Σκιά Πέμπτη


Κεφάλαιο Πέμπτο

«Κάρφωσα το μαχαίρι στην καρδιά / έκανα μια δεξιόστροφη κίνηση / έκανα ακόμη μια / άλλη μια / το τράβηξα έξω / με βουρκωμένα κατακόκκινα μάτια / σήκωσα το χέρι μου ψηλά κι άρχισα να ουρλιάζω / μας κατέστρεψες / μας κατέστρεψες όλους / τον κάρφωσα έξι ακόμη φορές / αυτή είναι για τον πατέρα σου / αυτή είναι για τη μάνα μου / αυτή για τον αδερφό σου / αυτή για την αδερφή μου / αυτή για τη γιαγιά / κι αυτή για εμένα / το αίμα πεταγόταν / έτρεχε σα νερό / του πλημμύριζε τα ρούχα / ήταν ξαπλωμένος / κοίταξα το πρόσωπό του / τα μάτια του ήταν ανοιχτά και με έβλεπαν με φρίκη / ήταν νεκρός / τον είχα σκοτώσει / κοίταξα και τα χέρια μου / το μαχαίρι έπεσε / δεν ήταν κόκκινα / ήταν βυσσινί / μου θύμισαν τα βύσσινα που έτρωγα στο δέντρο πάνω / στην αυλή / μικρός / συνειδητοποίησα ότι είχα γίνει φονιάς / με έλουσε κρύος ιδρώτας / μα ένιωσα και μια ανακούφιση / σε λίγο με κυρίεψαν οι τύψεις / ένιωσα να πνίγομαι / δάκρυα άρχισαν να τρέχουν απ’τα μάτια μου / πήγα να λιποθυμήσω / ήμουν στα γόνατα / ακούμπησα τα χέρια μου στο σώμα του / έκλαψα / έκλαψα σα να μην υπάρχει αύριο / έκλαψα για το καλό και το κακό / έκλαψα για αυτό που υπάρχει πέρα από αυτές τις απλότητες / τις παιδικότητες / έκλαψα για τη λύτρωση / έκλαψα για την καταδίκη / πλέον μόνο δίνοντας τη ζωή μου θα ηρεμούσα / μόνο έτσι θα πλήρωνα το τίμημα / για ακόμη μια φορά οι αρχαίοι είχαν δίκιο / σηκώθηκα / κοίταξα γύρω μου / ήμουν σε ένα μεγάλο σπίτι / ένα σπίτι με έναν όροφο / ήταν αρχοντικό / δεν ήταν το σπίτι μας / ήταν το σπίτι του προπάππου μου / δεν το είχα ζήσει ως τώρα / ξύλο γύρω μου / άρχισα να περπατώ / κανείς τριγύρω / δυο σκάλες που οδηγούσαν στην αυλή / πήρα τη δεξιά και κατέβηκα κάτω / κότες κι ένα άλογο Μπάλιο / έτρωγε άχυρο και γυάλιζε στο φως του ήλιου / άνοιξα την εξώπορτα / κοίταξα γύρω μου / κανείς / βγήκα έξω / σήκωσα το κεφάλι στον ουρανό / είχε ένα βαθύ λευκό χρώμα / ο ήλιος έμοιαζε ασυνήθιστα μεγάλος / σκούπισα τα χέρια πάνω μου / τις μύξες και τα δάκρυά μου με το μανίκι / φόραγα κάτι ρούχα παλιά / άλλης εποχής / ποιος ήμουν / τα χέρια μου δεν ήταν δικά μου / ήμουν πιο ψηλός και πιο βαρύς / είχα γένια / ο ιδρώτας έσταζε απ’τα μαλλιά μου / το πτώμα του πατέρα μου ήταν μέσα στο σπίτι / στον πάνω όροφο / ήξερα πως θα έζεχνε σε λίγο / πώς γίνεται να μην υπάρχει άνθρωπος / αναρωτήθηκα τι πρέπει να κάνω / ντρεπόμουν / φοβόμουν / είχα τρομοκρατηθεί / δεν ακουγόταν τίποτα / άρχισα να ψάχνω για ανθρώπους / τίποτα / ένιωσα ανακουφισμένος για λίγο / μα να τες / να τες οι φωνές τους / άρχισα να ακούω από μακριά το όνομά μου / το όνομά μου / Θανάση / Θανασάκη / Σάκη / το επαναλάμβαναν / ρυθμικά / οι φωνές μεγάλωναν / όσοι με φώναζαν έρχονταν κοντύτερα / τα έχασα / το έβαλα στα πόδια / οι φωνές συνέχιζαν / φονιά / πατροκτόνε / σιουντούκ / άρχισα να τρέχω / οι φωνές δε σταμάταγαν / μεγάλωναν / Θανασάκη / δολοφόνε / αφήστε με / αφήστε με / αφήστε με φώναζα κι εγώ / έχασα τον αυτοέλεγχό μου / έχασα τα λογικά μου / δεν το ήθελα / μα το ήθελα / δεν έπρεπε / μα έπρεπε / δεν ήμουν εγώ / μα ήμουν / αφήστε με σας λέω / φύγετε μακριά μου / τύψεις / Ερινύες / βοήθεια / βοήθεια / βοηθήστε με / μα τίποτα / έτρεχα κι έτρεχα / δεν ήξερα πού πάω / έτρεχα γύρω γύρω από το τίποτα / από έναν κουβά με γάλα / ναι / ένας κουβάς στη μέση του δρόμου / έκανα γύρες γύρω του / οι φωνές δε σταματούσαν / με τρέλαιναν / έχανα το μυαλό μου / τον εαυτό μου / έχωσα το κεφάλι μέσα / το έβγαλα / το ξανάβαλα / πάλι έξω / πάλι μέσα / κραύγαζα με το κεφάλι μέσα στο γάλα / μπουρμπουλήθρες έβγαιναν απ’τον κουβά / οι κραυγές μου δεν ακούγονταν / ααα / αααααα / αααααααααααα / τίποτα / έβγαλα το κεφάλι / τώρα έσταζε το γάλα απ΄το πρόσωπό μου / η λογική είχε φύγει περίπατο / ένιωθα να χάνομαι / να μην υπάρχει αύριο / οι φωνές / για λίγο μόνο είχανε σταματήσει / συνέχισαν / συνέχισαν να φωνάζουν τα ίδια και τα ίδια / πλήρωνα ήδη για τον φόνο που διέπραξα / δεν τον σκότωσα εγώ / τα χέρια τους μόνα έκαναν τη δουλειά / δεν είναι δικά μου / είναι των προγόνων μου / δεν είμαι φονιάς / απέδωσα δικαιοσύνη / δεν είμαι άνθρωπος / είμαι θεός / δεν είμαι θεός / είμαι ο διάβολος / δεν είμαι ο διάβολος / είμαι το παιδί / είμαι ο γέρος / είμαι το σκουλήκι / είμαι το πουλί / είμαι το λουλούδι / είμαι το δέντρο / είμαι ο αέρας / το νερό / η φωτιά / το χώμα είμαι / η φύση είμαι / ο κόσμος είμαι / ααα / αααααα / αααααααααααα / είμαι η ζωή / ο θάνατος είμαι / είμαι το δίκαιο / το άδικο είμαι / είμαι το μάτι που όλα τα βλέπει / ο κώλος που όλα τα χέζει είμαι / είμαι / είμαι / είμαι / το τίποτα / τα πάντα / είμαι / είμαι / είμαι / τρέχω / ναι / τώρα τρέχω / τρέχω τώρα / τρέχουμε τώρα / τρεχάτε ποδαράκια μου / πανικόβλητος / λέω / δρασκελίστε / πηδήξτε / ανεβάστε με / ένα μέτρο / δυο μέτρα / βγάζω φτερά / πετάω / πάω όσο πιο γρήγορα μπορώ / να το / επιτέλους να το / επιτέλους / επιτέλους / μια ζωή σε περίμενα / δάκρυα χαράς κύλησαν στο πρόσωπό μου / επιτέλους / ναι επιτέλους / πετώ από πάνω / κόπηκαν τα φτερά μου / έπεσα κάτω / έσπασαν τα πόδια μου / φωνές / ααα / αααααα / αααααααααααα / αφήστε με σας παρακαλώ / σας εκλιπαρώ / αφήστε με / όχι / όχι όχι / όχι όχι όχι / ναι ναι ναι / ναι ναι / ναι / εδώ / εδώ στα γνώριμα μέρη / εδώ στο λευκό / εδώ στο πράσινο / η καρδιά μου πάει να σπάσει / το μυαλό μου θα εκραγεί / δεν αντέχω / δε θέλω άλλο / όχι άλλο / όχι άλλο κάρβουνο / άτιμη ζωή που πατάς στον άνθρακα / σε μισώ / ναι σε μισώ / ζωή πουτάνα / πουτάνα πουτάνα πουτάνα / πουτανάνθρακα ζωή / κοίτα πώς με κατάντησες / κοίτα σε τι κατάσταση με έφερες / ζωή / άμυαλη / άσοφη / με άλογη τη λογική / ζωή παράλογη / γιατί με τρως έτσι / θα σε γαμήσω πουτάνα ζωή / θα σε γαμήσω / θα / θα / θα / ανάσα / να πάρω ανάσα / ξέχασα να ανασάνω / ανασαίνω / ουφ / είσπνοήηη / έκπνοήηη / είσπνοήηη / έκπνοήηη / είσπνοήηη / έκπνοήηη / αυτό ήταν / είμαι ήρεμος / βρίσκομαι εδώ / έφτασα επιτέλους / έγινα φονιάς / απέδωσα δικαιοσύνη / έπρεπε να το’χει κάνει άλλος / ποτέ δεν είναι αργά / ο κόσμος / ο κόσμος με κατέστρεψε / η ζωή έζησε μέσα από εμένα / όσα ήταν να δω τα είδα / όσα ήταν να ζήσω τα έζησα / ως εδώ / σέρνομαι / ψάχνω / μάρμαρα / μάρμαρα μάρμαρα / μάρμαρα / μμμ / σέρνομαι λίγο ακόμη / τα πόδια μου είναι σπασμένα / η πλάτη μου αιμορραγεί / να τη / να τη να τη να τη / καφέ / αυτό το καφέ / το νωπό / το σκούρο / με πέτρες μέσα του / επιτέλους επιτέλους επιτέλους / σέρνομαι / σα σκουλήκι σέρνομαι / εγώ φονιάς / είμαι εγώ φονιάς / Σάκη πατροκτόνε / όχι όχι / εγώ όχι φονιάς / όχι εγώ φονιάς / φονιάς εγώ όχι / εγώ φονιάς όχι / όχι φονιάς εγώ / φονιάς όχι εγώ / φονιάς ο κόσμος / φονιάς η ζωή / βουτώ στην τρύπα μου / αρχίζω να τραβώ με λύσσα το χώμα πάνω μου / δε θα με βρουν / θα κάνω ότι δεν υπάρχω / το τραβώ και το τραβώ / σκεπάζω το σώμα μου / παίρνω μια βαθιά ανάσα / σκέπασα και το πρόσωπο / βυθίζω τα χέρια μου / λίγες στιγμές ακόμη / τρία / δύο / ένα / και τώρα πια γαλήνη».

Ο Αθανάσης. Ο Θανάσης. Ο Θανασάκης. Ο Σάκης. Ο Αθανάσιος. Μια ζωή μάζευε την οργή μέσα του. Μια ζωή, στάλα τη στάλα, ο πόνος γέμιζε τον κουβαδάκο του είναι του. Είχε δει πολλά. Είχε ακούσει πολλά. Είχε νιώσει πολλά. Δεν άντεχε άλλο. Σπάνια έβλεπε όνειρα. Κι όταν έβλεπε δεν τα θυμόταν. Μόνο μια αίσθηση του άφηναν. Απ’τον θάνατο του θείου του κι ύστερα, έβλεπε τον θείο του τον Άγγελο, να επιστρέφει στη ζωή, και αυτός τον έβλεπε με ένα βλέμμα γεμάτο απογοήτευση. Ο Αθανάσης δε διαχειρίστηκε, πίστευε, την κατάσταση σωστά. Είχε τύψεις. Έβλεπε τον θείο, του έλεγε: να, θα ξανακάνουμε τα ζώα, έχουμε λεφτά, να και το αμάξι, τα σκυλιά μας μάς περιμένουν στο βουνό. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως ο θείος ήταν πίσω στη ζωή, καταλάβαινε πως βλέπει όνειρο, μα πάντα στο τέλος το πίστευε. Αμέτρητα βράδια επαναλαμβανόταν το όνειρο με άλλη πλοκή, τα συναισθήματα ίδια, από τη ντροπή και τις τύψεις, στη χαρά και την αμφισβήτηση, στην αποδοχή του ψέματος, στην αποδοχή του αδυνάτου. Ο Αθανάσης είχε σκεφτεί με άπειρους τρόπους να σκοτώνει τον πατέρα του. Ήθελε να πάρει εκδίκηση για όλη του την οικογένεια. Πίστευε πάντα, το έβλεπε στην πράξη, ότι ο πατέρας του ζούσε εις βάρος όλων. Μια ζωή, ρουφούσε τη ζωή των άλλων, των ανθρώπων που υποτίθεται ότι αγαπούσε. Ήθελε να τον πνίξει, να τον πυροβολήσει, να τον μαχαιρώσει, να του κόψει τον λαιμό, να τον δώσει στα σκυλιά να τον φάνε, ντρεπόταν που ένιωθε έτσι για τον άνθρωπο που τον έφερε στον κόσμο. Ήξερε πως αν υπήρχε δικαστήριο σκέψεων, θα τον μπουζούριαζαν για χίλια χρόνια. Ντρεπόταν τόσο πολύ που σχεδόν αρρώστησε, κι ίσως να το έκανε, η ψυχή του είχε για τα καλά πάρει ένα μαύρο, κατάμαυρο χρώμα που ρούφαγε μέσα του όλη την πλάση. Ο Αθανάσης από τον θάνατο του θείου του είχε σταματήσει να χαίρεται. Δεν μπορούσε να περάσει καλά. Είχε τύψεις συνέχεια. Αν γελούσε, ένιωθε άσχημα. Αν έκανε κάτι για τον εαυτό του, ένιωθε σκουπίδι. Ζούσε ή υπήρχε; Ο Αθανάσης πολεμούσε μέσα του. Το πένθος, όσο βαρύ, όσο κι αν κρατούσε, δεν θα ξέπλενε τίποτα. Ο Αθανάσης, ζούσε την Κόλασή του, εδώ, στη γη, παρέα με τους υπόλοιπους αγγέλους. Έψαχνε μόνο για τρόπους, για να τραβήξει την προσοχή του από όλα αυτά που τον τρέλαιναν μέσα του. Έγραφε κείμενα, κι ήταν σαν να ανοίγει το καπάκι μιας χύτρας, του μυαλού του, που ήταν έτοιμη να εκραγεί. Τσουφ τσουφ τσουφ, φιιιις, φώναζε η χύτρα, έτρεχε ο Αθανάσης να γράψει κείμενα και να κρύψει ανάμεσα στις λέξεις όλα όσα φοβόταν να ξεστομίσει, μα και να σκεφτεί συνειδητά. Η ζωή, ξεχυνόταν στον ωκεανό της ύπαρξης, με έναν παράξενο, παράξενο τρόπο. Του Αθανάση το μυαλό, είχε συνδεθεί με το μυαλό του Κόσμου, με μια αόρατη γέφυρα, έναν αόρατο δεσμό. Ο Αθανάσης ταλαιπωριόταν, σκεφτόταν τη δολοφονία, μα δεν ήθελε να κάνει μεγαλύτερο κακό στον εαυτό του απ’ό,τι του’χε κάνει ο πατέρας του. Δεν θα’ταν σωστό. Δεν θα’ταν συνετό. Θα πρόδιδε απερίφραστα όλους του τους προγόνους, τους ανθρώπους που αγαπούσε, τον ίδιο του τον εαυτό, και πάνω απ’όλα, τη ζωή. Σκεφτόταν και την αυτοκτονία, ως την έσχατη λύση, μα δεν είχε τη δύναμη να πράξει κάτι τέτοιο. Πάντα θαύμαζε όσους το έπαιρναν απόφαση, αυτός φοβόταν, δεν είχε έρθει η ώρα του. Είχε ο Αθανάσης αντοχές ακόμη, είχε πράγματα να δώσει, έψαχνε τον τρόπο, προσπαθούσε να το σκάσει από τη φυλακή του μυαλού του, μα δεν τα κατάφερνε. Με ένα κουταλάκι, έσκαβε μια τρύπα προς την έξοδο, μα αυτή η τρύπα, ήταν προσανατολισμένη στο βάθος του είναι μέσα του. Έσκαβε κι έσκαβε τις ώρες που κοιμούνταν όλοι. Έκανε βουτιές, έφτανε σε κάτι κατάμαυρα νερά, μαύρα μα καθαρά, κολυμπούσε ευθεία κάτω, με τα χέρια, με τα πόδια, με όλο του το κορμί κι όλη του τη δύναμη, έψαχνε να βρει τη λύση στο μυστήριο της ζωής, έψαχνε να βρει τη διέξοδο από αυτή την πλάκα που του είχαν στήσει, μα τίποτα. Έβρισκε ωστόσο κάποια πράγματα, κάθε φορά που βούταγε, πάντα κάτι έφερνε στην επιφάνεια. Το κελί του νου του είχε γεμίσει. Στα μάτια του όλα έμοιαζαν με διαμάντια. Τελικά όλα ήταν πλαστικά στολίδια. Ήξερε ότι έλεγε ψέματα στον εαυτό του. Αυτός ήταν ο σκοπός του άλλωστε. Να αποφύγει με κάθε κόστος την αλήθεια. Ο Αθανάσης, ήταν εθισμένος, όχι στα παιχνίδια, όχι στα βιβλία, όχι στις κοπέλες, ούτε καν στη ζωή. Ο Αθανάσης, ήταν εθισμένος στον πόνο. Αντλούσε δύναμη από τον πόνο του για να αντέξει ακόμη μεγαλύτερες δόσεις του. Ήταν ένα πρεζάκι διαφορετικό από τα υπόλοιπα. Ο Αθανάσης, έκανε με ό,τι τρόπο έβρισκε πιο δύσκολη τη ζωή του. Και κοίτα πού κατέληξε, στο βασίλειο εντός του, να χαρεί τις τελευταίες του μέρες σε έναν άλλο Κήπο της Εδέμ. Έναν κήπο με κρεμαστά μαύρα λουλούδια, με μαύρα νερά, μαύρα φρούτα. Αχ, Αθανάση, γιατί αγόρι μου;

Τίτλος 5ου Κεφαλαίου

Μπαμπά, γιατί;