
Κεφάλαιο Ένατο
«Για σαράντα μέρες η ψυχή μου γύριζε γύρω γύρω από τον τάφο / ησυχία δεν μπορούσε να βρει / κάτι είχε μείνει πίσω / κάτι ήταν ακόμη ζωντανό / η γαλήνη κράτησε για λίγο / έβγαλα τα χέρια μου από το χώμα / ξέθαψα το σώμα μου / σηκώθηκα από τον τάφο / άρχισα να περπατώ / τριγύριζα σα χαμένος / τα μάτια μου είναι τώρα θολά / δεν αναγνωρίζω τίποτα / όλα έχουν αλλάξει / αναρωτιέμαι αν πέρασαν σαράντα μέρες ή σαράντα αιώνες / εγώ δεν αισθάνομαι εγώ / περπατώ και πατώ κάτι / είναι λίγα άσπρα πούπουλα / προχωρώ και πάω όπου με πάνε τα πόδια μου / κάτι αναζητώ / κάτι / συνεχίζω και νιώθω να περνούν από πάνω μου τα χρόνια / ολόκληρες χιλιετίες / μετά φτάνω σε μια μικρή λίμνη / γύρω υπάρχει δάσος / στην απέναντι όχθη στέκεται μια καλύβα / μπαίνω στη λίμνη / κολυμπώ / σε λίγο φτάνω / βγαίνω απ’το νερό / έξω απ’την καλύβα υπάρχει ένα δέντρο / είναι νεκρό / δεν έχει φύλλα / έχει μονάχα τον σάπιο πελώριο σκελετό του / ύστερα βλέπω την καλύβα / δεν μου θυμίζει τίποτα / μπαίνω μέσα / ξαφνικά όλα έγιναν γνώριμα / καταλαβαίνω ότι βρίσκομαι στο παιδικό μου δωμάτιο / υπάρχουν δυο κρεβάτια / πάνω τους δυο άνθρωποι / κοιμούνται / τους πλησιάζω / ο ένας είναι παιδί / ο άλλος είναι ενήλικας / ακούω το παιδί να σιγοκλαίει κάτω από την κουβέρτα / δεν ξέρω γιατί / πιάνω ένα μαξιλάρι / πάω στον ενήλικα / κοιμάται σε εμβρυακή στάση / βάζω το μαξιλάρι στο κεφάλι του / ξυπνάει / αντιστέκεται / με χτυπά με τα χέρια του / πιέζω ακόμη πιο δυνατά το μαξιλάρι / λίγες στιγμές ακόμη / μετά σιωπή / τραβώ το μαξιλάρι / γυρίζω το σώμα του / φωνάζω / στο πρόσωπό του αντικρίζω τον εαυτό μου / πηδάω στο άλλο κρεβάτι / τραβώ την κουβέρτα / με κοιτάνε δυο μάτια κλαμένα / τα αναγνωρίζω / είναι το παιδί που υπήρξα / το παίρνω αγκαλιά / βγαίνω έξω / το αφήνω κάτω / βάζω φωτιά στην καλύβα / το παιδί δεν κλαίει πια / είναι ήρεμο / βγάζει φτερά / πετά / φεύγει μακριά / μετά ξυπνώ».
Πόσο πόνο μπορεί να αντέξει μια ψυχή; Πόσο; Κανείς δεν ξέρει. Και καλύτερα να μη μάθει. Ο Αθανάσης ετοιμαζόταν σιγά σιγά να πει το αντίο. Το μυαλό του τού έστελνε σημάδια μέσα από όνειρα. Τα έβλεπε, τα ζούσε, μα σαν ξυπνούσε τα ξεχνούσε μετά από λίγο. Του έμενε μονάχα μια αίσθηση γι’αυτό που είδε. Το εγώ πατάει κάπου. Πατάει κάπου και χορεύει. Μα ο άνθρωπος κι η ψυχή του δεν είναι μονάχα το εγώ. Είναι πολύ περισσότερα. Το εγώ είναι η κορυφή του παγόβουνου, αυτό που βλέπουμε πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Μα από κάτω κρύβεται η βάση. Στη βάση του υπάρχει ένα βαθύτερο εγώ, αυτό το βαθύτερο εγώ είναι το εμείς. Το εμείς είναι αυτό που υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους, εγγεγραμμένο στον κώδικά τους. Είναι αυτό που τους ενώνει με αόρατα δεσμά. Το εγώ χορεύει στο εμείς και δεν μπορεί να υπάρξει δίχως αυτό. Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο το εγώ του, είναι και το εμείς του. Μα το εγώ δεν πατά μόνο στο εμείς. Ακόμη βαθύτερα, σαν ρίζα όλων, υπάρχει κάτι άλλο. Αυτό το άλλο, είναι το βαθύτερο εμείς, και το βαθύτερο εμείς είναι το Εγώ, με έψιλον κεφαλαίο. Το Εγώ είναι αυτό που υπάρχει σε όλους τους έμβιους οργανισμούς, εγγεγραμμένο στις πρώτες γραμμές των κωδικών τους. Είναι αυτό που όχι απλά ενώνει, μα είναι τα ίδια τα αόρατα δεσμά. Το Εγώ είναι η ψυχή του Κόσμου. Το εμείς είναι το λουλούδι του. Και το μικρό εγώ απλά ο καρπός του. Ο Αθανάσης ήταν ένας καρπός ενός λουλουδιού στην ψυχή του Κόσμου, όπως είναι όλοι οι άνθρωποι που έζησαν, ζουν και θα ζήσουν. Μπορεί να ένιωθε τόσο ξεχωριστός, κι όντως ήταν, μα σε τελική ανάλυση δεν ήταν τόσο ξένος, τόσο μόνος, όσο πίστευε. Κανείς δεν είναι, γιατί μέσα του κατοικεί όλη η ανθρωπότητα, και θέλει δε θέλει, αποτελεί κομμάτι της. Η σκέψη του Αθανάση ήταν μια φωνή ξέχωρη, μα ήταν μια χροιά των πολλών φωνών της ανθρωπότητας. Κι ακόμη και η ανθρωπότητα, με τις τόσες της φωνές που υφαίνουν μια πολυφωνία, είναι μόνο μια φωνή του κόσμου ολάκερου. Ο άνθρωπος δεν είναι κάτι το απλό. Ο άνθρωπος δεν είναι ασήμαντος όσο νομίζει. Γιατί ο άνθρωπος είναι η πεμπτουσία της ύπαρξης του Κόσμου. Μπορεί να είναι αδύναμος, έρμαιο του κοσμικού αέρα. Μπορεί να μην καταφέρει να αναπτυχθεί άλλο κι απλά να πεθάνει ξαφνικά. Μα στο πρόσωπο του ανθρώπου, στο βλέμμα και στα μάτια του φωλιάζει ολόκληρος ο Κόσμος. Μέσα από τον άνθρωπο ο Κόσμος αποκτά μορφή, αποκτά συνείδηση, και βλέπει τον εαυτό του. Η απορία του ανθρώπου είναι η περιέργεια του Κόσμου να εξερευνήσει τον εαυτό του. Όσο μικρός κι αν είναι κανείς, πάντα είναι κομμάτι αυτού του άπειρου πράγματος που είναι ο Κόσμος. Το να γεννηθεί, να υπάρξει, να ζήσει, είναι ένα θαύμα από μόνο του. Κάποιοι το αποκαλούν όλο αυτό Θεό. Άλλοι το λένε Κόσμο. Υπάρχει όμως ο λόγος του, που μέσα από τη συνείδηση του ανθρώπου ξεδιπλώνεται, κι αυτό είναι που μετράει. Ο άνθρωπος δεν γεννιέται αμαρτωλός. Γίνεται όμως όταν δε ζει τη ζωή του ως όφειλε. Mα αυτή την οφειλή, την ορίζει μοναχός του. Δεν υπάρχει σωστό και λάθος, καλό και κακό. Υπάρχει μονάχα ο δρόμος της σοφίας, που όλοι τον αναζητούν. Κανείς δεν μπορεί να σώσει κανέναν, η λύτρωση έρχεται μόνο από μέσα, μέσα από την ψυχή του ανθρώπου, και κατευθύνεται στην ψυχή του Κόσμου. Κανείς δεν μπορεί να κρίνει, γιατί ο άνθρωπος είναι αυτός που κρίνει τον εαυτό του, ήδη από τη στιγμή της σκέψης και του αισθήματός του. Ο άνθρωπος ξέχασε πώς να ζει, και θα το θυμηθεί μονάχα όταν ξεχάσει και τον εαυτό του. Ο πολιτισμός του είναι το αναγκαίο κακό που τον κρατά στην ύπαρξη, μα τον περιορίζει τόσο που του στερεί τη ζωή. Κάποια μέρα όλα θα χαθούνε, θα είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ τίποτα, κανείς δε θα υπάρχει για να θυμάται, κι αν ο Αθανάσης έψαχνε για μια βεβαιότητα, αυτή θα ήταν. Το νόημα δεν κρύβεται σε πράγματα έξω από τον άνθρωπο, το νόημα είναι ριζωμένο βαθιά μέσα του, κι αν ψάχνει να το βρει, μόνο μέσα του, βαθιά, στα σκοτάδια της ψυχής του μπορεί να το βρει. Κι αν το βρει, τότε δεν μπορεί να το επικοινωνήσει, γιατί το νόημα δε χωρά σε λέξεις, οι έννοιες δεν του φτάνουν. Προσπαθώντας να το ορίσει κανείς, το χάνει στη στιγμή. Το νόημα συλλαμβάνεται και επικοινωνείται μέσω της διαίσθησης, είναι σαν απαλό άρωμα, κι όσοι το κατέχουν, ξεχωρίζουν ανάμεσα στους ανθρώπους, γιατί ζουν ως φωτεινά παραδείγματα.
Τι νόημα έχει το να δημιουργήσεις, να νικήσεις για λίγο τον θάνατο, όταν όλα θα καταλήξουν εκεί; Τι νόημα έχει να θυσιάζεις το παρόν, το μόνο που κατέχει ο άνθρωπος, για ένα αβέβαιο μέλλον; Τι νόημα έχει να αναμασά κανείς το παρελθόν, και κοιτώντας πίσω, να χάνει τη ζωή του; Μόνο για λίγο θα έπρεπε να κοιτά μπρος και πίσω, ίσα για να ξέρει πού βρίσκεται τώρα, και τι καλείται να κάνει. Η ευχαρίστηση και ο πόνος είναι μέσα, όπως είναι και η αγάπη με το μίσος, για κάτι άλλο, ανώτερο από αυτά. Ποιο είναι αυτό; Ας απαντήσει ο καθένας μόνος του, γιατί μόνος του θα το βρει.
Οι μέρες περνούσαν. Ο Αθανάσης είχε κάνει τον αναστοχασμό για τη ζωή του. Ξανάδε τις αναμνήσεις του, για να καταλάβει τι τον είχε διαμορφώσει. Εξέτασε και τα όνειρά του, που του έδιναν κίνητρο ως τώρα. Μα τα κατέρριψε, αναγνωρίζοντας ότι αυτό που είχε ανάγκη, την αγάπη, δε θα έπρεπε, γιατί δεν μπορούσε, να την πάρει από εκεί όπου στόχευε. Η απάντηση ήταν αλλού. Μα ούτε και γι’αυτό πλέον ήταν σίγουρος. Ακόμη και η αγάπη, του έμοιαζε αδύνατη πλέον. Ακόμη κι αν είχε δεύτερη ευκαιρία στη ζωή, κι αν επιδίωκε να κάνει την οικογένεια που δεν είχε, πάλι θα πήγαινε κόντρα στις πιθανότητες. Κι αυτό δε θα το έκανε γιατί θα ήταν λάθος, αλλά γιατί η απάντηση που έψαχνε δεν κρυβόταν σε τίποτα έξω από αυτόν. Όχι, η αγάπη, δεν ήταν η λύση του μυστηρίου. Η λύση του μυστηρίου κρυβόταν στην κατανόηση της ίδιας της ζωής, και στην αποκωδικοποίησή της. Η αγάπη, είναι το μέσο για μια ζωή πληρότητας, μόνο όταν αυτή πατάει πάνω στην κατανόηση. Ζω, δε σημαίνει απλά αγαπώ, σημαίνει πρωτίστως κατανοώ. Αισθάνομαι και σκέφτομαι. Αισθάνομαι τη σκέψη μου. Ο Αθανάσης, πεθαίνοντας, μάθαινε πια τι πάει να πει ζωή. Κι αναρωτιόταν: άξιζε όλο αυτό; Έζησε τελικά; Κανείς δεν μπορεί να ξέρει παρά μονάχα αυτός. Όπως ισχύει και για όλους τους ανθρώπους. Ακόμη κι αν δεν το μάθουν ποτέ.
Τίτλος 9ου Κεφαλαίου
Σώσε το παιδί
