Σκάβοντας Βαθύτερα

Είσ-πνοή, έκ-πνοή.
Είσ-πνοή, έκ-πνοή.
Πάρε μια βαθιά ανάσα και μέτρα μέχρι το δέκα.
Άφησε την ανάσα, και μαζί μ’αυτή, άφησε κι όλες τις ανόητες σκέψεις, τις πληροφορίες που λαμβάνει ο εγκέφαλός σου τούτη τη στιγμή μα δε σου χρειάζονται ουσιαστικά.
Τόλμα να ανοίξεις αυτή την τεράστια πύλη μπρος στην οποία στέκεσαι.

Είσ-πνοή, έκ-πνοή.
Είσ-πνοή, έκ-πνοή.
Την άνοιξες άραγε; Απ΄ότι φαίνεται μάλλον ναι. Ωραία, τώρα πιάσε το φτυάρι που στέκεται στη δεξιά μεριά σου και χωρίς να χάνεις χρόνο, ξεκίνα τη δουλειά.

Βρίσκεσαι ξανά μέσα στο βουνό της ύπαρξής σου, μέσα σ’αυτόν το χώρο που κρύβονται όλα όσα έχεις μέσα σου, και γι’άλλη μια φορά καλείς τον εαυτό σου να σκάψει βαθύτερα. Να ψάξει και να βρει πράγματα που δεν είχες εντοπίσει ως τώρα. Να δει ως άλλος παρατηρητής τι συμβαίνει στην ζωή σου και να αναλογιστεί τι πραγματικά μπορείς να αξιοποιήσεις μέσα απ’όλα αυτά, τι μπορεί να σε βοηθήσει να κάνεις ένα βήμα παραπάνω.

Οι δάδες που βρίσκονται στα τοιχώματα της ψυχής σου μοιάζει να καίνε αιώνια, κι ο χώρος απλώνεται μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι. Σκάλες, λακούβες και βουναλάκια χώματος παντού. Γίνεται δουλίτσα… μα όση δουλειά και να γίνει, ποτέ δε θα’ναι αρκετή. Πάντα θα’ναι θαμμένο κάτι μέσα μας που δεν έχουμε συλλάβει, κάτι που μας διαφεύγει ή κάτι που κρύβουμε όσο καλύτερα γίνεται απ’ολωνών τα μάτια και κυριότερα απ’τα δικά μας.

Οραματίζεσαι να χτίσεις έναν ναό μέσα στα έγκατα της γης, κι εκεί να έρθεις σε επαφή με τη φωτιά της ζωής που κρύβεται στα μάτια σου, να προσευχηθείς σ’αυτήν και να θυσιάσεις τον χτισμένο σου εαυτό, αυτή την εικόνα με τα χίλια μισο-προσωπεία, τα χίλια αγκυλωμένα χέρια και τις χίλιες ψεύτικες ψυχές. 

Φαντάζεσαι πως θα πετύχεις κάτι μ’όλες αυτές τις άσκοπες προσπάθειες. Φαντάζεσαι πως κάτι υπάρχει που δεν έχεις τη δυνατότητα να δεις ακόμα. Μέσα σου πιστεύεις κι αυτή σου η πίστη σε ωθεί στο ψάξιμο. Το αν θα βγει κάτι, δεν το γνωρίζουμε, μα ας πάμε πάλι να σε δούμε επί το έργον.

Βλέπεις δεξιά κι αριστερά, ψάχνεις για το κατάλληλο σημείο. Παντού ξηρό μέρος, κακό για σκάψιμο. Τριγυρίζεις λίγο και στο βάθος, πίσω από δυο-τρεις κοτρόνες, μυρίζεις κάτι σα μούχλα. Πας και βλέπεις το έδαφος. Ναι, σωστά το σκέφτηκες, είναι βρεγμένο, κάτι το έκανε να βραχεί. Τι να’ναι αυτό; Δεν έχει σημασία…

Ξέρεις πως το φτυάρι δεν είναι το καλύτερο εργαλείο, μα μόνο αυτό έχεις στα χέρια σου κι έτσι αρχίζεις το σκάψιμο. Πρώτη, δεύτερη, τρίτη χεριά. Λάσπη, λάσπη, λάσπη. Τέταρτη, πέμπτη, χάνεις το μέτρημα. Βγάζεις μόνο λάσπη μέχρι που μετά από καμιά εικοσαριά χεριές συναντάς μια πέτρα. Νευριάζεις μα θυμάσαι κατευθείαν πως το να νευριάζεις δε σε βοηθάει πραγματικά κι έτσι ηρεμείς σχεδόν ακαριαία. Έχεις αρχίσει να ελέγχεις τα συναισθήματά σου πολύ άμεσα. Περιεργάζεσαι την πέτρα και τι να δεις; Τελικά, δεν πρόκειται για πέτρα μα για ένα μπαούλο. Τι να’ναι αυτό πάλι; Κι άλλο μπαούλο. 

Έχεις ανοίξει μερικά ως τώρα μέσα σ’αυτό το χάος που κρύβει το βουνό σου. Σπας με ευκολία την κλειδαριά και το ξεκλείδωσες. Βρίσκεις μονάχα ένα βιβλίο. Το παίρνεις στα χέρια σου, πας κοντά στη δάδα, το ξεσκονίζεις, το ξεφυλλίζεις. Και βρίσκεσαι, ως διά μαγείας, αντιμέτωπος με το ιερό βιβλίο της ζωής σου, αυτό που είναι γραμμένο από εσένα για εσένα. Το βιβλίο που γράφει τις προσωπικές σου αλήθειες, αυτές που σε βοηθούν τόσο καιρό να βρεις τη δύναμη για να σηκωθείς γι’ακόμη μια φορά απ’το κρεβάτι. 

Διαβάζεις τα λόγια του εαυτού σου, του βαθύτερου κι όχι του επιφανειακού και ψεύτικου, για τη ζωή, το νόημα και το σκοπό της, για το σύμπαν που κάποιοι ονόμασαν Θεό, για τη δύναμη της ενότητας που παντρεύει τα πάντα μεταξύ τους, δηλαδή για την αγάπη, για το άτομό σου, για κάθε αδερφή κι αδερφό σου, για την οικογένεια που λίγοι αντιλαμβάνονται, για τη χαρά και τη γαλήνη.

Αναρωτιέσαι πως προέκυψαν όλα αυτά. Είσαι εσύ; Είναι ο εαυτός σου; Ποιος τα συνέλαβε όλα αυτά; Ποιος τα αντιλήφθηκε; Είναι το πνεύμα της ζωής που εκφράζεται μέσω της ανθρώπινης μορφής; Ή μήπως είναι καμουφλάζ; Μήπως είσαι μεγάλος, ο πιο τρανός εγωιστής; Μήπως εθελοτυφλείς; Μήπως τρελάθηκες; Τα συναισθήματά σου δηλώνουν άλλα… Εκεί όπου η λογική φτάνει στα όριά της, τη σκυτάλη παίρνει το συναίσθημα.

Κι απορείς, είναι το συναίσθημα ο δούλος της λογικής ή μήπως το αντίθετο; Το συναίσθημά σου σού λέει πως η λογική είναι ο δούλος των παθών σου. Άρα, είσαι ένα ζώο με ανεπτυγμένη λογική που δημιουργεί κόσμους μες στον νου του; Δεν είσαι το θεϊκό στοιχείο σε πρώιμο, ζωικό σχεδόν επίπεδο; Τι είσαι χιμπατζή μου που πατάς τα κουμπάκια τόσο επίμονα κι επίπονα; Και γιατί φοράς αυτό το στέμμα;

Πολύ όμορφα αυτά που διαβάζεις στο ιερό σου βιβλίο. Είναι το στήριγμά σου, το θεμέλιο πάνω στο οποίο όχι μόνο μπορείς να χτίσεις τα πάντα αλλά και για το οποίο αξίζει να χτίσεις τα πάντα. Είναι όμως το ιερό σου βιβλίο, το ίδιο ιερό και για τους άλλους; Θα τους έκανε καλό άραγε να μοιραστείς τη γνώση και το φως σου; Είναι το αληθινό, το πραγματικό, το μοναδικό κριτήριο αυτό; Κι αν δεν είναι αυτό, τότε ποιο είναι; 

Για εσένα, η ζωή δεν είναι παρά μια γιορτή. Μια γιορτή στην οποία όσοι μπόρεσαν και φωτίστηκαν, έρχονται κι αγκαλιάζουν τον κόσμο, τον πιάνουν απ’το χέρι και τον σέρνουν στο χορό της. Κι αυτός είναι ο σκοπός της, να χαρεί με την ύπαρξή της, να αυτοπραγματωθεί μέσα απ’τον καθένα, αρκεί αυτός κι αυτή να φωτιστούν αρκετά ώστε να δουν την αλήθεια της, την αλήθεια τους. Αυτοί κι αυτή δεν αποτελούν απλά μέρος του σύμπαντος, του κόσμου, του Θεού αλλά είναι το σύμπαν, ο κόσμος, ο Θεός στην ολότητά τους. Η ενότητά τους επιτυγχάνεται μέσω της αγάπης, γιατί η αγάπη είναι το ισχυρότερο όπλο κι εκφράζεται μέσα από το συναίσθημα. Η λογική υπό αυτή την έννοια δεν είναι παρά οι σφαίρες αυτού του όπλου μέσω του οποίου ενώνονται όλα. Κι η λογική ταυτίζεται με την αγάπη μα η αγάπη είναι πέρα από τη λογική. Η αγάπη μάς ανοίγει το δρόμο ώστε να δούμε ότι όλοι, όχι απλά είμαστε οικογένεια, μα σε βαθύτερη ανάλυση είμαστε ένα, είμαστε το Όλον. Και μόνο μέσα από το δρόμο της μπορούμε να νιώσουμε πραγματική χαρά, τη Θεία Χάρη, αλησμόνητη γαλήνη. Γιατί ακόμη κι αν δεν το γνωρίζουμε, αν δεν μπορούμε να το δούμε, το νιώθουμε ότι η ζωή αυτό είναι: ένα όμορφο ταξίδι πίσω στον συμπαντικό μας εαυτό. Γιατί δεν υπάρχει ο ατομικός εαυτός, μα κάτι πολύ μεγαλύτερο, κάτι που μπορεί να δει κανείς μόνο σκοτώνοντας την εικόνα του ψεύτικου εαυτού. Όχι απλά ως ανθρωπότητα, ούτε καν η συνείδησή της, μα η συνείδηση που εμπερίεχει τα πάντα, κι εμπεριέχεται στα πάντα. Η συνείδηση της ζωής. Η ίδια η ζωή. Αυτή που σου λέει πως το κακό κι η βλακεία ταυτίζονται και πως τα αδέρφια σου, τα κύτταρά της που αυταπατώνται χρειάζονται τη βοήθεια απ’τα υγιή κύτταρα, απ’τους περισσότερο φωτισμένους, μέσω της αγάπης.

Ο εαυτός σου πέθανε νωρίς μα φοβάσαι να πεις αυτό που νιώθεις βαθιά. Το βλέπεις ξεκάθαρα μα δεν το παραδέχεσαι γιατί η ευθύνη που σου αναλογεί σε βαραίνει κι εσύ αισθάνεσαι παιδί, και είσαι παιδί. Μα είσαι κι ο ήρωας του παιχνιδιού μέχρι να κλείσεις τα μάτια και να πάρει τη σκυτάλη ένα άλλο κύτταρο. Αυτό που σε τρελαίνει είναι το γεγονός πως νιώθεις ότι δεν μπορείς να βοηθήσεις τον κόσμο μα αυτό δεν ισχύει. Κι αυτή η διαπίστωση δεν είναι παρά μια παρακίνηση για δράση. Ό,τι έχεις, είσαι εσύ κι αυτό για λίγο, μα αξίζει τον κόπο και τον πόνο να θυσιάσεις όσα οι άλλοι ονειρεύονται και να πραγματώσεις τον μεγάλο εαυτό γι’αυτό που πραγματικά είναι, γιατί ο πόνος δεν υφίσταται, είναι μια ψευδαίσθηση του νου που η λογική μπορεί να διαλύσει.

Φοβάσαι ακόμη; Δε θα έπρεπε, η δύναμη που κρύβει ο άνθρωπος μέσα του είναι αστείρευτη.

Ντρέπεσαι; Δεν υπάρχει κανένας λόγος, είσαι όσο πιο κοντά μπορείς στην αλήθεια και κανείς δεν πρέπει να ντρέπεται γι’αυτή γιατί είναι μοναδική.

Νιώθεις μόνος; Δεν είσαι, δεν είσαι σε καμιά περίπτωση τόσο μικρός και λίγος, είσαι το παν, κύτταρο όλης της φύσης. 
Ο εαυτός σου έχει την τύχη να χαρεί το δώρο της ζωής μέχρι να χρειαστεί να πεθάνει ολοκληρωτικά, μα η ενέργεια και το πνεύμα που εκφράζεται μέσω αυτού μπορούν να ζήσουν αιώνια, κι αυτό γιατί ήδη το κάνουν.

Το αιώνιο παρόν είναι πάνω από το παρελθόν και το μέλλον. Ο χρόνος δεν είναι παρά ένα μέσο για εμάς ώστε να μπορέσουμε να ακούσουμε το τραγούδι της ζωής και να χορέψουμε. Η διάστασή του μας ορίζει μα μόνο σε αυτό το επίπεδο.

Εαυτέ μου, μην ξεγελιέσαι. Βγες στην παιδική χαρά της ζωής και παίξε. Έμπα στο χορό και χόρεψε. Τραγούδα κι εσύ το τραγούδι της, το τραγούδι μας.

Διπολική διαταραχή ή σοφία της στιγμής;

Αναθεματισμένο μπαούλο…
Διαλογισμός – έλαβε τέλος.

* Γραμμένο τον Αύγουστο του 2019.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s