
Κεφάλαιο Τρίτο
Καθώς ήταν καθηλωμένος σε αυτή την κατάσταση, βρισκόταν παγιδευμένος στον εαυτό του. Είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου κι είχε απορροφηθεί στον μηρυκασμό των αναμνήσεων της ζωής του.
«Το να φύγει η μάνα ήταν το καλύτερο για αυτή / αυτό το σφάλμα της φύσης που’χα για πατέρα / την είχε χτυπήσει πολλές φορές / την είχε απειλήσει ότι θα τη σκοτώσει και θα την κάψει / όπως έκανε με τη γυναίκα του κι ένα άλλο σκουπίδι από τη σωρεία των ανδρών του χωριού / τη θυμάμαι εκείνη τη γυναίκα / πουλούσε καλαμπόκια στο πανηγύρι / πρέπει να ήταν γύφτισσα από τη Βουλγαρία / έτσι έλεγαν / ό,τι και να ήταν / δε δικαιολογείται καμιά τέτοια πράξη / μεγάλο στόμα ο πατέρας μου / τους τσάκιζε όλους με τη γλώσσα». Ο Αθανάσης είχε χωθεί για τα καλά σε αυτή την τρύπα, την τόσο γνωστή του, ακολουθούσε τη λούπα τόσο εύκολα, όπως είχε κάνει άπειρες φορές στο παρελθόν.
«Δε θυμάμαι πώς ήμουν όμως όταν έφυγε η μάνα / ο καιρός περνούσε / μα εγώ δε θυμάμαι τίποτα / κάπου εκεί / ο πατέρας μου μού γνώρισε τη νέα του σύντροφο / η Φ. ήταν καλή μαζί μου / όπως και με όλους τους άλλους της οικογένειας / και δεν είχα κανένα παράπονο / δεν με πείραζε να συνεχίσουν τις ζωές τους / έτσι κι αλλιώς / ήταν χωρισμένοι εδώ και χρόνια κι ας μην το παραδέχονταν ούτε στους εαυτούς τους / εγώ ήθελα να είναι μόνο καλά / ήμουν αθώος τότε / τουλάχιστον πιο αθώος απ’ό,τι είμαι τώρα / κάπου εκεί ξεκίνησα να πηγαίνω και στο σφαγείο με τον θείο κάθε φορά που πουλούσαμε τα μοσχάρια / καθόμουν πολλές ώρες κι έβλεπα ελεύθερα όλη τη διαδικασία / τώρα μου φαίνεται παράξενο το πώς με άφηναν να κυκλοφορώ έτσι / φοβόμουν και ντρεπόμουν λίγο / ένιωθα την αντρίλα και τη βαρβαρότητα εκεί μέσα / τι τραβούν τα ζώα για εμάς τους ανθρώπους που είμαστε πολύ χειρότεροί τους / μου άρεσε ο αέρας που’χε ο γαμπρός μας που’ταν έμπορας / ήταν παντρεμένος με την ξαδέρφη του θείου / ήθελα να γίνω κι εγώ ζωέμπορας θυμάμαι / ήμουν πιτσιρίκι». Οι αναμνήσεις έρχονταν κι έπεφταν ως καταιγίδα στο μυαλό του Αθανάση. Πότε-πότε, κάποιες από αυτές εμφανίζονταν για πρώτη φορά, παρόλο που τα είχε σκεφτεί και ξανασκεφτεί πάμπολλες φορές όλα.
«Για να δω τη μάνα κατέβαινα στην κωμόπολη / στο πολυκατάστημα με τα ρούχα που δούλευε / ψώνιζα κιόλας / δεν πήγαινα όμως τόσο συχνά / μετά από κανά δυο χρόνια αγόρασε αμάξι με δάνειο / ερχόταν να με πάρει για να πάμε στο χωριό της / έβλεπα τους θείους και τους παππούδες / ήταν ωραία / τότε πρέπει να’ταν που έκανα τη δεύτερη σχέση / ας την πω έτσι / με την Σ. που ήταν φίλη της κοπέλας του Φ. / ήθελαν ακόμη έναν για να βγαίνουν σαν ζευγαράκια στο παρκάκι / τι να έκανα κι εγώ / δέχτηκα την πρόταση / κράτησε λίγο / έναν χρόνο μετά τη μάνα / έφυγε για τη Θεσσαλονίκη με τους γονείς του κι ο κολλητός μου ο Π. / έκλαιγα θυμάμαι αλλά δεν του το’χα πει ποτέ / παράλληλα μάλωσα και με τον Γ. / τον άλλο μου κολλητό επειδή ξεκίνησε το κάπνισμα και δεν μου το’χε πει / είχαμε ορκιστεί να μην καπνίσουμε / ή τουλάχιστον κάτι τέτοιο θυμάμαι / κάπως ένιωσα μια προδοσία / ήμουν απλά μικρός κι ανώριμος κι έβαζα εγωισμό για να δω ποιοι θα μείνουν / τελικά άλλαξα παρέα / οι νέοι μου φίλοι ήταν πολύ καλά παιδιά αλλά λίγο μαμόθρεφτα / έγινα λιγότερο αλήτης / μάλλον / αν υπήρξα ποτέ / ως επισφράγισμα όλων των κακών ήρθε να προστεθεί ο θάνατος του φίλου μας του Α. / σκοτώθηκε με μηχανάκι / από ένα μοιραίο του λάθος / ίσως το πρώτο του γιατί μόλις του το είχαν αγοράσει / ορκίστηκα να μην οδηγήσω ποτέ μου μηχανή / και κοίτα να δεις που παρέβηκα τον όρκο μου / ήμουν δεκατριών τότε / δεν πήγα στην κηδεία / ήθελα να θυμάμαι τον φίλο μου ζωντανό κι ακμαίο». Η ζωή είχε αρχίσει να δυναμώνει τα χαστούκια που έδινε στον ήρωά μας. Κάθε τόσο έπεφτε, έφτυνε λίγο αίμα, μα σηκωνόταν πάλι, πάντα.
«Εκείνη την περίοδο σταμάτησα να πηγαίνω και στις προπονήσεις / τώρα έπαιζα μπάλα μόνο με τα παιδιά στο 5×5 / ποτέ δεν ήμουν τόσο καλός όσο πίστευα πως ήμουν / ήθελα να γίνω για χρόνια ποδοσφαιριστής / μα δεν είχα ούτε αυτό που χρειαζόταν / ούτε έναν άνθρωπο να ασχοληθεί με την πνευματική μου ωριμότητα / ο θείος μού αγόρασε υπολογιστή / δε θυμάμαι πώς τον έπεισα / το ποδήλατό μου είχε χαλάσει και δεν το διόρθωσα ποτέ / άνοιξε και το πρώτο internet-café στο χωριό κι έλιωνα με τις ώρες εκεί / ο εθισμός μού είχε χτυπήσει για τα καλά την πόρτα / ενώ σα να μην έφταναν όλα αυτά / εμφανίστηκαν τα πρώτα μου κόμπλεξ». Τόσα πολλά άλλαζαν για τον Αθανάση, που ήταν σχεδόν αδύνατο να καταλάβει τι του συμβαίνει τότε. Ίσως γι’αυτό έτρωγε το μυαλό του κάθε βράδυ, ήδη από εκείνη την ηλικία, για να καταλάβει τι είχε συμβεί τα προηγούμενα χρόνια.
«Δε θυμάμαι να μιλούσα σε κανέναν για το πώς ένιωθα / δε θυμάμαι αν με ρώτησε και κανείς / και να το έκανε / δε θυμάμαι να απάντησα / απλώς έπαιζα παιχνίδια / Pro στο Playstation / Counter-Strike Dota και Lineage με τους φίλους μου στους υπολογιστές / τόσο έξω όσο και στο σπίτι / είχα γίνει οξύθυμος και αντιδραστικός / ήμουν πάντα αλλά τότε ήταν που το παράκανα / άρχισα να βρίζω παραπάνω από το κανονικό / ευχόμουν πράγματα στους αντιπάλους που ντρέπομαι και μόνο που τα σκέφτομαι τώρα / τελικά όλα αυτά ίσως γύρισαν σαν μπούμερανγκ πίσω μου / υποθέτω πως πρέπει να προσέχουμε για το τι ευχόμαστε στον κόσμο / η επόμενη μεγάλη πληγή ήρθε από εκεί που δεν το περίμενα / είχα μεγαλώσει αρκετά κι είχα αλλάξει / ίσως να μην ήμουν το ίδιο ευχάριστος όπως και στα παιδικά μου χρόνια / ένα βραδάκι που βγήκα από το μπάνιο / άκουσα τον θείο και τη γιαγιά να συζητάνε μεταξύ τους / αναρωτιόνταν γιατί δε φεύγω να πάω στη μάνα μου / στη φωνή τους διαγραφόταν ένα παράπονο / δεν με κατάλαβαν / ήμουν στο μέσα δωμάτιο / ένιωσα κρύο ιδρώτα να με λούζει / κι ας είχα κάνει μόλις ντουζ / αυτό ήταν / η τελευταία μου παρηγοριά στη ζωή είδα να σβήνει μπρος στα μάτια μου / τις επόμενες μέρες προσπάθησα να κάνω σα να μη συμβαίνει τίποτα / μετά από λίγο καιρό / ο φίλος μου ο Τ. ήρθε να με βοηθήσει να κουβαλήσω τη ντουλάπα και το γραφείο στον πάνω όροφο / ήταν άδειος για δυο χρόνια / ευτυχώς ο πατέρας μου το επίπλωσε με τη Φ. / βρήκα καταφύγιο εκεί / από τότε κι ύστερα ήμουν τελείως μόνος / μόνο τώρα καταλαβαίνω ότι έζησα για τουλάχιστον δύο χρόνια σε πλήρη συναισθηματική απομόνωση». Κι αυτό είναι το δεύτερο συμβάν που καθόρισε τον ψυχισμό του Αθανάση. Όχι μόνο δεν ήταν χαρούμενος πλέον, τώρα πια ήταν δυστυχισμένος.
«Κι όμως / τώρα που το θυμάμαι / μια μέρα που επισκέφθηκα τη μάνα μου και την αδερφή μου / τους είχα ανοιχτεί λίγο / με έπιασαν τα κλάματα / πρέπει να έκλαιγα μια ώρα τουλάχιστον / δε θυμάμαι πώς με αντιμετώπισαν / προσπάθησα άραγε ποτέ να απλώσω το χέρι μου για να ζητήσω βοήθεια / δε θυμάμαι τίποτα / δε συνέβη κάτι μετά από αυτό / εκείνη την περίοδο άρχισα να ψηλώνω αρκετά / άφησα τα μαλλιά μου να μακρύνουν / είχα μπούκλες κι ήμουν καμπούρης / λογικά από τις πολλές ώρες στον υπολογιστή / ένιωθα τόσο άσχημος / αδύνατος και με μεγάλη μύτη / τίποτα δεν μου άρεσε πάνω μου / και ένιωθα πως κι οι άλλοι έτσι με έβλεπαν / ήμουν απλά παραιτημένος από τη ζωή / ήμουν χωμένος στον υπολογιστή / κανείς δεν μου μιλούσε πια / ο πατέρας μου είχε χαθεί / είχε αρκετό καιρό να εμφανιστεί / όταν με είδε μετά από δυο χρόνια με ρώτησε υποτιμητικά / εσύ είσαι ο γιος μου / σα να μου’λεγε πώς είσαι έτσι / όταν επέστρεφα με το λεωφορείο από το άλλο χωριό / σκεφτόμουν τι θα συνέβαινε αν πέθαινα / πώς θα αντιδρούσαν οι άλλοι / ήθελα να φτιάξω ένα βιντεάκι με μελαγχολική μουσική και φωτογραφίες μου / ίσα ίσα για να είναι έτοιμο αν γινόταν κάτι». Οι σκοτεινές σκέψεις είχαν αρχίσει να παρουσιάζονται σιγά σιγά στο μυαλό του ήρωά μας. Ο θάνατος είχε μπει ως έννοια στο νου του κι αυτός τη συνήθιζε. Σιγά σιγά θα τη συμπαθούσε, θα συμπαθούσε τον ίδιο τον θάνατο, ώσπου μια μέρα θα τον έκανε μέχρι και ήρωά του.
«Ήμουν μέτριος μαθητής / ανέκαθεν / πάντα έλεγα ότι θα διαβάσω / αλλά δεν το έκανα / μόνο αντέγραφα τις ασκήσεις από τους φίλους μου πριν μπούμε στο μάθημα / με το που γύρναγα σπίτι / πριν κάνω το οτιδήποτε άνοιγα τον υπολογιστή / την ώρα του μαθήματος ζωγράφιζα τους χαρακτήρες μου στα παιχνίδια / έβριζα πολύ κι είχα αμέτρητους ψυχαναγκασμούς / ήθελα να είμαι καλός για να παίρνω αξία μέσα από τον κόσμο των παιχνιδιών / ήμουν τόσο αδύναμος σε όλες τις πτυχές μου / στον κάτω όροφο κατέβαινα μόνο για να φάω / έβγαινα από το σπίτι για να παίξω μπάλα και να αράξω με τα παιδιά που έκαναν skate στην πλατεία / ή όπου έβρισκαν καλά σκαλιά / σπαταλούσα αμέτρητες ώρες στο internet-café κι εκεί ξόδευα όλο μου το χαρτζιλίκι / όταν βγαίναμε έξω για βράδυ καθόμασταν ως αργά και λέγαμε καφριλίκια / πειράζαμε ο ένας τον άλλο / και πολλές φορές ξεπερνούσαμε τα όρια / μέχρι τα δεκάξι δεν είχα κανένα φλερτ / τότε άρχισα να μιλώ με μια κοπέλα που όμως δεν έγινε τίποτα / και κάπου εκεί / λίγο πριν ξεκινήσει η τρίτη Λυκείου / έκανα την επόμενη σχέση μου με την Α. / ναι / αυτή η σχέση ήταν κανονική / κανονική γιατί υπήρχε αγάπη / ήμουν συναισθηματικά σα νεκρός από καιρό / κάτι σαν τον Ωραίο Κοιμωμένο / κι ήρθε η πριγκίπισσα να μου δώσει το φιλί της για να με ξυπνήσει / κι εγώ έπεσα σαν τον μαλάκα με τα μούτρα πάνω της / πόσο θα άντεχε άραγε / μα πριν από αυτό είχα ήδη αρχίσει να επαναστατώ / άρχισα να έχω τις αμφιβολίες μου για όλα κι όλους / με επηρέασε και μια κοπέλα που μιλούσαμε στο Facebook / στη δευτέρα Λυκείου το είχα λιώσει κι αυτό / με περνούσε δέκα χρόνια και με είχε γνωρίσει από μια σελίδα η οποία μοιραζόταν μαθηματικούς γρίφους / μου άρεσε να τους λύνω / και πρέπει να της άρεσε ο τρόπος σκέψης μου / δεν ξέρω αν την προσέγγισα εγώ ή αυτή εμένα / κάναμε κανονικές κουβέντες κι ας μου άρεσε λίγο / έγινα σταδιακά ιδεολόγος / δήλωνα αναρχικός κι άθεος / μα αααχ αυτή η Α. / τελείωνα με το φροντιστήριο κι έτρεχα να τη βρω στη Θεσσαλονίκη / είχα γίνει από σπόντα πρόεδρος του τμήματος κι αντιπρόεδρος του 15μελούς του σχολείου / είχαμε κλείσει και εκδρομή στη Βαρκελώνη / ήταν όλα τέλεια παρά το διάβασμα / το ελάχιστο που έκανα / δυστυχώς χωρίσαμε με την Α. αλλά υπήρξε το πρώτο αληθινό μου δέσιμο / η κοπέλα αυτή ήταν που με εισήγαγε στον κόσμο της λογοτεχνίας / κάθε φορά που κάναμε βόλτα επισκεπτόμασταν ένα υπόγειο βιβλιοπωλείο στην Αριστοτέλους / θυμάμαι να μου διαβάζει κείμενά της στο τηλέφωνο / εγώ με το ζόρι τα καταλάβαινα κρίνοντας απ’το γεγονός πως δε θυμάμαι τίποτα / ήταν τόσο όμορφο να’σαι έφηβος κι ερωτευμένος / ένιωθα ευλογημένος». Τόσες και τόσες σκέψεις, εικόνες και συναισθήματα, με κάποιον τρόπο τον ζέσταιναν εδώ στο παγερό δωμάτιο του νου του. Ο Αθανάσης πηδούσε από τη μια σκέψη στην άλλη, όπως ο Ταρζάν πήδαγε απ’το ένα κλαδί στο άλλο. Κάπου τον οδηγούσε το μυαλό του, αυτός δεν το καταλάβαινε, αλλά αυτό κάπου τον πήγαινε.
«Στα χρόνια του Γυμνασίου / είχα μαλώσει και με την καθηγήτρια των Αγγλικών στο φροντιστήριο / ή τέλος πάντων είχα σπαστεί κι είχα φύγει εν ώρα μαθήματος / μας έλεγε γαϊδούρια θυμάμαι που πάμε αδιάβαστοι και δε σεβόμαστε τα χρήματα των γονιών μας / μα εγώ ένιωθα ότι μας έβαζε πολλά δίχως να τη νοιάζει το γεγονός πως έχουμε αρκετά ήδη από το σχολείο / σηκώθηκα / της είπα ότι δεν έρχομαι εδώ για να με λες γαϊδούρι / κι έφυγα για να παίξω μπασκετάκι με τα παιδιά / ίσως απλά να βαριόμουν και να ήθελα να πάω για παιχνίδι / γιατί στην τελική είχε δίκιο / μια άλλη φορά είχαμε ξεφουσκώσει τα λάστιχα μιας άλλης καθηγήτριας Αγγλικών / μας είχαν δει και μας κάρφωσαν / απ’τους δυο ή τρεις που κάναμε τη δουλειά / μόνο εγώ είχα παρουσιαστεί στο φροντιστήριο / ενώπιον των μανάδων των άλλων κι ίσως και της γιαγιάς / τα άκουσα όλα με σκυμμένο το κεφάλι / με τον θείο δεν πήγαινα τόσο συχνά στο βουνό κι όταν πήγαινα μου έλεγε κάτσε μέσα στο αμάξι και διάβασε / έκανα ελάχιστα / έβαζα νερό στα μοσχάρια κι έδινα δρόμο στις αγελάδες να πάνε προς τη γούρνα / μου άρεσε να τις βοσκώ / ή καλύτερα να περπατώ δίπλα τους / μου φαινόταν τότε τόσο φυσικό / κι αγαπούσα τα ζώα μας και τα σκυλιά μας / κουβαλούσα όμως πάντα το βιβλίο των μαθηματικών και τις ασκήσεις για το φροντιστήριο / είχα αρχίσει να ηρεμώ μάλλον / αλλά δεν είμαι σίγουρος / κι όμως / ο θείος μού είχε πει μια φορά / πρόσεχε τα βιβλία μη σε κάνουν χαζό / σήμερα νιώθω ότι είχε δίκιο». Ο θείος του Αθανάση ήταν ένας απλός και πολύ ζωντανός άνθρωπος. Είχε τις ατέλειές του, όπως όλοι, κι όσο κι αν είχε πικραθεί ο ήρωάς μας μαζί του, εξακολουθούσε να τον σέβεται όσο κανέναν.
«Ήθελα να γίνω κοσμολόγος για ένα διάστημα / μου άρεσε πολύ η εκπομπή το Σύμπαν που Αγάπησα / μου άρεσε η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να ξέρει πράγματα τόσο ουσιώδη / πράγματα των οποίων η γνώση ήταν αρκετή για να μας μετακινεί / να μας αλλάζει την οπτική / να μας ανοίγει ορίζοντες / κατά τα άλλα μάθαινα πράγματα κι από τους Ράδιο Αρβύλα / που με επηρέαζαν πολύ με το καυστικό τους χιούμορ / τι ωραίο που είναι να κατηγορείς τους άλλους / μα και τι δύσκολο να πρέπει να προτείνεις λύσεις στα προβλήματα / κάπως έτσι ήμουν θυμάμαι τότε / μόνος από τα δεκατέσσερα ή δεκαπέντε στον πάνω όροφο / σα να είχα κατάθλιψη και δεν το ήξερα / ίσως το γεγονός πως έπαιζα τόσες ώρες να με βοηθούσε να μη σκέφτομαι / κι όμως / τα βράδια που έπεφτα να κοιμηθώ / δυσκολευόμουν αφάνταστα / μ’αυτά και μ’αυτά / ήρθαν οι πανελλήνιες / έδωσα εξετάσεις κατά κάποιον τρόπο αδιάβαστος / τα είχα παρατήσει όλα μετά τον χωρισμό / ήδη από τον Φλεβάρη / για κάποιον λόγο τα πήγα καλά / θυμάμαι στην αρχή της χρονιάς είχα γράψει σε ένα χαρτάκι / θέλω να βγάλω 17.500 μόρια για να περάσω στο Οικονομικό Θεσσαλονίκης / θα το κάνω για εμένα και την Α. / δε θυμάμαι πώς κατέληξα σε αυτή την επιλογή / μετά τις εξετάσεις / πήγαμε για μπάλα κι έπαθα διάστρεμμα / μια εβδομάδα μετά έπαθα και σκωληκοειδίτιδα / όλο το καλοκαίρι το έβγαλα στο σπίτι ξάπλα / έβγαινα καμιά βόλτα και πήγαινα και στο internet-café / αν και λιγότερο / τρεις μήνες μετά έπαθε και η Α. σκωληκοειδίτιδα / πήγα να την επισκεφθώ και δε με άφησε ο φύλακας γιατί είχαν τελειώσει οι ώρες του επισκεπτηρίου / έκανα πως έφευγα μα γύρισα πίσω τρέχοντας και τη βρήκα στο δωμάτιο που μου είχε πει / χαιρέτησα τον φύλακα καθώς έβγαινα / τελικά έπιασα το Οικονομικό αν κι έγραψα λιγότερα μόρια / αλλά δεν ήταν ούτε για εμένα / πόσο μάλλον για την Α. / μέσα στη χρονιά / ο θείος είχε ανέβει να με ρωτήσει γιατί γράφω στο Facebook ότι είμαι άθεος / αφού του εξήγησα ότι κι αυτός είναι μιας και δεν κάνει τίποτα απ’όσα λέει η θρησκεία / και τον έβαλα στη θέση του / του είπα ότι είχα ακούσει και τον ίδιο και τη γιαγιά να αναρωτιούνται πριν λίγα χρόνια γιατί δεν πάω στη μάνα μου / είχαμε συγκινηθεί / μου είπε ότι με αγαπάει περισσότερο από όλους / το πίστευα αυτό μα καταλάβαινα ότι οι άνθρωποι έχουν κι αδύναμες στιγμές / δεν ήταν όλα άσπρο-μαύρο». Ο Αθανάσης ήταν γεννημένος μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Είχε τόσο μα τόσο πολύ ανάγκη από αγάπη, μα όση κι αν πήρε απ΄τους ανθρώπους του, δεν ήταν αρκετή για να ζεστάνει τη δική του καρδιά. Δεν είχε σκεφτεί να ζητήσει βοήθεια όλα αυτά τα χρόνια, από ποιον να ζητούσε άλλωστε.
Τίτλος 3ου Κεφαλαίου
Κάτι μέσα μου σπάει
