Κόμπος

Κόμπος είναι η ελληνική πραγματικότητα.
Κόμπος είναι η νοοτροπία που έχουμε εδώ και γενιές ολόκληρες.
Κόμπος είναι η σχέση μας με τους άλλους, μα και η σχέση με τον εαυτό μας.

Κόμπος είναι το παρελθόν.
Κόμπος το παρόν.
Κόμπος μοιάζει και το μέλλον.

Κόμπος εδώ, κόμπος εκεί, κόμπος παραπέρα.
Τόσοι κόμποι, δημιουργούν ένα βαρύ κομπολόι για να’χουμε να παίζουμε και να στοχαζόμαστε τους πόνους μας.

Θα πούμε άραγε ποτέ, φτάνει πια;
Θα πούμε ως εδώ και μη παρέκει;

Θα κοπανήσουμε το κομπολόι για να σπάσει;
Στο κεφάλι μας, στο δέντρο της ελιάς, στο βράχο που χτυπιέται απ’τα κύματα;

Αδύνατο να είσαι μέλος της ελληνικής κοινωνίας και να μην νιώθεις κάτι να σε πνίγει. Κάτι απροσδιόριστο, κάτι αόρατο στο μάτι, έρχεται σιγά σιγά καθώς μεγαλώνουμε, πλέκεται, σφίγγει, και κάπου το νιώθουμε, μια στο στήθος, μια στο λαιμό, μια στο νου μας. Μας πνίγει.

Αδύνατο να είσαι μέλος της ελληνικής κοινωνίας και να μην έχεις βρεθεί ποτέ μπροστά σε κάτι που μοιάζει με θέατρο παραλόγου. Κάτι που φαντάζει όχι απλά παράλογο, αλλά αδιανόητο, τέτοιο που το μυαλό δεν το χωρά. Σε σχολεία, σε δρόμους, σε νοσοκομεία, στις εκκλησίες, στα δημαρχεία, στην τηλεόραση, στις καφετέριες, στα γήπεδα, στα ίδια μας τα σπίτια. Πλέον και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κάτι βασιλεύει, κάτι που προμηνύει αδιέξοδα.

Αδύνατο, τέλος, να είσαι μέλος της ελληνικής κοινωνίας και να μη φοβάσαι, να μην απελπίζεσαι. Η αίσθηση ασφάλειας καταρρέει σταδιακά εδώ και χρόνια. Η σοβαρότητα όσο πάει κι εκλείπει. Ψάχνει κανείς για κάτι να πιαστεί, και πιάνοντάς το να βρει και πάλι την ελπίδα εντός του, μα αδυνατεί.

Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά;

Οι κόμποι είναι τα συμπτώματα. Τα αποτελέσματα μόνο στρεβλών καταστάσεων. Οι αιτίες, κρύβονται αλλού.

Η σαθρότητα του πολιτικού συστήματος. Οι ολιγοπωλιακές καταστάσεις στην οικονομία. Η διχόνοια στην κοινωνία.

Κόμποι.

Ένα εκπαιδευτικό σύστημα που μας διαμορφώνει, αντί να μας μορφώνει. Μέσα που μας τρομοκρατούν, αντί να μας ενημερώνουν. Παπάδες που αντί να μας μονοιάζουν με μηνύματα αγάπης, ρίχνουν κι άλλο λάδι στη φωτιά που μας καίει. Πολιτιστικοί χώροι που αντί να μας αφυπνίζουν, τείνουν να μας αποχαυνώνουν με τον δικό τους τρόπο. Συνηγορούν όλοι στο ελληνικό αντιθαύμα που συντελείται μπρος στα μάτια μας.

Κόμποι στο τετράγωνο.

Πώς προκύψαν όλα αυτά; Τι μας έκανε να φτάσουμε εδώ που φτάσαμε; Που να ρίξουμε τις ευθύνες;

Η Ελλάδα και ο ελληνισμός, αυτό το όμορφο λουλούδι του παγκόσμιου πολιτισμού, έχει αρχίσει εδώ και αιώνες, πριν καν γεννηθεί, να σαπίζει.

Θέλεις το πνευματικό βάρος απ’την κληρονομιά που’χει γίνει βραχνάς μας;

Θέλεις η αίσθηση μεγαλείου που μας διακατείχε δίχως να υφίσταται πραγματικός λόγος;

Θέλεις ο μεγαλοϊδεατισμός μας;

Γίναμε στην πορεία των χρόνων αιθεροβάμονες, μικροί πασάδες, βυζαντινοί αυλικοί, δήμιοι του δήμου.

Φτάσαμε και ξεπεράσαμε την ύβρη.

Κι αυτά που πληρώνουμε σήμερα, αυτοί οι κόμποι που σχηματίστηκαν μέσα μας και μας πνίγουν, είναι η συνέπεια της ύβρεως.

Ποιος να’ναι άραγε ο τρόπος να ξορκίσουμε το κακό απ’τον ατομικό και συλλογικό μας εαυτό;

Τι σπονδές απαιτούνται και προς ποιους;

Μακάρι να μπορούσαμε να πάμε στο μαντείο των Δελφών και να πάρουμε χρησμό. Μα σύγχρονα μαντεία δεν υπάρχουν.

Ίσως όμως, η λύση εναπόκειται στο να δούμε την πραγματικότητα καθαρότερα, στο να αναζητήσουμε την αλήθεια. Στο να πάψουμε να κοιτάμε τον εαυτούλη μας, στο να δούμε την μεγάλη εικόνα. Στο να αναγνωρίσουμε την ασημαντότητά μας, μα και την μοναδικότητα που μας διακατέχει.

Ίσως η λύση να είναι το κοίταγμα στον καθρέφτη και η κριτική του δικαστή μέσα μας. Ίσως ο μόνος τρόπος προς την έξοδο να’ναι η κάθαρση. Ίσως η μόνη λύτρωση να’ναι να παραδεχθούμε την αλήθεια και να δακρύσουμε. Να νιώσουμε μικροί και μεγάλοι εκ νέου, σε άλλη βάση.

Με αφορμή ακόμη ένα τραγικό συμβάν, αυτό του εγκλήματος στα Τέμπη, δεν πρέπει να απαιτήσουμε τη δικαίωση για τα θύματα μόνο. Είναι ευκαιρία να κάνουμε κάτι μεγαλύτερο και να βάλουμε το μαχαίρι μέσα μας βαθύτερα, να φτάσουμε στο κόκκαλο. Να ψάξουμε να βρούμε τον κόμπο, κι αν δεν μπορέσουμε να τον λύσουμε, να βρούμε τη δύναμη για να τον κόψουμε.

Οι συνάνθρωποί μας, που κάλλιστα θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς, όχι απλά πέθαναν, όχι απλά εξαϋλώθηκαν, μα θυσιάστηκαν σε έναν άγνωστο κι άτιτλο βωμό. Προς τι αυτή η θυσία;

Τι δημιούργησε όλες τις συνθήκες που απαιτούνταν για αυτή την πομπή;

Κάτι πάει πολύ στραβά, κι ο χρόνος φαίνεται να τελειώνει.

Λες να έρχεται άραγε και το πλήρωμά του;

Έχουμε ανάγκη από την αλλαγή. Από μια αλλαγή σε βάθος. Από μια άλλη στάση. Από μια επανάσταση.

Δε φτάνει όμως η αλλαγή στις εξουσίες. Δε θα φέρει τίποτα η αλλαγή που θα στηριχτεί στη βία.

Η επανάσταση οφείλει να είναι συνειδησιακή.

Οφείλουμε να δούμε τον εαυτό μας αλλιώς, τον κόσμο μας διαφορετικά. Οφείλουμε να καταλάβουμε ότι ως οντότητες ατομικές δεν πιάνουμε μία. Γιατί να ιδιωτεύουμε άλλωστε; Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ως κοινωνία παραπαίουμε. Οφείλουμε ωστόσο να παραδεχτούμε πως έχουμε και την δύναμη που απαιτείται για να τα αλλάξουμε όλα. Και πως, σε τελική ανάλυση, είναι στο χέρι μας. Γιατί είναι το χέρι μας που δημιούργησε τον κόμπο που μας πνίγει, και το ίδιο χέρι μπορεί τόσο να τον λύσει, όσο και να τον κόψει, όπως είχε κάνει ένα άλλο μεγάλο χέρι του ελληνισμού δυόμιση χιλιετίες πριν.

Μπρος στην καχυποψία, τη στενομυαλιά, τον ατομικισμό, τη σαπίλα και τους κόμπους όλους, να τολμήσουμε να θέσουμε την οικουμενικότητα, το ανοιχτό πνεύμα, το συλλογικό, το υγιές και τους ανθούς τους.

Χωρίς μέτρο πορευτήκαμε ως τώρα, ας ψάξουμε μέσα μας να το βρούμε πάλι.

Ο κόμπος αυτός μπορεί να λυθεί, κι αν δεν καταφέρουμε να τον λύσουμε, θα τον κόψουμε.

Σχολιάστε