνθρωποι που ξέρουν στο πετσί τους τι πάει να πει πόνος και τους πετυχαίνεις παντού με ένα βλέμμα μιζέριας. Μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, με σωρευμένη κούραση, που περιμένει το λεωφορείο στη στάση για να πάει και να δουλέψει σε ένα σούπερ μάρκετ, αυτή είναι η Ελλάδα μου, αυτή μου δίνει έμπνευση και κίνητρο για δημιουργία.

Άλλη κάστα είναι αυτή των ελεύθερων επαγγελματιών. Άνθρωποι που είχαν την πονηριά να ξεφύγουν από τις συμπληγάδες της συμβατικής εργατιάς, γίνονται οι εργαζόμενοι στον εργοδότη εαυτό τους. Βρίσκουν τρόπους συνεχώς να παίρνουν δουλειές, δίνοντας τις τιμές που αυτοί ξέρουν ότι μπορούν να θέσουν, και τις κερδίζουν λόγω διαπραγματευτικών χαρτιών, μοιάζουν λίγο σαν τον πολυμήχανο Οδυσσέα, και πάντα μα πάντα είναι στην τσίτα, μη τυχόν και τους ξεφύγει κάποια πληροφορία που μπορεί να τους καταστρέψει ή να τους μεγαλώσει κι άλλο. Φτιάχνουν ένα υποστηρικτικό περιβάλλον για αυτούς και τις οικογένειές τους, και φαίνεται να’ναι από τους πιο επιτυχημένους της κοινωνίας, περνώντας κάτω από τα ραντάρ του κράτους. Από γιατρούς και δικηγόρους, έως υδραυλικούς και ηλεκτρολόγους.

Η ανώτερη τάξη είναι αυτοί των εχόντων. Έχοντες δικαιωμάτων. Δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Άλλος έχει μια επιχείρηση, συνήθως καφέ, για να στάζει τα γκαρσόνια του και να παίζει τα λεφτά τους στα φρουτάκια. Πιστώνεται για επιχειρηματίας, ενώ είναι απλά μαλάκας. Άλλος δηλώνει πως έχει πρόβατα, κι ας μην τα’χει, φτάνει να ξέρει τα σωστά άτομα στις σωστές θέσεις. Αυτός, είναι ακόμη πιο μαλάκας. Άλλος έχει όντως πρόβατα, τα πρόβατα που πάνε στις εκκλησίες. Αυτός είναι αρχιμαλάκας που ταΐζει σανό τις πεινασμένες ψυχές των ανθρώπων, συνήθως τους πληβείους, και τους κρατά με τα ψέματά του σε μια νοοτροπία σκλάβου. Ακόμη πιο μαλάκες, φοράνε όλη μέρα ένα κοστούμι και προσποιούνται τους σοβαρούς, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να λένε ψέματα επί ψεμάτων, προσπαθούν να πιστέψουν και οι ίδιοι αυτά που λένε, μη τυχόν και δεν τους καταλάβουν οι άλλοι, άσχετα αν όλοι γνωρίζουν τι κουμάσια είναι. Και οι μεγαλύτεροι μαλάκες από όλους, είναι αυτοί που φοβάμαι να πω ποιοι είναι, μη τυχόν και τσιμεντώσω στα χίλια μέτρα βάθος.

Αυτή είναι η ελληνική κοινωνία, και κάθε φορά που επιστρέφω, με κάνει όλο και περισσότερο να θέλω να ξεράσω.

Αλλά υπάρχουν και άνθρωποι που με κάνουν να ελπίζω. Άνθρωποι που ανήκουν σε όλες τις κατηγορίες, κι αποτελούν εξαίρεση, όχι γιατί δεν κλέβουν το κράτος, ή γιατί δεν είναι μικρολαμόγια και οι ίδιοι, αλλά γιατί το λένε καθαρά και το πιστεύω στα αλήθεια, αν τα πράγματα ήταν αλλιώς, εμείς θα συμμορφωνόμασταν. Η κατάσταση στην Ελλάδα είναι τέτοια που όλοι διάγουν μια ζωή παρασιτική, όλοι μοιράζονται μια νοοτροπία λαμογιάς, κι αν κάποιοι είναι και λίγο μαφιόζοι, το κάνουν επειδή οι συνθήκες είναι ζόρικες. Όχι επειδή το επιλέγουν, αλλά κυρίως επειδή αναγκάζονται.

Το καλό και το κακό άλλωστε συνυπάρχουν μέσα μας. Βάλε με στη ζούγκλα ή στον πόλεμο και θα δεις τι μπορώ να γίνω. Βάλε με στην ταβέρνα ή στο σχολείο και θα δεις ποιος είμαι.

Έτσι, λοιπόν, έχει η κατάσταση στην Ελλάδα. Θέλουμε δε θέλουμε, έτσι παίζεται το παιχνίδι. Προσπάθησα να φανταστώ τον εαυτό μου αλλιώς. Προσπάθησα να ξεφύγω από όλα αυτά. Έφυγα, σπούδασα, δούλεψα και συνεχίζω. Ονειρεύομαι και δημιουργώ. Καλλιεργώ τον εαυτό μου. Αλλά ξέρω πως ζω απλά τη δική μου Οδύσσεια. Μια μέρα θα καταφέρω κι εγώ να επιστρέψω στην Ιθάκη μου. Βέλη μόνο ακονίζω, και το μεγαλύτερο είναι το μυαλό μου.

Η γιαγιά μου σε λίγο κλείνει τα 89. Με μεγάλωσε αυτή, την μεγάλωσα κι εγώ. Με ρωτάει συνέχεια πότε θα γυρίσω. Συνέχεια της λέω πως δεν ξέρω. Κι ενώ θα ήθελα πολύ να γυρίσω, προετοιμάζομαι και προετοιμάζομαι, για μια μέρα που μπορεί να μην έρθει και ποτέ. Με ρώτησε αν θα τη βρω πάλι όταν ξαναπάω στο χωριό. Θα την βρω της είπα. Κι ας μην ξέρω. Ελπίζω να τη βρω. Θα σε βρω γιαγιά, μια μέρα θα σε δω.

Ορκίστηκα στον εαυτό μου ότι θα τα καταφέρω, όσο κι αν με πονά η Ελλάδα, η Πηνελόπη, η Ιθάκη κι οι μνηστήρες.

Όλοι όσοι παίζετε στα ζάρια τη ζωή την δική μου, μα και των δικών μου, των ανθρώπων που στα μάτια τους βλέπω τη μιζέρια, θα’ρθει μια μέρα που θα σας πάρουμε μαζί μας στο βούρκο. Ως τότε, φάτε, πιείτε και γλεντήστε. Η χώρα αυτή, ή θα γίνει σώμα υγιές, ή θα χαθεί σαν την Ατλαντίδα. Παρηγοριά, δεν υπάρχει ούτε και στην ξενιτιά. Παρηγοριά, είναι μόνο ο αγώνας.

Τον αγώνα τον είδα σε δυο συναυλίες. Στου ΡΦ και στου Μάλαμα. Εκεί υπάρχει φως. Φως που πυρώνει απ’τις ψυχές των παρευρισκομένων. Το μόνο που χρειάζεται είναι να βρούμε τον τρόπο για να φέρουμε όσους έχουν ψυχή, ζωντανή και με φλόγα, κοντά. Το μυαλό τους αλλάζει. Όλα τα άλλα θα γίνουν ιστορία.

Ελλάδα χώρα του φωτός
Χώρα του σκότους Ελλάδα
Πηνελόπη είσαι
Που περιμένει τον Οδυσσέα της
Από δέντρα φωτός που ριζώνουν στην κόλαση
Κάποιοι ακονίζουν τα βέλη
Ιθάκη πλημμυρισμένη από μνηστήρες
Τηλέμαχε, βάρα

4 σκέψεις σχετικά με το “Ελλάδα

  1. Σε παρακολουθώ στενά να ξέρεις. Αυτό το παιχνίδι του τουρισμού δεν ξέρω που θα βγάλει…. στενοχωρήθηκα για το Σούνιο…

    Τέλος πάντων, όχι ότι δεν υπάρχουν άπειρα τραγούδια που ταιριάζουν σε αυτή σου την τόσο ξεκάθαρη εγγραφή σου, αλλά όσο διάβαζα άρχισα να σκέφτομαι αυτό το τραγούδι και είπα να το φέρω εδώ. Παντελής Θαλασσινός – Σακαράκα | Pantelis Thalassinos – Sakaraka – Official Video Clip

    Σε παρακολουθώ με την καρδιά μου 🙂

    Αρέσει σε 1 άτομο

Αφήστε απάντηση στον/στην peftasteros Ακύρωση απάντησης