Σκιά Έβδομη


Κεφάλαιο Έβδομο

Ο Αθανάσης είχε βαλθεί να ξεψαχνίζει τη ζωή του. Είχε φέρει στο νου του τις πιο σημαντικές αναμνήσεις, ή τουλάχιστον είχε προσπαθήσει να ξαναδεί αυτές που χαράχτηκαν βαθιά μέσα του και τον διαμόρφωσαν. Προσπαθούσε να καταλάβει ποιος ακριβώς είναι, τι τον έκανε να γίνει αυτός που έγινε. Αναλογιζόταν το παρελθόν για να καταλάβει το παρόν του. Σκεφτόταν και το μέλλον, όπως αυτό φανερωνόταν στη φαντασία του, βάσει των ονείρων που’χε συλλάβει ως τώρα. Κι αν και κατέρριψε τα όνειρα τα μεγάλα, τα όνειρα που φαντάστηκε ως σωστός ονειροπόλος, ένα του όνειρο δεν μπορούσε να το καταρρίψει, δεν μπορούσε να το απομυθοποιήσει. Ήταν σωστό ή λάθος; Δεν έχει και τόσο σημασία.

«Γαμημένα όνειρα / σε σηκώνουν απ’το κρεβάτι / σε τραβούν κατά πάνω τους / σου δίνουν κίνητρο να δημιουργήσεις / πυροδοτούν το νόημα το οποίο έχει ανάγκη ο άνθρωπος για να αντέξει τους πόνους της ύπαρξης / μας φυλακίζουν μέσα τους / τραβούν σα μαύρη τρύπα όλη την προσοχή μας / ξεχνάμε τόσα πολλά πράγματα / μας κάνουν να είμαστε με το ένα πόδι στο παρόν / με το άλλο στο μέλλον / πατούμε και στα δυο / κι όταν το ένα απομακρύνεται απ’το άλλο / όταν το όνειρο είναι πιο δύσκολο δηλαδή / τα πόδια μας ανοίγουν κι ανοίγουν / και τότε μια αγωνία μας πιάνει / πως δε θα αντέξουμε αυτό που έρχεται / βλέποντας τα πόδια να ανοίγουν / τρέμοντας / έτοιμα να κάνουν σπαγκάτο / νομίζουμε ότι θα σπάσουν / οι σύνδεσμοι / οι μύες μεταξύ τους / άσ’τα διάλα / άτιμα όνειρα / γιατί να μην είμαστε καλά στο παρόν μας / ικανοποιημένοι με τη ζωή μας / να μην έχουμε ανάγκη από όνειρα / να μη βουτάμε στην ονειροπόληση / κυνηγούμε τα όνειρα / βάζουμε στις πλάτες μας αυτό το άγχος / κι αντί να χαιρόμαστε με τη διαδικασία επίτευξής τους / στόχο το στόχο / εμείς βασανιζόμαστε / για να δούμε ότι στο τέλος / είτε τα πετύχουμε είτε όχι / αυτά δεν αξίζανε τόσο / ο πόνος όλος δεν άξιζε / όχι / όχι όχι / δε μου βγάζει νόημα πλέον / μα μόνο τώρα το καταλαβαίνω / μόνο τώρα που είμαι εδώ / και που μέσα στα σκοτάδια μου βλέπω όλο και καθαρότερα / ίσως το μόνο που αξίζει στη ζωή / το μόνο που έχει πραγματικά νόημα / είναι αυτό για το οποίο μας καλεί η φύση / επιβίωση / αναπαραγωγή / κυριαρχία / αυτό και τίποτα άλλο / ξεχνάμε τι ζητά ο κώδικας μέσα μας / δημιουργούμε όνειρα και βάζουμε βαρίδια στις πλάτες μας / κι αντί να δούμε αυτό που έχει ουσία / ίσως τη μόνη ουσία / εμείς το θυσιάζουμε για όνειρα απατηλά / γαμώτο / γιατί να πρέπει να πω / στερνή μου γνώση να σ’είχα πρώτα / γιατί / γαμώ τον μπελά μου / έζησα τόσα χρόνια κυνηγώντας χίμαιρες του νου μου / φαντάσματα που δεν υπάρχουν / Φιλόκοσμος / Λογοτεχνική Σχολή / λες κι αν τα έκανα τι / τι / όσο ωραία κι αν ακούγονται / όσο κι αν βγάζουν νόημα / εγώ το μόνο που ήθελα πάντα / μόνο τώρα το καταλαβαίνω / ήταν λίγη αγάπη / λίγη αγάπη / να λάβω / να δώσω / γαμώτο». Όντως, μόνο τώρα μετά απ’όλα αυτά που τράβηξε και στην κατάσταση που’ταν ο Αθανάσης κατάφερε να δει καλύτερα, καθαρότερα, τι είχε σημασία. Άνθρωπος που δεν πεινάει για αγάπη, δεν έχει ανάγκη από όνειρα. Ζει με αγάπη, ζει το όνειρό του. Ονειρεύεται ο άνθρωπος για να δει τον εαυτό του σε μια άλλη κατάσταση, μια ιδεατή κατάσταση, θέλει να κάνει κάτι, να βρεθεί κάπου, να τραβήξει το βλέμμα και την εύνοια των άλλων, θέλει να κάνει το καλό για να πει: εεε, δείτε τι έκανα, δείτε τι καλός που’μαι, δείτε με, αξίζω, αξίζω λίγη αγάπη. Έι, έι! Δείτε με, πόνεσα, μου λείπει η αγάπη, δημιούργησα, αξίζω, δώστε μου αγάπη. Μα δεν είναι έτσι. Πόσοι δεν καίγονται κυνηγώντας τα όνειρά τους; Βλέπουμε τις απειροελάχιστες επιτυχίες κάποιων, μαγευόμαστε, θέλουμε να ξεδιψάσουμε απ’το κρασί της επιτυχίας τους κι εμείς. Μα τι θυσιάζουμε και για ποιον λόγο; Ο Αθανάσης είχε αρχίσει να τα καταλαβαίνει αυτά, μα για αυτόν, ήταν πλέον αργά.

«Να γίνω μεγάλο μυαλό / μεγάλος άνθρωπος / ήθελα μια ζωή / λες κι αν γινόμουν τότε τι / γαμώτο / αν μου δινόταν μια ευκαιρία ακόμη / θα τα παρατούσα όλα αυτά / τα μεγάλα όνειρα / τη δημιουργία / τις ιδέες / θα κατέρριπτα τη μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου / θα σήκωνα την άγκυρα απ’το λιμάνι της φαντασίας και θα επέστρεφα στο λιμάνι της πραγματικότητας / επιβίωση / αναπαραγωγή / κυριαρχία / σε αυτά θα δινόμουν / τελικά / το μόνο που χρειαζόμουν μια ζωή / ήταν μια κοπέλα / μια κοπέλα να αγαπήσω / να με αγαπήσει / να αγαπηθούμε». Ο ήρωάς μας, από μικρό παιδί, μεγαλωμένος σ’αυτή την προβληματική του οικογένεια, φανταζόταν πώς θα ήταν αυτός ως πατέρας. Ένα παλιό του όνειρο, βαθιά χαραγμένο στη μνήμη του, ερχόταν πάλι στην επιφάνεια της συνείδησής του. Θυμόταν ξανά, σιγά σιγά, εκείνο που τον έκανε να δακρύζει τα βράδια ως παιδί.

«Γαμώτο / ήθελα τόσο πολύ / τόσο πολύ το ήθελα / να κάνω οικογένεια / να κάνω την οικογένεια που δεν είχα / ήθελα να γίνω πατέρας / να γίνω ο πατέρας που δεν είχα / ήθελα / μα τώρα / τώρα πια φαίνεται πως έχασα την ευκαιρία / την έχασα ενώ κυνηγούσα κάτι άλλο από αυτό που είχα πραγματικά ανάγκη / γαμώ τη βλακεία μου γαμώ / ήθελα να βρω έναν άνθρωπο και να του αφοσιωθώ / να γίνω ο άνθρωπός του / να γίνει ο άνθρωπός μου / μια κοπέλα με ένα γατίσιο βλέμμα φωτιά / που σαν πύρινη λαίλαπα θα μου έκαιγε όλο το είναι / μια ύπαρξη αιθέρια / που θα μπαινόβγαινε ελεύθερα στην ψυχή μου / ένα άστρο να με φωτίζει ήθελα / έναν κόσμο / έναν γαλαξία / που θα συγκρουόταν με τον δικό μου / θα χόρευε μαζί του / παράλληλα / περνώντας μια στο τόσο ο ένας μέσα από τον άλλο / και η συνάντηση αυτή θα μας έκανε από ξένους / οικείους / θα άλλαζε το είναι μας / αυτό ήθελα / ένα σώμα / να το βλέπω / να το αγγίζω / να το χαϊδεύω / να το φιλώ / να το γλύφω / να το σφίγγω / να μου δίνεται δίχως ενδοιασμούς / να’ναι ανοιχτό για εμένα όπως θα άφηνα και το δικό μου για τον άνθρωπο αυτόν / τον άνθρωπό μου / το κορίτσι μου / τη γατούλα μου / τη γυναίκα της ζωής μου / μια ψυχή θα ήθελα να έχω βρει / μια ψυχή που ξέρει τι πάει να πει πόνος / που ξέρει τι σημαίνει καίγομαι / που σαν κερί θα έτρεμε στο φύσημα του αέρα / μα που μαζί θα ενώναμε τα κεριά μας / θα δυναμώναμε τις φλόγες μας / τους εαυτούς μας / θα επιβιώναμε πιο εύκολα / θα αναπαραγόμασταν όταν θα’μασταν έτοιμοι / θα κυριαρχούσαμε στα χωράφια του νου μας / θα μοιραζόμασταν αυτό το ταξίδι και δώρο που είναι η ζωή μέχρι τέλους / τι πιο ωραίο / τι πιο ζωντανό / από το κορμί της αγαπημένης μου / που δεν το βρήκα / γιατί δεν έψαξα ποτέ μου στα σοβαρά / ξάπλωνα με κοπέλες δεξιά κι αριστερά / έκανα και σχέσεις μα δε δόθηκα / δεν αφέθηκα ποτέ μου / ο κόσμος μου να συγκρουστεί μαζί τους / γαμώτο / γιατί / γιατί να το μαθαίνω τώρα / αυτό που είναι το σημαντικότερο στη ζωή του ανθρώπου / να κοιμάμαι με την κοπέλα που αγαπώ / να κάνω έρωτα μαζί της / να την κάνω να σπαρταράει στα χέρια / στα χείλη / στα σκέλη μου / να την έχω βασίλισσα στον θρόνο της ζωής / να φτάνουμε στην κορύφωση μαζί / σωστοί συνοδοιπόροι / μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος / που λέγανε κι οι ρομαντικοί μας ποιητές». Πόσα χρόνια χρειάζεται ο άνθρωπος για να τα καταλάβει όλα αυτά, για να τα κατανοήσει; Του Αθανάση του πήρε 26 χρόνια. Μα δεν τα είδε στο φως της μέρας. Τα είδε στα σκοτάδια της σκέψης του, αφού αυτή τυφλώθηκε για πάντα κι ο κόσμος του ήταν έτοιμος να σιωπήσει.

«Η γυναίκα μου / που θα ήθελε να γίνει η μάνα των παιδιών μου / κι εγώ ο πατέρας των δικών της παιδιών / άνθρωπος για άνθρωπο / καταφύγιο και σπίτι / ανάσα μέσα στο χάος του κόσμου / το απλό μέσα στο περίπλοκο / πόσο θα ήθελα να ζήσω την πρώτη στιγμή μετά τη γέννα / να δω το θαύμα της ζωής να συμβαίνει μπρος μου / να τη δω να δίνει ζωή στην ύπαρξη που εμείς θα φέρναμε στον κόσμο / να κόψω τον ομφάλιο λώρο / να την αγκαλιάσω / κι αυτή και το παιδί μας / και να μην μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυα / βλέποντάς την ξεθεωμένη / αγκαλιά με ένα μικρό ροζ ανθρωπάκι / το δικό μας ανθρωπάκι / και μετά από δυο τρεις μέρες να πηγαίναμε σπίτι / για να συνειδητοποιήσουμε πως η ζωή μας άλλαξε μια για πάντα / πως πλέον γίναμε γονείς / μαμά / μπαμπάς / κι ότι από εδώ και πέρα τα βάσανά μας θα είχανε πραγματικό νόημα». Αυτή η ωμή μα όμορφη εικόνα θα φώλιαζε και θα βάραινε στον νου του ήρωά μας από εδώ και πέρα. Ο Αθανάσης πείναγε και δίψαγε τόσο πολύ για αγάπη, μα αντί να δει καθαρότερα από πού μπορεί να την πάρει και πού άξιζε να τη δώσει, είχε σπαταλήσει τόσο καιρό κάνοντας λάθος επιλογές, νομίζοντας πως κι από το δρόμο που ακολουθούσε μπορούσε να καταλήξει κάπου, κάπου που πίστευε ότι άξιζε να πάει.

«Αν ξυπνούσα / κι αν σηκωνόμουν και περπατούσα πάλι / θα έβρισκα τη δύναμη να κυνηγήσω αυτό το όνειρο / να βρω μια δουλειά που να μη με σκοτώνει / μα να μου δίνει τα μέσα / για να είμαι καλά / και να μπορέσω να κάνω τα βήματα που με καλεί η ίδια η ζωή να κάνω / θα το έκανα / κι αν το έκανα / θα άξιζε όντως / θα ήταν όπως το σκέφτομαι / θα μπορούσα να βρω μια κοπέλα που να σκέφτεται όπως εγώ / να βλέπει τα πράγματα όπως εγώ / μέσα στο χάος του κόσμου μας / πώς θα τα καταφέρναμε / έτσι όπως έχουμε διαμορφώσει τις κοινωνίες μας / κανιβαλιστικές στον υπέρτατο βαθμό / που κυνηγάμε πράγματα ανούσια / που δεν τα έχουμε ανάγκη όσο νομίζουμε / εθισμένοι στη ντοπαμίνη / άγουροι / κρατημένοι με σχοινιά στην παιδικότητα / σε έναν κόσμο που μας θέλει ανώριμους / που κερδίζει από τη χαζομάρα μας / με μόνες αξίες το κέρδος και την ψευτιά / αντί για τη συμπόνια και την αλήθεια / θα ήταν δυνατό άραγε / ή θα ξόδευα τη ζωή μου στο ψάξιμο / αλήθεια δεν ξέρω». Και πώς να ξέρει άλλωστε ο ήρωάς μας, μιας και οι ανθρώπινες σχέσεις είναι το δυσκολότερο πράγμα. Είναι πολύ πιο εύκολο ο άνθρωπος να παραιτηθεί από αξίες και ιδανικά, να γίνει ρηχός, να γίνει εγωιστής με την αρνητική την έννοια, να πατάει στις ψυχές των άλλων, και να μην τον νοιάζει αν τις πονά, για να κερδίζει αυτός, και να’χει την ψευδαίσθηση πως κάνει καλά, πως κάνει αυτό που πρέπει. Η ανθρωπότητα, ένας οργανισμός σε κρίση. Κύτταρα καρκινικά που επιτίθενται στα υγιή. Ο Αθανάσης πίστευε ότι ήταν υγιής, ένα υγιές κύτταρο που είχε αρρωστήσει, κι ότι το καλό και το κακό εκεί ξεχωρίζουν, έτσι κατονομάζονται. Είχε δίκιο άραγε; Το μόνο βέβαιο είναι ότι ακόμη κι αν ξυπνούσε, κι αν περπατούσε, κανείς δε θα του υποσχόταν ότι θα μπορούσε να ζήσει τη ζωή του όπως θα το ήθελε. Ο κόσμος έχει αρχίσει προ πολλού να κινείται πιο γρήγορα, με ιλιγγιώδη ταχύτητα, κι αυτό αγχώνει, τρελαίνει τους ανθρώπους. Σε λίγο θα παρακαλούν όλοι να κατέβουν απ’αυτήν τη ρόδα του λούνα παρκ που λέγεται Ζωή. Μπορεί η αγάπη να σώσει τον άνθρωπο; Μα τι είναι η αγάπη; Υπάρχει σοφία να τη διακρίνει;

Τίτλος 7ου Κεφαλαίου

Αγάπη, πού είσαι;