
Κεφάλαιο Όγδοο
«Αλήθεια δεν ξέρω / ποιο είναι το νόημα όλων / δεν ξέρω αλήθεια / ποιος είμαι εγώ / ούτε καν μπορώ να το φανταστώ / εδώ / μέσα στο κελί του μυαλού μου / στοχάζομαι με τις ώρες όσα μας καίνε όλους / μα πουθενά δεν μπορώ να καταλήξω / και πώς να το κάνω άλλωστε / μια βεβαιότητα θα ήθελα να’χω μόνο / να πατούσα εκεί πάνω και να πηδούσα ως τ’αστέρια / μα πού να τη βρω / μια ζωή την ψάχνω / δύσκολο να τη βρεις / να την ξεχωρίσεις / θα μπορούσε όντως η αγάπη να’ναι η βεβαιότητα αυτή / και πάλι δεν ξέρω / δεν είμαι σίγουρος για τίποτα / τι είναι στο κάτω κάτω η αγάπη / μια ζωή σπαταλούμε για να το μάθουμε / αναρωτιέμαι επίσης για την ψυχή του ανθρώπου / την ψυχή τη δική μου / τόσες δυνάμεις μέσα μου / κονταροχτυπιούνται μια ζωή / η μια με τραβάει από εδώ / η άλλη από εκεί / συναίσθημα και λογική παλεύουν δίχως τέλος / δίχως έλεος / τι είναι το συναίσθημα και τι η λογική / πάλι ιδέα δεν έχω / νιώθω τόσο χαζός / γαμώτο / που δεν έχω απάντηση σε τίποτα / τίποτα / πόσο μάλλον τα σημαντικότερα στη ζωή / τι είναι ο εαυτός μας / τι είναι η αγάπη / τι η φιλία / τι ο κόσμος / κι αν αξίζει η ζωή / η ατομική / η συλλογική / μοιάζει με μια πλάκα όλο αυτό / λες και μας την κάνει κάποιος / μα όχι / δεν πιστεύω σε κανέναν θεό έξω από εμένα / όλα μέσα μου συμβαίνουν / όλα / εγώ είμαι ο θεός κι ο διάβολος / το καλό και το κακό κατοικούν μέσα μου / και τα δυο / μαζί / και νιώθω απ’τη μια άσχημα / μα από την άλλη καλά / μέχρι τώρα ήθελα να είμαι καλός / κι ένιωθα τύψεις που’χα αρνητικά συναισθήματα / την οργή και το μίσος / τον κακό εγωισμό μέσα μου / μα κι αυτά συναισθήματα είναι / για κάποιο λόγο υπάρχουν / τι μήνυμα μου περνούν άραγε / μμμ / οργή / κάτι με ενοχλεί χρόνια / κάτι που νιώθω ότι ξεπερνά τις δυνάμεις μου να το αλλάξω / μίσος / μίσος γιατί / είναι το μίσος το αντίθετο της αγάπης / ίσως ναι / μα δεν ξέρω αν είναι και το χειρότερο / πιστεύω πως το χειρότερο είναι η αδιαφορία / κι από αυτή / άλλο τίποτα σε αυτόν τον κόσμο / οι πιο πολλοί / ούτε αγαπούν ούτε μισούν / οι περισσότεροι απλά αδιαφορούν / για τον εαυτό τους / τους ανθρώπους τους / τον κόσμο ολάκερο / κλεισμένοι σαν είναι μέσα στο κελί του νου τους / τι κι αν βλέπουν / τι κι αν κινούνται / περιφέρονται σα ζόμπι / δίχως αισθήματα που να τους συνδέουν με τον κόσμο / νοιάζονται μόνο για την πάρτη τους / πόσο με στενοχωρεί η ιδέα αυτή / μακάρι να την αποφύγω από εδώ και πέρα / ο κόσμος τους με έχει κουράσει / ήρθε η ώρα να κατέβω απ’τη ρόδα». Ο Αθανάσης συνέχιζε να σκέφτεται, να στοχάζεται πάνω στη ζωή. Έχοντας ξαναδεί τις αναμνήσεις του, κι έχοντας καταλάβει δυο πράγματα παραπάνω, ξανάβλεπε και την κατανόηση στην οποία είχε φτάσει σχετικά με το τι εστί ζωή. Μέχρι τώρα αναρωτιόταν αν άξιζε η δική του ζωή, πλέον εξέταζε κι αν άξιζε η ζωή στο σύνολό της.
«Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε / μόνοι ερχόμαστε και μόνοι φεύγουμε / αυτή την περίοδο που τη λέμε ζωή / τη μοιραζόμαστε με τους άλλους / αμέτρητα αόρατα σχοινιά μας δένουν τον ένα με τον άλλο / και διαμορφωνόμαστε στην πορεία / διαμορφωνόμαστε και διαμορφώνουμε / πόσα σχοινιά έχει ανάγκη η ψυχή του ανθρώπου / και πόσα αντέχει στο τέλος της μέρας / ένα σχοινί χοντρό μακρύ ο εαυτός και η σχέση μας μαζί του / μερικά ακόμη για την οικογένεια / χοντρά κι αυτά / ύστερα λίγα σχοινιά παραπάνω για τους φίλους / κάποτε έρχεται να προστεθεί το σχοινί του συντρόφου του ανθρώπου / γίνεται χοντρό κι αυτό / κάποτε ίσως έρχονται και τα σχοινιά απ’τα παιδιά του / μα πέρα από αυτά υπάρχουν κι άλλα / μικρότερα σχοινιά που μας δένουν / μας στερούν τη δύναμη / την ελευθερία / σχοινιά στον περίγυρο / σχοινιά στα μέσα / σχοινιά στην κοινότητα / σχοινιά στην εργασία / σχοινιά στον κόσμο / αν μέχρι ενός σημείου χρειάζονται κάποια σχοινιά / τότε τι συμβαίνει με όλα τα άλλα / τα υπόλοιπα που απλά μας πιέζουν προς κάτι / μου είναι τόσο δύσκολο να τα καταλάβω όλα / μα δεν είναι ο άνθρωπος καθορισμένος μόνο από τις σχέσεις του / ο άνθρωπος είναι ένα φυσικό μηχάνημα / είναι ένα φρούτο της φύσης / στο μυαλό του ξεπήδησε το πνεύμα / σαν άρχισε να κεντάει τη γλώσσα του / η συνείδησή του απέκτησε συνείδηση για τον εαυτό της / hardware και software έχει ο άνθρωπος / όλα προέκυψαν από τη φύση / λόγω ανωριμότητας ως τώρα / λόγω αδυναμίας να μεστώσει / ήθελε να έχει έναν πατέρα μεγαλύτερο από τον βιολογικό του / τέτοιον που να κουβαλά το άπειρο στις πλάτες του / και δημιούργησε τις θρησκείες για να παίρνει δύναμη από τα ψέματά του / τόσο πολύ έχει ανάγκη ο άνθρωπος από το νόημα / που το δημιουργεί εκεί όπου δεν υπάρχει / κι ίσως ναι / ίσως να μην υπάρχει νόημα κανένα / αλλά έχουμε τόσο πολύ ανάγκη να πατήσουμε κάπου / να καταλάβουμε τι συμβαίνει / πώς να κατηγορήσει κανείς τον άνθρωπο / πώς / φέρει τόσες δυνάμεις μέσα του / καμιά δεν είναι καλή ή κακή / το καλό και το κακό / η ηθική / έχει σα στόχο να τον τιθασεύσει / να τον χαλιναγωγήσει / από κάποια πιο πονηρά της μέλη / η ανθρωπότητα έτσι πορεύεται τόσα χρόνια / ποιες θρησκείες και ποιες φιλοσοφίες / όλα είναι ατόφια συμφέροντα / όλα χρησιμοποιούνται μόνο για να χρυσώσουν το χάπι που παίρνει ο άνθρωπος / οι αφελείς την πατούν / πιστεύουν στα ψέματα / τους χειραγωγούν οι αφέντες τους / ήθελα να’μαι καλός / ηθικός / ενάρετος / κι ένιωθα άσχημα για όλα τα αρνητικά συναισθήματα που’χα / όχι / δεν ήταν σωστά όλα αυτά / δε φταίω εγώ που κάποιος με πόνεσε / που μου κατέστρεψε τη ζωή / αλλά κι εγώ κάπου θα πρέπει να φταίω / ίσως σε αυτή την αλλαγή να κρύβεται η σημασία όλων / την οργή που’χω απέναντι στον πατέρα μου / έπρεπε να την κάνω κάτι καλύτερο από λέξεις και κείμενα / έπρεπε να πατήσω πάνω της / να πάρω κίνητρο / για κάτι άλλο / κάτι καλύτερο / κάτι ουσιαστικότερο / θύμα του κόσμου ως τώρα / έπεσα και θύμα του εαυτού μου / δεν είναι κακό να έχει κανείς οργή / πρέπει απλά να δει κατάματα γιατί νιώθει ό,τι νιώθει / τι του προκαλεί τα συναισθήματά του / τι αποφάσεις πρέπει να πάρει / τι αλλαγές χρειάζεται να κάνει για να βρεθεί σε καλύτερη κατάσταση / στο τέλος της μέρας / όλοι πολεμούμε μόνοι μας / δεν αξίζει να έχουμε παράπονο και γι’αυτό / κανείς δε θα σώσει το τομαράκι μας από τους πόνους αν δεν κουνήσουμε το δαχτυλάκι μας / κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί τίποτα / κι αυτή η διαπίστωση ενώ βαραίνει μέσα μας / μπορεί να γίνει λυτρωτική / θεραπευτική / ίσως η μόνη λύτρωση να κρύβεται εκεί / και η μόνη θεραπεία / όλα σχετίζονται με τον τρόπο σκέψης / τον τρόπο που ερμηνεύουμε τα πράγματα και τις καταστάσεις γύρω και μέσα μας / γιατί να μην τα’χω δει πιο νωρίς αυτά;». Όντως, γιατί; Κι αν τα έβλεπε ο Αθανάσης, τότε τι θα έκανε, τι θα άλλαζε; Τι θα έκανε, τι θα άλλαζε ο άνθρωπος που τα βλέπει πιο ξεκάθαρα όλα αυτά, που τα βλέπει και τα αποδέχεται παρόλη την πικρία τους.
«Όσο σημαντική κι αν είναι η αγάπη / δε φτάνει / χρειάζεται η ζωή και κάτι παραπάνω / χρειάζεται δύναμη / χρειάζεται σοφία / όχι εξυπνάδα απλά / περίπλοκα κι αμφίθυμα είναι όλα / αγαπάς και μισείς τον εαυτό σου / τον άνθρωπό σου / την οικογένειά σου / κι αυτό είναι όχι μόνο φυσιολογικό / μα και θεμιτό / το υγιές κρύβεται στο μέτρο / όχι στο άκρο / σκαμπανεβάσματα συναισθημάτων / καταστάσεων / έχει η ζωή / έτσι πρέπει να’ναι / μακάρι να το’χα δει νωρίτερα αυτό / όλοι έχουμε θετικά κι αρνητικά γνωρίσματα / κι αγαπώ σημαίνει αποδέχομαι / σημαίνει σέβομαι / όχι μόνο αυτό που μου αρέσει / μα κι αυτό που μου τη δίνει / άλλωστε / μάλλον μου τη δίνει για τους δικούς μου λόγους / τι μου φταίει ο άλλος / όχι / αγαπώ σημαίνει δίνω την προσοχή μου / μαθαίνω αυτό που αγαπώ / προσπαθώ να το καταλάβω / γιατί είναι όπως είναι / αν κάτι μου τη δίνει / κι αυτό θετικό είναι / αγαπώ σημαίνει αφήνω ελάχιστο χώρο και για το μίσος μέσα μου / άλλωστε το χειρότερο είναι η αδιαφορία / μα το μίσος δεν πρέπει να με κυριεύει / η αγάπη οφείλει να κρατά τα ηνία / το μίσος πρέπει να παίρνει ανάσες ίσα για να μην τρελαίνεται ο άνθρωπος / να μη θεωρεί τον εαυτό του κακό / να μην καταλήγει να’χει τύψεις / να μην νομίζει πως είναι αμαρτωλός / τι πιο φυσιολογικό απ’το να θέλω τον θάνατο του ανθρώπου που πόνεσε και πονά τους ανθρώπους μου / γιατί να νιώθω άσχημα για κάτι τέτοιο / όχι / δεν είμαι καλός / δεν είμαι ενάρετος / δεν είμαι ηθικός / είμαι άνθρωπος και στην ψυχή μου φωλιάζουν όλα τα συναισθήματα / όλα δικά μου είναι / όλα κάτι μου διδάσκουν για εμένα και τον κόσμο / γιατί να στερούμαι ζωής / σοφίας / επειδή οι άλλοι θέλουν απλά να με εξουσιάζουν / όχι / είμαι ελεύθερος να τα βιώσω όλα / το πώς θα τα ερμηνεύσω / το τι θα πράξω / είναι η δική μου ευθύνη / το ταξίδι της ζωής είναι ταξίδι προς την ωρίμανση / άλλος φεύγει άγουρο φρούτο / άλλος σαπίζει μεστός μεστός και τον τρώνε τα πουλάκια / αυτό είναι όλο». Ο ήρωάς μας έσκαβε όλο και βαθύτερα μέσα του για να φτάσει στο μεδούλι της ζωής. Ένας από τους τρόπους να το πετύχει κανείς. Προχωρούσε και προχωρούσε, με μόνο φως τη σκέψη του σα δάδα. Ένιωθε ότι καταλάβαινε περισσότερα, μα δεν ήξερε αν υπήρχε κανένα νόημα πλέον. Ίσως το μόνο που θα πετύχαινε, ήταν να καταπραΰνει τους πόνους που πλέον έτρωγαν την ψυχή του.
«Φεύγω άγουρος μα νιώθω μεστός / και το ίδιο μπορεί να συμβαίνει με όλη την ανθρωπότητα / πάνε χρόνια τώρα που τρέχει όλο και γρηγορότερα / τρέχει τρέχει πάνω στον τροχό σα χαμστεράκι / τρέχει εθισμένη κυνηγώντας τη ντοπαμίνη / νομίζει πως κάτι κάνει / αλλά δεν κάνει και πολλά / δημιουργεί σαν τρελή / σφαγιάζεται για να εξουσιάσει πότε η μια της φωνή / πότε η άλλη / προσπαθεί και προσπαθεί να καταλάβει περισσότερα / να βαθύνει την κατανόησή της για τη φύση του Παντός / μα την ίδια στιγμή χορεύει στα τυφλά ανάμεσα σε γκρεμούς και ρέματα / δεν μπορεί να δει τον εαυτό της κατάματα / γιατί έχει άπειρα μάτια / μα είναι όλα κύτταρα ενός μεγαλύτερου ματιού / που βλέπει μα δεν καταλαβαίνει τον εαυτό του / η ανθρωπότητα δεν έχει ακόμη ομογενοποιηθεί / ίσως ποτέ να μην το κάνει / χωρισμένη σε πόσα μέρη / που αλληλοσυγκρούονται / παλεύουν όλα για την εξουσία μιας στιγμής στον κοσμικό χρόνο / πόσο ανώριμη η ανθρωπότητα / που είναι τόσο αυτοκαταστροφική / μα από την άλλη / θα μπορούσαν να’ναι αλλιώς τα πράγματα / δεν ξέρω / όσο κι αν παράξει / κάποια μέλη της θα πεινάνε / όσο κι αν δυναμώσουν όλοι / πάντα θα χτυπιούνται μεταξύ τους / η ανθρωπότητα χρησιμοποιεί την επιστήμη / την τέχνη / τη φιλοσοφία / για να δυναμώσει / να εκφραστεί / να καταλάβει / μα στο τέλος της μέρας ακόμη κι αυτή η δύναμη / η έκφραση / η κατανόηση / στρέφεται εναντίον του ίδιου της του εαυτού / όσο αυτοκαταστροφικός υπήρξα εγώ / ο πατέρας μου / η οικογένειά μου / άλλο τόσο είναι και οι κοινωνίες μας / κι η ίδια η ανθρωπότητα / ίσως η ζωή στο σύνολό της / ο κόσμος στο Όλον του / να’ναι το ίδιο πράγμα / ίσως όλα αυτά να’ναι φυσικά / τι θα γίνει αν η ανθρωπότητα τα καταφέρει και δεν αφανιστεί από το δικό της χέρι ή το χέρι του χρόνου / τι θα συμβεί αν βρει κι άλλα είδη νοημοσύνης στο σύμπαν / ανεπτυγμένα τουλάχιστον όσο η δική της / θα απλώσει το χέρι με θάρρος για να γνωρίσει το ξένο μέχρι να το κάνει οικείο / ή θα πάει να το ελέγξει και να το εκμεταλλευτεί / όπως έχουν κάνει οι ισχυρότερες και πιο βάρβαρες εκφάνσεις του πολιτισμού της ως τώρα / ευτυχώς που δε θα’μαι εδώ για να μάθω τίποτα απ’όλα αυτά». Ο Αθανάσης έκανε πλέον σκέψεις μεγάλες, που σπάνια κάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι. Προσπαθούσε να δει το μέλλον, όχι τα επόμενα πέντε ή δέκα χρόνια, μα το μέλλον που κανένας δικός του δε θα έβλεπε.
«Είμαστε σε μια περίοδο / που η ανάπτυξή μας έφτασε στο σημείο να μας δώσει τη δύναμη να δούμε μέσα στον εγκέφαλό μας / τη δύναμη να τον χακάρουμε / τη δύναμη να τον χαλιναγωγήσουμε / αμέτρητοι άνθρωποι βρίσκονται τώρα στις διαδικτυακές φάρμες που έφτιαξαν λίγοι και δίνουν απλόχερα τα δεδομένα τους / το νέο χρυσό / με λίγη ντόπα της στιγμής / μένουν δέσμιοι στις πλατφόρμες δίνοντας την προσοχή τους κι άρα τη ζωή τους / όπως τότε που τάιζα εγώ τα μοσχάρια μας / για να παχύνουν μέχρι να τα σφάξουμε / τώρα μας ταΐζουν οι αλγόριθμοι ντοπαμίνη / για να παράγουμε δεδομένα που θα χρησιμοποιηθούν με τρόπους που δεν μπορούμε να φανταστούμε / μα κανείς δεν μπορεί να τα δει όλα καθαρά / και βήμα πίσω δεν υπάρχει πλέον / η ανθρωπότητα αποδομείται / και κάτι νέο θα αρχίσει να αναδύεται σιγά σιγά / πολύ θα’θελα να ζήσω για να δω αυτή την αλλαγή / αλλά το πλήρωμα του χρόνου για εμένα είναι πλέον κοντά / ας είναι / μου αρκεί που είδα και τόσα». Πολλές φορές ο Αθανάσης θέλησε να απενεργοποιήσει τους λογαριασμούς του στα κοινωνικά δίκτυα, μα ποτέ δε βρήκε τη δύναμη να το πράξει. Άλλωστε, ήξερε καλά ότι αν το έκανε θα έθετε εαυτόν στο περιθώριο, θα είχε την αίσθηση πως κάτι χάνει από τον κόσμο. Έχει ξεκινήσει η ανθρωπότητα τη διαδικασία ψηφιοποίησής της, κάνοντας τα μέλη της να περνούν όλο και περισσότερο χρόνο στην ψηφιακή διάσταση. Ακόμη ένας παράγοντας που τρελαίνει τους ανθρώπους, παράγοντας που δεν μπορεί να εκμηδενιστεί.
«Ανισότητα / φτώχεια / πόλεμοι / αποξένωση / αποδόμηση του ανθρώπου / το κύτταρο της ανθρωπότητας χτυπιέται στον πυρήνα του / τι θα συμβεί άραγε με την ίδια την ανθρωπότητα / κι όμως / κάπως θα επιβιώσει / απλά θα αλλάξει τρόπο ζωής και σκέψης / το παλιό θα μοιάζει υποανάπτυκτο στο καινούριο / το καινούριο θα’χει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του / ποιοι οι στόχοι / η επιβίωση / η αναπαραγωγή / η κυριαρχία / στόχοι ασυνείδητοι της ανθρωπότητας που βασίζονται στον ίδιο της τον κώδικα / ποιος ο σκοπός / το ξύπνημα του κόσμου / οι υπαρξιακές μας κραυγές δεν ακούγονται πουθενά / κι ίσως όλες μαζί να δημιουργούν ένα όμορφο τραγούδι που κανείς δεν μπορεί να ακούσει / και δε θα ακούσει / ο κόσμος βράζει κι αλλάζει η σύστασή μας / εξατμιζόμαστε κι από τον πραγματικό κόσμο εισερχόμαστε στον κόσμο της φαντασίας / τι θα συμβεί με τις τελευταίες γενιές που έμαθαν να ζουν αλλιώς / πρόλαβα το παιχνίδι στην αλάνα πριν μπω στον ψηφιακό κόσμο / τι κέρδισα / τι έχασα / με αυτή την αλλαγή / τόσο πολύ άγχος / πίεση / που αναμφίβολα γεννά κατάθλιψη / πότε ο άνθρωπος από άνθρωπος θα γίνει κάτι άλλο / βιώνει τον θάνατό του / είναι κάμπια που θα γίνει πεταλούδα / ή υπήρξε πεταλούδα κι απλά πεθαίνει για να φάνε το σώμα της σκουλήκια / να συνεχιστεί ο κύκλος της ζωής / τι σημασία έχουν όλα πια / εδώ που βρίσκομαι». Τέτοιες σκέψεις έκανε ο Αθανάσης, του φαίνονταν ανούσιες πλέον, και μόνο γέμιζε τις ώρες του σε αυτή την κατάσταση. Μα κάτι μέσα του δεν τον άφηνε να ηρεμήσει, παρόλο που’χε έρθει τόσο κοντά στο τέλος του.
«Κι όμως / δεν μπορώ να πάψω να ελπίζω / ενώ είμαι ζωντανόνεκρος όπως όλοι / οραματίζομαι έναν κόσμο καλύτερο / δεν μπορώ να το κρύψω / έναν κόσμο απενοχοποιημένο / έναν κόσμο πιο δυνατό / συνετό / σοφό / που ξέρει τι του συμβαίνει / και που αξιοποιεί καλύτερα τις δυνάμεις του / οραματίζομαι έναν κόσμο λιγότερο αυτοκαταστροφικό / που τρέφει τη ζωή του με νόημα και δε σπαταλά τον χρόνο του / οραματίζομαι έναν κόσμο όπου ο πόνος είναι λιγότερος και πιο ουσιώδης / έναν κόσμο όπου η χαρά δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέσο για την επίτευξη ενός άλλου / μεγαλύτερου σκοπού / οραματίζομαι μα οραματίζομαι μόνος / κι αυτό το όραμα θα το πάρω μαζί μου στον τάφο μου / θα γίνει η σφραγίδα του τέλους μου / μα αν μπορούσα να αφήσω πίσω μου μια αξία / μια ιδέα για να βοηθήσει τον κόσμο σε αυτή του την πορεία / αυτή θα’ταν η αξία που πηγάζει απ’το πνευματικό μου παιδί / τον Φιλόκοσμο / γιατί η λέξη αυτή / πέρα από όνομα ενός πιθανού εγχειρήματος / θα μπορούσε να εμφυσήσει στο νου των ανθρώπων κάτι που να ξεπερνά τα όρια της σκέψης τους / γιατί Φιλόκοσμος σημαίνει αγάπη για τον κόσμο / αγάπη / ενθουσιασμός / εξερεύνηση / σεβασμός / αποδοχή / του αγνώστου / του ξένου / μέσα μας / γύρω μας / ώστε να το καταλάβουμε κι αυτό / και να το κάνουμε κομμάτι δικό μας / κομμάτι του κόσμου / Φιλόκοσμος για τη συμπλήρωση του παζλ / ενός παζλ που δεν ξέρουμε ότι φτιάχνουμε / Φιλόκοσμος ως η αγάπη του κόσμου από τον ίδιο τον κόσμο / αγάπη που τα συμπεριλαμβάνει όλα / αγάπη που ανοίγει το μυαλό και την καρδιά / αγάπη που ξέρει τι πάει να πει άμετρος πόνος / ναι / αυτό θα άφηνα σαν κληρονομιά / μα θα χαθώ / και θα’ναι σα να μην υπήρξα / κι ο λόγος κι οι ιδέες μου θα πάνε στράφι / όπως πήγε στράφι και η σοφία τόσων ανθρώπων για τους οποίους δεν ακούσαμε ποτέ / η σοφία που χάθηκε με τις ανάσες των ψυχών τους που παραδίνονταν στον αέρα τη στιγμή του τέλους / αυτό ήταν όλο». Αυτό είναι όλο; Κανείς δεν ξέρει. Και σίγουρα δεν ήξερε ο Αθανάσης. Ένας νέος όπου ο πόνος τον καλλιέργησε. Ο πόνος που είναι η πόρτα που οδηγεί στην κατανόηση, για όσους θέλουν να την ανοίξουν. Ο Αθανάσης τόλμησε να την ανοίξει, μπήκε για λίγο μέσα, είδε πράγματα λουσμένα από ένα εκτυφλωτικό φως κι αν και φοβήθηκε, έφτασε να καταλάβει περισσότερα απ’ό,τι οι άνθρωποί του. Είδε κι είδε, μα δεν άντεξε το φως, κι άρχισε να καίγεται. Τσουρουφλιζόταν. Πόσο θα επιθυμούσε να μην έχει ανοίξει την πόρτα, να μην έχει πονέσει, να μην έψαχνε για νόημα, κι απλά να ζούσε στο παρόν του, με τα χόμπι και τις ασχολίες του, όπως οι γύρω του. Μα ήταν πλέον αργά.
Τίτλος 8ου Κεφαλαίου
Δεν αντέχω άλλο ψέμα
