Σκιά Έκτη


Κεφάλαιο Έκτο

Ο Αθανάσης ξέχασε το όνειρο που είδε λίγες στιγμές αφότου ξύπνησε. Του’χε μείνει μοναχά μια παράξενη αίσθηση που δεν ήξερε από πού ερχόταν. Στην κατάσταση που ήταν, όλα άρχιζαν να μοιάζουν με όνειρο σιγά σιγά. Μη λαμβάνοντας εξωτερικά ερεθίσματα, το μυαλό του είχε αρχίσει να χάνεται όλο και πιο συχνά σε ατραπούς. Σκέψεις κι όνειρα έρχονταν κι έφευγαν με αστραπιαία ταχύτητα. Μα ό,τι κι αν συνέβαινε, ένα ήταν σίγουρο, όση οργή κι αν είχε ο Αθανάσης απέναντι στον πατέρα του, άλλο τόσο καλό ήθελε να κάνει στον κόσμο. Μισούσε τον πατέρα του γιατί του έβγαζε τον κακό του εαυτό, ενώ ο ίδιος έκανε ό,τι μπορούσε για να είναι καλός κι ενάρετος. Ήταν από αυτά τα παιδιά που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, ίσως γιατί δεν είχε τη δύναμη να αλλάξει τον εαυτό του, και να βρει έτσι το κουράγιο να αντιμετωπίσει τα δυσκολότερα προβλήματα που’χε μέσα στο σπίτι. Όταν ένα πρόβλημα φοβάσαι να το αντιμετωπίσεις, τότε βάζεις ένα άλλο, φαινομενικά μεγαλύτερο να πάρει τη θέση του στις προτεραιότητές σου. Ίσα για να κοιμάσαι πιο ήσυχα τα βράδια, κι έτσι να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου.

Την περίοδο που ήταν στον στρατό, αυτό το ατυχές πέρασμά του από ένα σάπιο σύστημα που το δεσπόζει το παράλογο, είχε σπάσει εύκολα. Τόσα χρόνια είχε ως στόχο να τελειώσει με τις σπουδές του, να μεταναστεύσει και να είναι σε θέση να βοηθά τη μάνα και την αδερφή του με υλικό τρόπο. Έτσι γενικά κι αόριστα πορευόταν. Αυτή η επιθυμία πήγαζε από τον εφηβικό του εαυτό. Μα την πρώτη εβδομάδα, που λέγεται και εβδομάδα προσαρμογής, κάτω στη σχολή των δόκιμων, κλήθηκε να δώσει συνέντευξη στον ταξίαρχο. Αυτός τον ρώτησε, γιατί θέλεις να γίνεις δόκιμος Θανάση, κι ο ήρωάς μας απάντησε πως δεν ξέρει, έκανε να σκεφτεί, κάπως είχε πείσει τον εαυτό του για αυτή του την επιλογή, μα από την πολλή πίεση το μυαλό του ήταν σαστισμένο εκείνες τις μέρες. Πήγε να μιλήσει, μα δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια του, κι αντί να βγάλει λέξεις, έμενε όρθιος μπρος στον άνθρωπο που απορούσε με αυτό που έβλεπε, ένα παλικάρι εικοσιτεσσάρων ετών, σωστό λεβέντη που λένε κι οι παλιότεροι, να κλαψουρίζει σαν μωρό. Γιατί ο Αθανάσης, όσο κι αν κρατήθηκε, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τον εαυτό του, και ξέσπασε με αναφιλητά.

Ο ταξίαρχος του είπε να ηρεμήσει, πως δεν είναι ανάγκη να συνεχίσει αν δεν είναι καλά, κι ο Αθανάσης τότε ένιωσε ανακούφιση, μα και απογοήτευση από τον εαυτό του. Μοιράστηκε την ιστορία του με τον ταξίαρχο, πως προέρχεται από προβληματική οικογένεια κι ότι, πριν από δέκα μήνες, είχε θάψει τον άνθρωπο που τον μεγάλωσε. Αυτός έδειξε να καταλαβαίνει. Σε λίγο ήταν πάνω στο κρεβάτι του, στο λόχο, κι έπαιρνε αποφάσεις καθοριστικές για τη ζωή του. «Να πάνε να γαμηθούν όλοι τους / όλοι τους / ήθελα να βάλω πλάτη / ήθελα να είμαι δυνατός για να βοηθήσω / κι αντί να κάτσω να δω ποιος και τι είμαι / τι είναι αυτό που θέλω από τη ζωή μου / πήρα έναν τυχαίο δρόμο που μου δόθηκε και τον περπάτησα ως τώρα / όχι όχι / τέλος με τα οικονομικά / τέλος / θα κάνω κάτι άλλο / μου αρέσει να διαβάζω βιβλία / μου αρέσει ο κόσμος της διανόησης / θέλω να γίνω κομμάτι του / να πάνε να γαμηθούν όλοι / όλοι / φιλοσοφία / ναι ναι / φιλοσοφία / μπρος στα μάτια μου ήταν τόσα χρόνια / αυτό θέλω να σπουδάσω / αυτό και τίποτα άλλο / θα σπουδάσω φιλοσοφία / απ’την αρχή / όλα / όλη μου η ζωή / τώρα θα ξεκινήσω να ζω / ως τώρα ήθελα να ζω για τους άλλους / τώρα θα ζήσω για εμένα / ναι / φιλοσοφία / αλλά πού / πώς / τι θα κάνω / λοιπόν / θα φύγω από εδώ / γαμώ τις φαντασιώσεις μου γαμώ / τόσα χρόνια είμαι κατά του στρατού μα στο τέλος λύγισα / κι είπα να μη γίνω απλό φανταράκι / γαμώ τις μεγάλες ιδέες που’χω για τον εαυτό μου γαμώ / να θέλω να γίνω δόκιμος στις ειδικές δυνάμεις / για να συνδυάσω και του πατέρα μου και του θείου τις θητείες / ε γιατί δεν έγινα και σαλπιστής να πιάσω και του παππού / γαμώ το κεφάλι μου γαμώ / όχι / θα φύγω από εδώ / θα πάρω Ι2 ή Ι3 και θα πάω να συνεχίσω τη θητεία αλλού / θα δω τι χρειάζεται για να σπουδάσω φιλοσοφία έξω / στο Άμστερνταμ / ναι / ναι ναι / τόσα χρόνια ήθελα να πάω στην Ολλανδία / είναι η καλύτερη χώρα / τι πειράζει που δεν έχω πάει / φαίνεται / απ’όλους τους δείκτες / το λένε όλοι / είναι στις καλύτερες του κόσμου / θα πάω στο Άμστερνταμ να σπουδάσω φιλοσοφία / μένει μόνο να δω τι χρειάζεται / θα ετοιμαστώ / θα πάω / μα τι θα κάνω εκεί / πώς θα την παλέψω / λοιπόν / ήρθε η ώρα να δουλέψω σε καφέ / σερβιτόρος ή barista / δεν έχει σημασία / θα δουλεύω όσο σπουδάζω / τρία χρονάκια / θα βελτιώσω και τα αγγλικά μου / μετά τι / μμμ / τι θα κάνω μετά / μετά μετά μετά / μετά μπορώ να ανοίξω ένα φιλοσοφικό καφενείο για να έρχονται είκοσι μαλάκες σαν εμένα / να πίνουμε τον καφέ μας και να λέμε τα χαζά μας / ναι αυτό θα κάνω / ένα φιλοσοφικό καφενείο / γαμάει η ιδέα / θα πάει καλά / θα έρχεται κόσμος να διαβάσει / φοιτητές και καμμένοι σαν εμένα / κι αν πάει καλά / θα το επεκτείνω κι αλλού / γιατί να μην ανοίξω κι ένα στο Λονδίνο / στο Παρίσι / στο Βερολίνο / κι εφόσον φέρω τόσο κόσμο στο καφέ / θα βάλω και βιβλία / θα’ναι φιλοσοφικό βιβλιοκαφέ / πώς να το ονομάσω όμως / μμμ / κάτι να συνδυάζει τη φιλοσοφία και τον καφέ / Philocoffee / μμμ / ναι αλλά εμένα δεν μου αρέσει τόσο ο καφές / μάλλον τσάι θα πίνω / εμένα μου αρέσει η φιλοσοφία κι ολόκληρος ο κόσμος / μμμ / τι άλλο θα μπορούσε / Philocosmos / ναι / ναιιι / τέλειο είναι / Φιλόκοσμος / γαμάτο είναι / θα υπάρχει σίγουρα η λέξη αλλά ακούγεται γαμάτο γι’αυτό που θέλω να δημιουργήσω / θα είναι καφέ με βιβλία / θα έρχεται ο κόσμος / θα γίνει στέκι / τι καλά που θα’ταν να υπάρχει χώρος για εκδηλώσεις / βιβλιοπαρουσιάσεις / σεμινάρια / μαθήματα / εκθέσεις / γαμάτο / ένας χώρος για τον πολιτισμό / γιατί όχι / μπορεί να ξεκινήσει από κάτι μικρό και να μεγαλώσει / θα το κάνω / αυτό θα κάνω ναι / όλα βγάζουν νόημα τώρα / τόσο διάβασμα / τόσα βιβλία / θα μπορέσω να κάνω κι άλλον κόσμο να αγαπήσει αυτά που αγαπώ / θα τους φέρω κοντά όλους / ομάδες θα διαμορφωθούν / θα συζητούν / θα δημιουργήσουν / ε λοιπόν / η ιδέα είναι γαμάτη / πρέπει να την πάω σε όλο τον κόσμο / πρέπει να την κάνω αλυσίδα και να πάει σε όλες τις ηπείρους / θα’ναι η εκκλησία της νέας εποχής / χωρίς παπά / εκεί όπου του καθενός το πνεύμα μπορεί να συνεισφέρει στο Όλον / ναι / πω πω / τι έμπνευση είχα / άξιζε όλο αυτό που τράβηξα ως τώρα για να συλλάβω αυτή την ιδέα άραγε / Φιλόκοσμος / που πάει να πει / αγάπη για τον κόσμο / τον κόσμο όμως με την έννοια του σύμπαντος / φιλότης / η δύναμη που συνενώνει / συνενώνει τα υγιή κύτταρα της ανθρωπότητας / ενισχύει το πνεύμα / το ανθρώπινο / το παγκόσμιο / το κοσμικό / ναι / Φιλόκοσμος / τι πρέπει να κάνω τώρα». Μέσα σε δέκα λεπτάκια ο ήρωάς μας από το ναδίρ βρέθηκε στο ζενίθ. Έξι χρόνια σα φοιτητής ψαχνόταν αλλά δεν έβρισκε κάτι τόσο όμορφο και ουσιώδες, δελεαστικό δηλαδή για να του δώσει μια πιο συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ήθελε από πριν να πάει στην Ολλανδία, και πιο συγκεκριμένα στο Ρότερνταμ, για μεταπτυχιακό στα συμπεριφορικά οικονομικά, για να συνδυάσει την ψυχολογία που τόσο του άρεσε με το υπόβαθρο των σπουδών του. Μα τελικά, λόγω της πίεσης που του ασκήθηκε στο στρατό, ένα άτομο που πήγαινε τρεις φορές τη μέρα τουαλέτα, και που την επισκέφθηκε μόνο μετά από τρεις ολόκληρες μέρες, στην πρώτη του έξοδο σε μια καφετέρια, έκανε μπαμ κι έβγαλε όλα τα σκατά και τις πεταλούδες που έκρυβε μέσα του για μια ζωή.

Ο Αθανάσης είχε πέσει σε μια πολύ βαθιά τρύπα από την οποία δεν ήξερε πώς να βγει. Δημιούργησε αυτό το όνειρο, που ακούει στο όνομα Φιλόκοσμος, για να μπορέσει να τραβήξει τον εαυτό του, να βγει στην επιφάνεια και πάλι. Και όντως τα κατάφερε, βγήκε. Μα από τη μια φυλακή στον νου του, πέρασε σε μια άλλη. Γιατί όσο επιθυμούσε αυτά που επιθυμούσε, υπάκουε στον εφηβικό του εαυτό. Μα πλέον, έχοντας συλλάβει ένα τόσο μεγαλεπίβολο όραμα, θα έβαζε τον εαυτό του στη φυλακή του νεανικού του εαυτού. Όσο ωραία κι αν ήταν η ιδέα του, άλλο τόσο και περισσότερο θα ήταν δύσκολο να υλοποιηθεί.

Ο καιρός περνούσε, ο Αθανάσης τελικά δεν κατάφερε να πάρει Ι2 ή Ι3 για να συνεχίσει τη θητεία του, αναγκάστηκε να πάρει αναβολή. Για μια στιγμή έμοιαζε να τα χάνει κι άρχισε να βρίζει έναν αξιωματικό, μα τη γλίτωσε. Τουλάχιστον, αφού κλάφτηκε λίγο, του έδωσαν αναβολή για δυο χρόνια με τη γνωμάτευση της δυσπροσαρμοστικότητας σε δυσμενείς συνθήκες. Όταν μίλησε με τον φίλο του τον Γ. που βρισκόταν στο Εδιμβούργο, αυτός τον συμβούλεψε να πάει εκεί, στη Σκωτία, γιατί είχε δει πώς ξεκινάς απ’το μηδέν σε μια νέα χώρα. Ο ήρωάς μας δεν είχε κάποιον στο Άμστερνταμ, κι έτσι, αφού τα σκέφτηκε και τα ζύγισε όλα καλά καλά, αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή του φίλου του. Πήγε όμως στη χώρα χωρίς να έχει κάνει αίτηση στο πανεπιστήμιο, θα έψαχνε δουλειά και σπίτι και τον πρώτο χρόνο θα τον αφιέρωνε στην προσαρμογή.

Είχαν περάσει μήνες από την αναβολή. Στο μεταξύ κατάφερε να πάρει το δίπλωμα. Τελικά πήγε στο Εδιμβούργο. Ήδη από τη δεύτερη μέρα ανέβηκε στο ποδήλατο να κάνει διανομή φαγητού, με την εφαρμογή του φίλου του, για να δει αν του αρέσει η δουλειά. Φοβήθηκε πολύ όμως, όταν ένα λεωφορείο τον κόρναρε γιατί θα τον πατούσε. Ο Αθανάσης είχε να κάνει ποδήλατο απ’τα δώδεκα, δεν είχε οδηγήσει ποτέ σε πόλη, και το σημαντικότερο, στη Σκωτία όλα ήταν ανάποδα. Δεν κοίταξε από τη σωστή πλευρά, αυτό ήταν το λάθος του, αλλά φθηνά τη γλίτωσε. Μετά από αυτή την εμπειρία, άρχισε να νευριάζει. «Ρε πούστη μου / ούτε μια δουλειά δεν μπορώ να κάνω / ανάποδοι άνθρωποι γιατί δεν είστε όπως ο υπόλοιπος κόσμος / ήρθα εδώ να κάνω τον εργάτη / δε θέλω ποδήλατο / θα’χει και κρύο το χειμώνα / κάτι άλλο πρέπει να βρω». Κι έψαχνε όντως τις επόμενες μέρες για δουλειά, αλλά δεν ήταν σίγουρος για το τι έπρεπε να κάνει. Εκείνες τις μέρες διάβαζε και το blog του π.. Ο π. δημοσίευε κείμενα Ελλήνων που έμεναν στο εξωτερικό, σχεδόν όλα τους ήταν απόλυτα. Οι περισσότεροι ήταν απογοητευμένοι, ήθελαν να γυρίσουν πίσω, στην πατρίδα τους, έμεναν μόνο και μόνο για τα χρήματα, και κάποιοι για το σύστημα. Τα διάβαζε κι έβλεπε ο Αθανάσης τον μελλοντικό του εαυτό στα λόγια των άλλων. Άρχισε να συνειδητοποιεί τι εστί μετανάστευση. Το μυαλό του στροβιλιζόταν. Επέμενε στην αρνητική πλευρά των πραγμάτων. Ένιωθε άσχημα. Παράλληλα, ήδη από την πρώτη μέρα είχε κόψει το κρέας, είχε γίνει χορτοφάγος. Πολλά μαζί και λίγο λίγο, αποδυνάμωσαν το κίνητρό του, φοβήθηκε αυτή την αλλαγή. Ένιωθε ότι μπορούσε να τα καταφέρει ακόμη κι αν επέστρεφε. Μετά από ενάμιση μήνα στο εξωτερικό, γύρισε πίσω στην Ελλάδα.

Τώρα είχε αποφασίσει να δώσει εξετάσεις για το μεταπτυχιακό στην ιστορία της φιλοσοφίας. Έδωσε, αλλά δεν τα κατάφερε για λίγο. Για κάποιον λόγο δεν τον πείραξε τόσο. Είχε αρχίσει να βάζει νερό στο κρασί του. Σκεφτόταν ότι είναι σημαντικότερο να επικεντρωθεί στην ίδια την επιχειρηματική ιδέα. Παρακολουθούσε σεμινάρια επιχειρηματικότητας, διάβαζε οικονομικά νέα, ψαχνόταν. Σε λίγο καιρό κάτι νέο προέκυψε. Ή, αν όχι νέο, τουλάχιστον διαφορετικό. Είχε φτάσει στο σημείο να γεννήσει μια ιδέα που ήταν ξαδερφάκι του Φιλόκοσμου. «Δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω τον Φιλόκοσμο / να ξεκινήσω όντως από καφέ / μου φαίνεται δύσκολο / δεν έχω εμπειρία / δεν ξέρω τον χώρο / ούτε καν κύκλο έχω να με υποστηρίξει / πώς αλλιώς θα μπορούσα να ξεκινήσω / μμμ / να ξεκινήσω από το βιβλίο μήπως / μα ούτε αυτό μου φαίνεται εύκολο / άσε που θέλει και κεφάλαιο / θα μπορούσα να δουλέψω σε βιβλιοπωλείο για αρχή / αλλά πώς ξεκινάς ένα βιβλιοπωλείο / δεν ξέρω / κάτι άλλο / κάτι άλλο / κάτι με υπηρεσία / κάτι με τα σεμινάρια / τα μαθήματα / μμμ / ίσως / ίσως θα μπορούσα να ξεκινήσω με μια σχολή / μια φιλοσοφική σχολή / θα γίνονται μαθήματα / μόνο τον χώρο θέλω / τους συνεργάτες και τη διαφήμιση / πιο λίγα έξοδα / μικρά και τα πάγια σε σχέση με τους άλλους δυο τρόπους / ναι / βγάζει νόημα / μια φιλοσοφική σχολή / θα βρω άτομα να διδάξουν φιλοσοφία / θα τους παρέχω τον χώρο / θα τους βρω ενδιαφερόμενους / καλό μου ακούγεται / αυτό μάλλον πρέπει να κάνω / φιλοσοφία / ναι / μα / όχι μόνο φιλοσοφία / πρέπει να γίνονται κι άλλα / πρέπει να’ναι πιο μεγάλη η γκάμα / πρέπει να γίνονται και μαθήματα πάνω στη λογοτεχνία και την ιστορία / κι όχι μόνο / αλλά τότε δε θα ήταν φιλοσοφική η σχολή / τι θα ήταν άραγε / τι τα συνδυάζει όλα χωρίς να αλλάζει το ίδιο / μμμ / η λογοτεχνία νομίζω / ναι ναι / η λογοτεχνία έχει μέσα της και φιλοσοφία / και ιστορία / και πολιτική / τα έχει όλα / ναι ναι / πολύ καλή ιδέα / όχι φιλοσοφική σχολή / μα λογοτεχνική σχολή / αυτό πρέπει να κάνω / από εκεί θα ξεκινήσω». Ο Αθανάσης ήθελε να κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που περίμεναν οι άλλοι από τον ίδιο. Πάντα προσπαθούσε να σκέφτεται έξω από το κουτί. Ως ένα βαθμό αυτό του έκανε καλό. Μα από την άλλη, πολλές φορές βρέθηκε σε δύσκολη θέση λόγω αυτής της τάσης του. Αντί να ψάξει και να βρει δουλειά σχετική με το αντικείμενο σπουδών του για παράδειγμα, έτρεχε να κάνει δουλειές του ποδαριού, γιατί είχε αυτή την εντύπωση πως μπορεί να γλιτώσει από τις εταιρείες. Τελικά, γλίτωσε όντως;

«Αυτά τα όνειρα με έφαγαν / γαμώ την τρέλα μου / κι είμαι εδώ τώρα / γαμώ το κέρατό μου / αυτά τα όνειρα με έφεραν εδώ / με αστείο τρόπο έγινα ήρωας σε ένα έργο που δε θα δει κανείς / άνθρωπος που τραβάει τα χίλια μύρια για τις ιδέες του / σωστός ιδεολόγος / επαναστάτης / με σκοπό κι αιτία / αλλά γιατί / αυτά τα όνειρα / αυτά». Στην κατάστασή του, δεν είχε πια λόγο να λέει ψέματα στον εαυτό του. Κι όσο ο χρόνος περνούσε, φως στο τούνελ δεν φαινόταν. Είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται τι θα του συμβεί. Φαίνεται πως είχε μπει στην τελική ευθεία.

«Ήθελα να αλλάξω τον κόσμο κάνοντας αυτό που αγαπώ / ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα / συνέλαβα αυτά τα δυο όνειρα / στόχοι προς επίτευξη ενός μεγαλύτερου σκοπού / αυτή η επιθυμία μου να σώσω τον κόσμο / να τον σώσω εγώ / τον κόσμο / τον ίδιο τον κόσμο / να τον σώσω από τι / γαμώ την τρέλα μου / αυτός ο ηλίθιος / αυτός / ο ένας / που στο όνομά του έσφαξαν και σφαγιάστηκαν πόσοι και πόσοι / διαποτισμένη η ψυχή μου / από τη μέρα που γεννήθηκα / να ακούω για σωτήρες και για λυτρώσεις / ενώ η ζωή είναι εδώ / και μόνη αμαρτία είναι να μη τη ζεις / να μη τη ζεις τώρα / ένα το κρατούμενο / και το άλλο / ο πατέρας μου / αυτό το γελοίο υποκείμενο / το μεγαλύτερο αγκάθι της οικογένειας / να τσιμπά / να ματώνει και να πονά όλους μας / να θέλω να σώσω τον κόσμο / γιατί ξέρω τι πάει να πει πόνος / εξαιτίας του πατέρα μου / στον υπέρτατο βαθμό / να μη μπορώ να πω στα αρχίδια μου ο κόσμος γιατί θα μισούσα τον εαυτό μου / ήθελα να γίνω σωτήρας κι εγώ / τι βαρίδια ήταν αυτά μια ζωή που’χα / και πήγαινα κι έμπλεκα σ’όλων των ειδών τα σκατά / τις ιδέες / τις ιδεολογίες / ούτε Ιησούς ούτε αντιπατέρας έπρεπε να γίνω / έπρεπε να γίνω εγώ / ο εαυτός μου / μα θα μπορούσα όντως / αναρωτιέμαι / μήπως η ίδια η ανάγκη με έφερε ως εδώ / τελικά ποιος φταίει / ο χριστιανισμός / ο πατέρας μου / η κοινωνία ή εγώ ο ίδιος με έφερα ως εδώ / δεν μπορώ να καταλάβω / το μόνο που ξέρω είναι ότι είμαι σε κώμα / με σπασμένο σπόνδυλο στον λαιμό και κομμένο νευρικό σύστημα / φυλακισμένος μέσα στο κεφάλι μου / επειδή έκανα λάθη / όπως έκαναν λάθη κι όλοι οι άλλοι / και δεν ήθελα να είμαι εδώ / όπως δεν το ήθελαν λογικά κι όλοι οι άλλοι / μισώ τον πατέρα μου που με κάνει να δω πόσο κακός είμαι / και σκέφτομαι / είμαι όντως τόσο κακός / ή μήπως πάλι / ο χριστιανισμός κι η ίδια η ηθική με κάνουν να νιώθω κακός / ενώ αντιδρώ απλά στις δράσεις όλου του κόσμου / με πόνεσαν / συμπόνεσα / πήγα να αγαπήσω / δεν τα κατάφερα / τώρα θα πεθάνω / δεν πέτυχα τίποτα / θα’ναι σα να μην υπήρξα / ούτε ένα καλό δεν έκανα εν τέλει / κι ούτε στο ελάχιστο κατάλαβα τη ζωή / ποιος φταίει που είμαι εδώ / φταίω εγώ / φταίνε οι ιδέες μου / φταίει ο πατέρας μου / μου έλειψε να τρώω σουβλάκια γαμώτο / γαμώ και τη χορτοφαγία μου / σταμάτησα το κρέας για να περιορίσω τον εγωισμό μου / να μην προκαλώ κακό για τη δική μου την καλοπέραση / ε λοιπόν κόλαση είναι αυτή η ζωή και πόλεμος μαζί / λίγες στιγμές μόνο / όταν όλα ηρεμούν / ανατριχιάζουμε γιατί γευόμαστε τον παράδεισο και την ειρήνη / λίγο πριν αρχίσουν πάλι οι φουσκάλες στο καζάνι / και λίγο πριν αρχίσουν πάλι οι πέτρες / τα ακόντια / τα βέλη / τα σπαθιά / οι σφαίρες / οι ρουκέτες / οι πύραυλοι / να πέφτουν και να τσακίζουν όχι απλά τις σάρκες μας / μα τις ψυχές μας / το πνεύμα που φύτρωσε στο χωράφι του εγκεφάλου / κι εγώ ο κακομοίρης / που ήθελα όλα να τα αλλάξω / που νόμιζα ότι είχα δυνάμεις απίστευτες μέσα μου / μένω εδώ / μετέωρος ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία / χωρίς καν σκοινί πια να πατάω πάνω του / να ισορροπώ όπως όλος ο κόσμος / το μυαλό μου νιώθω να το χάνω / πόσος καιρός πέρασε που’μαι σ’αυτή την κατάσταση / έχω πια κουραστεί να σκέφτομαι / μου αξίζει κάτι καλύτερο / μου αξίζει ο θάνατος». Ο θάνατος είναι το μόνο βέβαιο πράγμα που υπάρχει. Είναι το αντίτιμο της ίδιας της ζωής. Γεννήθηκες; Θα πεθάνεις. Θα ζήσεις λίγα χρόνια. Πέντε, δέκα, είκοσι, εκατό; Όσα και να ζήσεις, κάποια στιγμή θα πεθάνεις. Καλύτερα είναι όντως να πεθαίνεις πιο αργά παρά πιο γρήγορα. Αλλά η επιμονή με τους αριθμούς δεν έχει νόημα. Σημασία δεν έχει να υπάρχεις απλά. Ζω, δε σημαίνει απλά υπάρχω και τρέφομαι. Ζω, σημαίνει και κάτι παραπάνω. Τι σημαίνει; Αυτό πρέπει να το αποφασίσει ο καθένας μόνος του. Δεν υπάρχει μια απάντηση για όλους. Ξέρουμε όμως τι σημαίνει απλά υπάρχω. Υπάρχω, σημαίνει να επιβιώνω, να είμαι σε θέση να ξυπνήσω και την επόμενη μέρα. Κι άντε και ξύπνησες, μετά τι;

Τίτλος 6ου Κεφαλαίου

Ήθελα να γίνω κάτι