
Κεφάλαιο Τέταρτο
Ο χρόνος είχε γίνει άχρωμος και η καταιγίδα των αναμνήσεων δεν έλεγε να κοπάσει. Ο Αθανάσης συνέχιζε αλώβητος παρά το μουσκίδι των σκέψεων. «Το ’11 μπήκα στο πανεπιστήμιο / είχα όρεξη για νέες περιπέτειες / ένα ακόμη καλό που μου έκανε ο πατέρας μου / αν και με ψυχικό κόστος / ήταν ότι με έβαλε με μέσο στην εστία του ΑΠΘ / στην αρχή ντρεπόμουν πολύ κι ένιωθα άσχημα / στην πορεία κατάλαβα ότι δεν είμαι ο μόνος που μπήκε απ’το παράθυρο / τι κι αν πληρούσα τις προϋποθέσεις / από κάποιον την έφαγα τη θέση / κι ήθελα τόσο να δυναμώσω μια μέρα για να βοηθήσω κάποιον να σπουδάσει / να ξεπλύνω την αμαρτία / μα κοίτα πού βρίσκομαι τώρα / θυμάμαι την πρώτη μέρα στο εστιατόριο της εστίας / κάθισα κολλητά στον τοίχο κι έτρεμε το χέρι μου από την αμηχανία / ποιος να μου το έλεγε ότι σε λίγο καιρό θα ανοιγόμουν και θα γινόμουν σ’ένα βαθμό και δημοφιλής / το καλοκαίρι είχα ήδη λάβει το βάπτισμα του σερβιτόρου / μπορεί να πονούσε το πόδι μου ακόμη και να πρηζόταν / αλλά έκανα λίγα μεροκάματα σε κάτι βαφτίσια και γάμους στην ταβέρνα / η γιαγιά μου έδινε 50 ευρώ την εβδομάδα και συμπλήρωνα το ποσό με τα δικά μου χρήματα / ελάχιστα αλλά όχι αμελητέα / δούλευα σπάνια βέβαια / στο πρώτο εξάμηνο ήμουν επιμελής / παρακολουθούσα μέχρι και τα αγγλικά / από το δεύτερο με έφαγαν οι καφέδες και το Pro / σχεδόν κάθε βράδυ βγαίναμε με τα παιδιά για κρασιά κι αράζαμε σε σπίτια / δεν τα είχα πάει όσο καλά ήθελα στις δυο πρώτες εξεταστικές / απ’το δεύτερο έτος ξεκίνησα να βάζω ρήτρες / άλλος ένας ψυχαναγκασμός / βαθμοθηρικός αυτή τη φορά / ήμουν επηρεασμένος απ’τις παρέες μου / τι κι αν οι υπόλοιποι είχαν άλλους στόχους / εγώ μιμητικά τους ακολουθούσα δίχως να’μαι σίγουρος / στο δεύτερο έτος η γιαγιά μου έδινε 20 ευρώ για να περάσω / συνέχισα να δουλεύω που και που για να βγάζω κάτι / πήγα για τελευταία φορά στην ταβέρνα όταν ο Π. μου έδωσε 26 ευρώ για 13 ώρες δουλειάς / και τελευταία φορά στο ξενοδοχείο όταν σε έναν γάμο μου έδωσαν 50 ευρώ για 19 ώρες δουλειάς / ήθελα να σέβομαι τον εαυτό μου και προτιμούσα να μην έχω τόσα χρήματα / δυο χρόνια δούλεψα όμως ως σερβιτόρος / κι ας ήμουν σκράπας / όπως σε όλα βέβαια / αυτή η περίοδος ήταν ίσως η καλύτερη στη ζωή μου / παρόλη τη φτώχεια μου ένιωθα τόσο πλούσιος / με χρόνο για τις παρέες». Ο Αθανάσης είχε ξεκινήσει στη ζωή όπως ο μέσος Έλληνας, με σπουδές και σερβιτοριλίκι, χωρίς να παίρνει τίποτα στα σοβαρά. Κι αν έχανε τον χρόνο του δεξιά κι αριστερά, δεν το καταλάβαινε, ή τουλάχιστον δεν τον πείραζε τόσο. Δεν είχε ξεκάθαρο σκοπό άλλωστε. Δεν ένιωθε τύψεις που κοιμόταν ξημερώματα και δεν ξυπνούσε να πάει στα μαθήματα. Κάποιος θα έλεγε ότι παραήταν χαλαρός, άλλος θα έλεγε ότι συμπεριφερόταν όπως όλη του η παρέα.
«Τότε ήταν που ξεκίνησα να διαβάζω / το πρώτο βιβλίο το διάβασα ίσα ίσα για να δειχθώ στην Α. / ήθελα να της δείξω ότι είμαι σοβαρός ίσως / ποιος ξέρει / γιατί σκεφτόμουν έτσι άραγε / όπως και να’χει / είχα αρχίσει να εθίζομαι σε κάτι νέο κι όμορφο / κάτι που στα μάτια των άλλων είχε μεγαλύτερη σημασία / στον κόσμο της διανόησης / παράλληλα ξεκίνησα τις ερωτικές μου επαφές / φλέρταρα πολύ κι έκανα σεξ με κοπέλες που δεν αγαπούσα / το έκανα μόνο και μόνο γιατί νόμιζα πως έτσι πρέπει να είμαι / η αυτοπεποίθησή μου άρχισε να βελτιώνεται / με βοηθούσε λίγο το κολυμβητήριο και η γυμναστική / αλλά σκεφτόμουν τις κοπέλες ως κάστρα / ήθελα να τις κατακτώ για να βάζω τη σημαία μου κι έπειτα να πηγαίνω παρακάτω / μέσα μου όμως δεν είχε κλείσει η πληγή για την Α. / θυμάμαι πως την έψαχνα στα βλέμματα των περαστικών / μόνο δυο ή τρεις φορές την πέτυχα κατά λάθος / κάποιες φορές βγαίναμε και για καφέ και μοιραζόμασταν τα νέα μας / τότε λέγαμε πως ήμασταν φίλοι / πώς μπορείς να δεις απλά σα φίλο τον άνθρωπο που έχεις πραγματικά αγαπήσει / δεν ήξερα τι μου γίνεται / έβαζα τα συναισθήματά μου κάτω απ’το χαλάκι / ήμουν αφελής / ήμουν μέσα σε όλα / είχα πολλές παρέες και μου άρεσε να’μαι το επίκεντρο / ήμουν τόσο κάφρος θυμάμαι / κλόουν κανονικός για να περνάνε οι άλλοι καλά / μόνο μεταξύ σοβαρού κι αστείου έλεγα πράγματα σοβαρά για εμένα / για τον έρωτα / τον θάνατο / την κατάθλιψη και την αυτοκτονία». Ο Αθανάσης έλεγε σιγά σιγά πράγματα σημαντικά γι’αυτόν. Μα τα έλεγε εκεί όπου δεν υπήρχε λόγος. Ή καλύτερα, τα έλεγε ακριβώς γι’αυτό τον λόγο, επειδή δεν υπήρχε καμιά σημασία να εξομολογηθεί σε έναν τυχαίο άνθρωπο, για τα πολύ σοβαρά του ζητήματα. Πόσοι και πόσοι δεν κάνουν το ίδιο άλλωστε;
«Πριν μπω στο τρίτο έτος έπιασα δουλειά ως λαντζιέρης / για κάποιο λόγο μου άρεσε αυτό αλλά η μέση μου καταστρεφόταν / πάνω στο τρίμηνο αρρώστησε ο πατέρας μου / παραιτήθηκα με καλή δικαιολογία / μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο / μου είπαν ότι είχε πάθει δυο απανωτές κρίσεις επιληψίας κι ότι κινδύνευε / εγώ δεν το πίστεψα / δεν ήξερα καν τι είναι αυτές οι κρίσεις / πήγαμε να τον βρούμε με την αδερφή μου / το έπαθε όσο ήταν για βόλτα στην Καστοριά / στο νοσοκομείο τον βρήκαμε δεμένο στο κρεβάτι / έμοιαζε υγιής αλλά σα λυσσασμένος / ο γιατρός μας είπε ότι αν πάθαινε κι άλλη κρίση ίσως να πεθάνει / μας είπε ότι οι πιθανότητες ήταν 90% κατά / μου φάνηκε παράξενο / δεν ένιωσα κάτι / μια φίλη της αδερφής μου από την Καστοριά ήρθε να μας σταθεί / κάναμε βόλτες με το καροτσάκι μέσα στη νύχτα στο νοσοκομείο / την επόμενη τον μετέφεραν σε κάποιο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης / τον έβαλαν στην εντατική / είχε πάθει εγκεφαλίτιδα / δυο εβδομάδες έμεινε εκεί / κοίτα να δεις που κι ο πατέρας μου ήταν σε κωματώδη κατάσταση / έκλαψα μια από τις φορές που πήγα να τον δω / του είπα ξύπνα κι όλα θα τα φτιάξουμε / τώρα το μετανιώνω αυτό που’χα πει / γιατί όντως ξύπνησε / για ένα μήνα τον είχαν δεμένο στο κρεβάτι / τη βγάζαμε εναλλάξ με την αδερφή μου όλη μέρα στο νοσοκομείο / να τον φυλάμε γιατί ήταν αντάρτης / στο τέλος τον πήραμε σπίτι / τα είχε χάσει τελείως για ένα εξάμηνο / τον έβγαζα βόλτα / ήταν σα σκύλος / με κοιτούσε με ένα βλέμμα αθώο κι άβουλο / σαν αγελάδα χαμένη στα λιβάδια / του απαγόρευα το τσιγάρο και το ποτό / ήταν κακός συνδυασμός η εγκεφαλίτιδα με το ποτό / κι εγώ λίγα καταλάβαινα / μας είπαν ότι ο αλκοολισμός του επιβαρύνει το ανοσοποιητικό του / τελικά καθώς επανερχόταν η μνήμη του άρχισε να πίνει πάλι / πλέον τον είχαμε στο σπίτι». Ο πατέρας του ήρωά μας πάντα έβρισκε τον τρόπο να ενοχλεί τους άλλους. Και όταν ήταν υγιής, και τώρα που είχε αρρωστήσει. Πάντα στο σπίτι ασχολούνταν με αυτόν. Ο Αθανάσης τα παρατηρούσε όλα και καταλάβαινε όσα μπορούσε, μα δεν μιλούσε και πολύ. Βοηθούσε την κατάσταση απλά για να ελαφρύνει το βάρος που έπεφτε στις πλάτες των υπόλοιπων. Αυτό ήταν όλο κι όλο.
«Τελικά επηρεάστηκε η επίδοσή μου στο πανεπιστήμιο / έχανα μαθήματα / δεν έδινα μερικά από αυτά στην εξεταστική / ενώ συνέχιζα να διεκδικώ υψηλότερους βαθμούς / όντας αδιάβαστος / και κάπου εκεί / τον Αύγουστο του ’14 / κάτι νέο μπήκε στη ζωή μου / ένα νέο χόμπι / το γράψιμο / διάβαζα διάφορα άρθρα γνώμης στο διαδίκτυο / με επηρέαζαν με τον τρόπο τους / και πάντα μου άρεσε να μιλώ και να κάνω τον έξυπνο στους άλλους / με το να γράφω κείμενα / τυχαία και χαοτικά / βρήκα τρόπο να εξωτερικεύσω όλες αυτές τις σκέψεις που με έτρωγαν μια ζωή / στην αρχή τα κοινοποιούσα όλα στο Facebook / ήθελα να δημιουργήσω ένα blog αλλά δεν το έπαιρνα απόφαση / έγραφα κι έγραφα κατεβατά / ελάχιστοι τα διάβαζαν και κάποιοι με κορόιδευαν που μοιραζόμουν ενδόμυχες σκέψεις / ίσως να’χαν και δίκιο μα εγώ ξαλάφρωνα / δούλεψα στο κυλικείο του ΟΤΕ στα κεντρικά για ένα εξάμηνο / κουβαλούσα καφέδες και τοστάκια στους εργαζόμενους / μου άρεσε κι αυτή η δουλειά αλλά μια μέρα με πρόσβαλλαν άθελά τους τα αφεντικά και σταμάτησα / με 30 ευρώ την εβδομάδα και με το χαρτζιλίκι της γιαγιάς έκανα οικονομία για να πάω μια βόλτα στην Αθήνα / τα κατάφερα / μου άρεσε πολύ κι εντυπωσιάστηκα από το μουσείο της Ακρόπολης και τον ίδιο τον Παρθενώνα / διάβαζα την Πανούκλα του Καμύ εκεί όπου οι αρχαίοι έκαναν τη βόλτα τους κι ένιωθα ένα δέος / μια ανατριχίλα / κατάφερα να πάω και στην Κροατία με ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα για δέκα μέρες / εκεί διάβαζα τη Δίκη του Κάφκα μέσα σε ένα τρένο που διέσχιζε τη χώρα / ήταν εύκολο να ταξιδέψεις τελικά / πιο εύκολο απ’ό,τι νόμιζα / κι απέδιδε / και τα δυο ταξίδια μου άφησαν κάτι / μετά δούλεψα και στην κατασκήνωση του ΑΠΘ / κι εκεί με μέσο μπήκα / τι πλάκα που’χε η δουλειά στη γραμματεία / πάντα απεχθανόμουν τις παρατάξεις / μα εκεί ένιωθα σαν Πασόκος / είχα αρχίσει για τα καλά να γίνομαι διανοούμενος / ή καλύτερα φαντασμένος διανοούμενος / αγράμματος κι αδιάβαστος με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου και τα πιστεύω μου / κλασικός φοιτητής / ενώ αντάλλαζα υγρά με τις κοπέλες για να μου δίνω το ελάχιστο απ’αυτό που πραγματικά είχα ανάγκη / την αγάπη». Ανέβαιναν όλες οι εικόνες στον κινηματογράφο του μυαλού του Αθανάση, κι όσο τις έβλεπε ξεχνούσε πως βρισκόταν ο ίδιος σε κώμα, ξεχνούσε το σκοτάδι που αντίκριζε, ξεχνούσε ότι οι πιθανότητες πλέον έγερναν εναντίον του.
«Ναι / προσπαθούσα να ξεκολλήσω από την Α. / αλλά δεν έκανα αυτό που έπρεπε / δεν έδινα ευκαιρίες στις κοπέλες που γνώριζα / κάπως η Φ. είχε πείσει τον πατέρα μου να κάνει αποτοξίνωση / τον επισκεπτόμουν στο ΑΧΕΠΑ / στενοχωριόμουν που’ταν εκεί για ένα μήνα / υπήρχαν δύσκολα περιστατικά / δε θα έπινε για τον επόμενο ενάμιση χρόνο / στο πέμπτο έτος ξεκίνησα πάλι τα αγγλικά / τα πλήρωνε η γιαγιά / εγώ πάλι δε διάβαζα / τα σταμάτησα γιατί ντρεπόμουν που έδινε τζάμπα τόσα χρήματα / όλα αυτά τα χρόνια συνέχιζα να παίζω / έπαιζα λιγότερο και με περισσότερες τύψεις / κατέβαζα και διέγραφα ύστερα από λίγο την Dota και το Lineage / μα ό,τι αγγλικά έμαθα τα έμαθα παίζοντας αυτά τα παιχνίδια / άφησαν κάτι κι ας μου στέρησαν πολλά / δεν ήμουν τόσο ώριμος / ούτε αυτοπειθαρχία είχα / συμπεριφερόμουν σα να’μουν δεκαεφτά / σιγά σιγά οι φίλοι άρχισαν να φεύγουν και να παίρνουν ο καθένας το δρόμο του / έπιασα δουλειά στο beach-bar ενός φίλου του πατέρα μου / πάλι με γνωριμία πήρα τη θέση / ήμουν ο έμπιστός του / κρατούσα το ταμείο / πολύ μου άρεσε κι αυτή η δουλειά / έβγαζα για τα δεδομένα μου καλό μεροκάματο / η αυτοπεποίθησή μου είχε ανέβει στα ύψη / άρχισα να φλερτάρω σαν τρελός / τελικά προέκυψε ένα ειδύλλιο με τη Ζ. / τι ωραία που’μασταν στην αρχή / πηδιόμασταν σα να μην υπάρχει αύριο / και μοιραζόμασταν τους πόνους μας ο ένας στην αγκαλιά του άλλου / κλαίγαμε κι ο ήλιος ανέτειλε / η θάλασσα ήταν λάδι στις έξι το πρωί / ήταν παραδεισένιες αυτές μου οι μέρες». Ο Αθανάσης πάντα βοηθιόταν αλλά δεν το καταλάβαινε. Η ζωή του δεν ήταν όσο άσχημη νόμιζε. Μα πάντα κάτι αρνητικό έβρισκε να παρατηρήσει. Ήταν μέχρι τώρα λίγο αχάριστος. Τι να τον έκανε να’ναι έτσι άραγε;
«Η εμπειρία στο beach-bar ήταν ιδιαίτερη / μου άφησε αρκετά θετικά τελικά / μόλις τελείωσα έπεσα με τα μούτρα στο Lineage κι έκαψα την εξεταστική του Σεπτέμβρη / σταμάτησα μετά από δυο μήνες με το παιχνίδι / κι ένα βράδυ / σα να’ταν χθες το θυμάμαι / κρίμα ρε γαμώτο που δεν μπορώ να ανατριχιάσω εδώ που’μαι / με είχε μόλις πάρει ο ύπνος καθώς άκουγα Blackfield / είχα την αίσθηση ότι χτύπησε το κινητό / ήταν κάπου δώδεκα και κάτι / ήταν ο πατέρας μου / ποτέ δεν με έπαιρνε τηλέφωνο / πόσο μάλλον τέτοια ώρα / ο νους μου πήγε στη γιαγιά / όλα αυτά τα χρόνια ανέβαινα στο χωριό για να περάσω λίγο χρόνο ακόμη μαζί της / πάντα αυτήν σκεφτόμουν και δεν έδινα την πρέπουσα σημασία στους άλλους / ακόμη κι αν δεν περνούσαμε ποιοτικό χρόνο μαζί / τουλάχιστον την έβλεπα / μα ο πατέρας μου δεν μου’πε τίποτα για τη γιαγιά / μου’πε για τον θείο / ακόμη ένα καλό που του δίνω είναι αυτό / δεν μου το είπε από την αρχή / πίστευα πως ο θείος λιποθύμησε / μα έμαθα λίγη ώρα μετά από την αδερφή μου πως μάλλον έχει πεθάνει / ο πατέρας μου δεν το αρνήθηκε / με έλουσε κρύος ιδρώτας / η πρώτη εικόνα που μου’ρθε στο μυαλό / η ταράτσα στην εστία / το σώμα μου να πέφτει κάτω / κρατήθηκα / ούρλιαζα πνιχτά μέσα στο μαξιλάρι όλο το βράδυ / ξημερώματα με βρήκα μέσα στο λεωφορείο αγκαλιά με την αδερφή μου / σε λίγο ήμουν στην πύλη της Κολάσεως και τη διάβαινα / πέρασαν κιόλας τρία χρόνια / ακόμη τον θυμάμαι / ζει μέσα μου / σα να μην πέρασε μια μέρα / πότε θα σταματήσω να τον πενθώ άραγε». Κι εδώ τα πράγματα άλλαξαν τελείως για τον Αθανάση. Πολλά του είχαν τύχει. Πολλά και διάφορα. Μα τίποτα δεν μπορούσε να συγκριθεί σε σημασία με αυτό το συμβάν. Τον θάνατο του θείου του. Από αλλού το περίμενε κι από αλλού του ήρθε. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Ήταν λίγο πριν κλείσει τα 24. Όσα χρονάκια μπορούσε να ζήσει ανέμελος, τα’χε ζήσει. Από εδώ και στο εξής, τίποτα δε θα’ταν το ίδιο, και πάνω απ’όλα, δεν θα’ταν ούτε ο εαυτός του ίδιος. Ένα κομμάτι του ήρωά μας θάφτηκε με το φέρετρο του θείου Άγγελου.
«Τη μέρα της κηδείας δε θέλω ούτε να τη θυμάμαι / μα τη θυμάμαι με πολλές λεπτομέρειες / μακάρι να πεθάνω κι εγώ για να ξεχάσω / αναλάβαμε τα ζώα με τον πατέρα / ξεκίνησε κατευθείαν τα δικά του / μου δημιουργούσε πρόβλημα / δεν το έβαζα κάτω / βρήκαμε αγοραστή μετά από λίγο καιρό / μας τα πήρε κοψοχρονιά μα τι να έκανα / είχα παλαβώσει με τον πατέρα μου / μαλώναμε / φοβόμουν να κοιμηθώ / πίστευα πως θα’ρθει να με μαχαιρώσει μέσα στον ύπνο μου / η γιαγιά ήταν χάλια / εγώ δεν πρόλαβα να πενθήσω / ίσως αυτό να πληρώνω αυτά τα χρόνια / το συναίσθημα πρέπει να το βιώνουμε τη στιγμή που πρέπει / στα σαράντα του μόλις που πουλήσαμε τα περισσότερα ζώα / ήταν Γενάρης / την πρώτη φορά που’χα δει τη Ζ. δεν μπορούσα να κάνω τίποτα μαζί της / ήμουν καιρό σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης / μετά έφυγα από το χωριό για την εξεταστική / πέρασα δυο μαθήματα / διάβαζα λογοτεχνία για να μη σκέφτομαι / είχα κάνει ρεκόρ σε μια μέρα με 120 σελίδες από το Πόλεμος και Ειρήνη / ξυπνούσα να πάω στα ζώα / επέστρεφα / ξαναπήγαινα το απόγευμα / μου άρεσε η δουλειά / τα αγαπούσα τα ζώα / σαν εφιάλτης μου φάνηκε κι η μέρα που τα δώσαμε / ένιωθα απαίσια με τον εαυτό μου / μα δεν υπήρχε άλλη λύση / από Φλεβάρη μπήκα πάλι σε κανονικούς ρυθμούς / κι ας είχα κατάθλιψη πλέον για τα καλά / έλεγα ψέματα στον εαυτό μου ότι αντέχω / ψέματα μήπως και το πιστέψω / στην τελευταία εξεταστική πέρασα εφτά μαθήματα / μετά μπήκα στρατό / παρόλο που δεν το ήθελα επέλεξα να πάω για δόκιμος / κι ας έκανα δεκατέσσερις μήνες / τι το’θέλα / πήγα να κάνω τον Ράμπο / όταν με ρώτησε στη συνέντευξη ο Ταξίαρχος στην Κρήτη αν θέλω να γίνω δόκιμος του είπα δεν ξέρω / είχαν περάσει μόνο δέκα μήνες απ’τον θάνατο του θείου / με έπιασαν τα κλάματα / με καθησύχασε / τελικά πήρα δυο χρόνια αναβολή / μα γυρνώντας στο λόχο μου / πάνω στο κρεβάτι με τους ψύλλους / σκεφτόμουν το μέλλον μου / κάτι νέο εμφανίστηκε μέσα μου / ένα νέο όνειρο / ένας οδηγός / κι όλο αυτό γεννήθηκε τη στιγμή που είπα να πάνε να γαμηθούν όλοι / πήρα την απόφαση να σπουδάσω φιλοσοφία / και το λουλούδι της απόφασης αυτής / ήταν το όνειρο που άκουγε στο όνομα Φιλόκοσμος». Το μικρό πέρασμα του Αθανάση από τον στρατό, του έφερε ό,τι δεν του έφεραν έξι χρόνια σπουδών, ένα όνειρο κι έναν σκοπό. Πάντοτε του άρεσαν τα βιβλία, κι ας μην είχε διαβάσει τόσο. Πιο συγκεκριμένα, του άρεσε η διανόηση. Ήθελε να δημιουργήσει το σπίτι της διανόησης και το’χε ονομάσει Φιλόκοσμο στο μυαλό του.
«Πριν το στρατό πήρα λίγο πιο πολύ στα σοβαρά τη σχέση μου με τη Ζ. / τώρα που το σκέφτομαι / ποτέ δεν της έδωσα ό,τι άξιζε / και πάνω απ’όλα μια σοβαρή ευκαιρία / ήμουν χλιαρός μαζί της / της άξιζαν περισσότερα / μετά τον στρατό ξεκίνησα τη διαδικασία για το δίπλωμα οδήγησης / ενώ σκεφτόμουν αν πρέπει να πάω στην Ολλανδία για σπουδές φιλοσοφίας ή στη Σκωτία / τελικά ένας φίλος με έπεισε να πάω στο Εδιμβούργο / πριν φύγω ξεκίνησα το blog που ήθελα για χρόνια / το δούλεψα λίγο / μόλις πήγα στη Σκωτία έγινα χορτοφάγος ενώ από καιρό έλεγα στον εαυτό μου ότι κάνω καλλισθενική / προσπάθησα να δω ξεκάθαρα τον σκοπό μου / σκοπό χτισμένο στο νόημα που’χα ξεκλειδώσει μέσα μου / όσο ήμουν εκεί το πράμα έσπασε με τη Ζ. και μου ζήτησε να το αφήσουμε / το σεβάστηκα / έκλαψα δυο-τρεις μέρες για τις όμορφες στιγμές μας / ήξερα όμως ότι ήταν το καλύτερο και για τους δυο μας / η Σκωτία δε δούλεψε / να φταίει που πήγα με βαριά καρδιά άραγε / η μάνα μου έκλαιγε όταν μ’αποχαιρετούσε στο αεροδρόμιο / η αδερφή μου με είχε ρωτήσει ποιος θα λερώνει τα πιάτα τώρα που έφυγες / όπως και να’χει / επέστρεψα απογοητευμένος / ήθελα να δώσω για μεταπτυχιακό στη Φιλοσοφική / έκαψα την ευκαιρία μου / νοίκιασα στη Θεσσαλονίκη μ’έναν φίλο / μα ξόδεψα σχεδόν όλα τα χρήματα από το μερίδιό μου απ’τα ζώα που πουλήσαμε / ένιωθα άσχημα που τίποτα δεν κατάφερα / έκανα δουλειές του κώλου τον τελευταίο χρόνο / ίσα για να μου αποδείξω ότι δεν αξίζει τίποτα / την πάτησα και με μια φίλη / την ερωτεύτηκα παράφορα αλλά ευτυχώς κράτησε για λίγο / η φιλία μας θυσιάστηκε άδικα / μα έκανα το σωστό με το να τη διεκδικήσω / έπειτα πήρα την απόφαση να πάω για δεύτερη φορά σεζόν / πήγα αλλά έπεσα σε μαλάκα / έφυγα χωρίς να πληρωθώ για την τελευταία εβδομάδα που δούλεψα / πλήρωσα δυο κατοστάρικα για την ελευθερία μου / έτσι το’δα / πήγα για πρώτη φορά διακοπές φέτος το καλοκαίρι / με τα παιδιά / στην Ικαρία / ήταν έτσι κι έτσι / τουλάχιστον χορτάσαμε βυζί / επέστρεψα ανανεωμένος / ξεκίνησα δουλειά στην πιτσαρία / διάβαζα για τις κατατακτήριες της Φιλοσοφικής / το γύρισα στη διανομή και κατέληξα εδώ που’μαι τώρα / αυτή είναι η ιστορία μου / βγάζει νόημα άραγε». Ο Αθανάσης έφτασε σιγά σιγά στο τέλος της ιστορίας του. Είχε τόσο μεγάλη ανάγκη να ωριμάσει όλα αυτά τα χρόνια, μα δεν το συνειδητοποιούσε. Τελικά, ήταν κι αυτός ακόμη ένας νέος άνθρωπος φυλακισμένος στα εφηβικά και νεανικά του όνειρα. Ήθελε να αλλάξει τον κόσμο, ήθελε να προσφέρει, χωρίς ωστόσο να λογαριάζει τον ξενοδόχο. Μετά από όλες αυτές τις αναμνήσεις, είχε καταβραχεί κι ήταν παγωμένος ως το μεδούλι. Τα σύννεφα της καταιγίδας άρχιζαν πλέον να αστράφτουν.
Τίτλος 4ου Κεφαλαίου
Εγώ φταίω;
