
Κεφάλαιο Δεύτερο
Οι μέρες περνούσαν κι ο Αθανάσης είχε αρχίσει να συνηθίζει τη νέα του κατάσταση. Ήξερε ότι ήταν σε κώμα και περνούσε αυτές τις βασανιστικές ώρες σκεπτόμενος πότε τη ζωή του, πότε τις φιλοδοξίες του, πότε τους ανθρώπους του. Αυτό που διαπίστωσε και του στοίχισε το κάτι παραπάνω, ήταν η αδυναμία του να κλάψει. Δίχως την επαφή με το σώμα του, αυτή η τόσο καταπραϋντική εκτόνωση ήταν αδύνατη πλέον. Τώρα ήταν καταδικασμένος στη σκέψη.
Μια από αυτές τις μέρες, αποφάσισε να επαναφέρει στη μνήμη του όλες του τις αναμνήσεις μέχρι τη στιγμή του ατυχήματος. Προσπαθούσε κάτι φαίνεται, μα τι ήταν αυτό; «Θυμάμαι να’μαι μωρό / δύο ή τριών ετών / είναι μεσημέρι / η μάνα κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο / εγώ δεν μπορώ να κοιμηθώ / αλήθεια γιατί με έβαζε κάθε φορά για ύπνο / ήθελα να παίξω με τα παιχνίδια μου / ήταν χωμένα όλα μαζί σε μια τεράστια μαύρη σακούλα / πιο μεγάλη από μένα / και με περίμεναν έξω στη σκάλα / άνοιξα την πόρτα του δωματίου μου / περπάτησα στις άκρες των δαχτύλων μου / πήγα να ανοίξω και την εξώπορτα / μια φωνή / η μάνα με κατάλαβε / Θανάσηηη! / χέστηκα πάνω μου και επέστρεψα στο δωμάτιό μου». Ο Αθανάσης μεγάλωσε στον Σοχό, ένα χωριό έξω από τη Θεσσαλονίκη. Το σπίτι του βρισκόταν στους πρόποδες ενός βουνού, ήταν στο όριο μεταξύ του χωριού και του δάσους. Μέχρι τα 18 έμενε εκεί, ακροβατώντας ανάμεσα στον πολιτισμό και τη φύση. Δεν μεγάλωσε τόσο εύκολα, κι ας μην το είχε συνειδητοποιήσει τόσα χρόνια. Γι’αυτόν, οι δύσκολες συνθήκες αποτελούσαν τη μόνη πραγματικότητα που γνώρισε.
«Ο πατέρας μου / απορώ πώς τον αγαπούσα τότε / πάντα έλειπε από το σπίτι / κι όποτε ερχότανε / το κλίμα βάραινε / τον θυμάμαι κυρίως να φωνάζει / να΄ναι πιωμένος και να φωνάζει / γιατί φώναζε / τι να έλεγε άραγε / ψάχνω τόσο πολύ για να βρω κάποια θετική ανάμνηση / μα τζίφος». Ναι, ο ήρωάς μας ήταν από εκείνα τα παιδιά που γνώρισαν την ενδοοικογενειακή βία. Τι κι αν δεν στράφηκε ο πατέρας του ποτέ προς αυτόν, πλήγωνε παρ’όλα αυτά όποιον αγαπούσε, καταστρέφοντας το περιβάλλον γύρω του. Η ανασφάλεια δέσποζε μέσα στο σπίτι τις μέρες που ερχόταν ο πατέρας του. Πόσο καλά μπορεί να πάει αυτό; Και τι μπορεί να προκαλέσει στον ψυχισμό ενός μικρού παιδιού;
«Είχε καλή δικαιολογία / ήταν οδηγός βυτιοφόρου / ταξίδευε / κι αν και μπορούσε να επιστρέφει καθημερινά / αυτός πάντα έλειπε / την καταλαβαίνω τη μάνα μου / ήταν μόνο 20 χρονών / 10 χρόνια μικρότερή του / πώς ήταν να μεγαλώνει μόνη της δυο παιδιά / την αδερφή μου δεν τη θυμάμαι τόσο τα πρώτα χρόνια / έμενε πολλές φορές στο ισόγειο με τη γιαγιά και τον θείο / ίσως ερχόταν για ύπνο / μα δεν τη θυμάμαι». Η οικογένεια του ήρωά μας έμενε στον πρώτο όροφο ενός διώροφου σπιτιού. Στο ισόγειο έμενε ο ανύπαντρος θείος και η γιαγιά του, που είχε χηρεύσει λίγο πριν γεννηθεί ο Αθανάσης.
«Τι τραβούσε η μάνα όλα αυτά τα χρόνια / πόσες φορές δεν ήρθε ο πατέρας μου και την τρομοκρατούσε / πόσες / και τότε στο ατύχημα / πώς μας γλίτωσε / μα να θέλει να κουβαλήσει μαζί με την οικογένειά του δέκα μπετόνια βενζίνη / γυρνούσαμε από τη θάλασσα / επαρχιακός δρόμος / ο πατέρας μου σουρωμένος / μάλωναν / εγώ κοιμόμουν στο πίσω κάθισμα / δίπλα μου η αδερφή μου / θυμάμαι μόνο να ξυπνώ και να είμαστε ανάποδα στο αμάξι / σπασμένα τζάμια / ουρλιαχτά / αίματα / τρόμος / είχαμε βγει απ’τον δρόμο / τουμπάραμε / το αμάξι προσγειώθηκε με την οροφή σε έναν λάκκο / κόσμος σταμάτησε και μας βοήθησε να βγούμε απ’το αμάξι / πρώτα η μάνα μου / μετά η αδερφή μου / στο τέλος εγώ / με τραβούσαν προς τα πάνω / έξω από το παράθυρο του οδηγού / ο πατέρας μου ακόμα μέσα στο αμάξι / με κράταγε από το πόδι / δεν το άφηνε / δε με άφηνε να φύγω / μια ζωή νιώθω αυτό το χέρι / να με σφίγγει / να μη με αφήνει να προχωρήσω / ναι / αυτό το χέρι / το χέρι του πατέρα μου / ευτυχώς δεν πάθαμε τίποτα / η μάνα μου χτύπησε στο κεφάλι της / έτρεχαν αίματα / μάλωναν γιατί η μάνα είχε κατεβάσει στα κρυφά τα μπετόνια πριν φύγουμε για θάλασσα / ο πατέρας μου που έκλεβε καύσιμα απ΄τη δουλειά / τα μοίραζε δεξιά κι αριστερά / αυτά θα τα έδινε σε έναν θείο της μάνας μου / όσο καλό έκανε μια ζωή στους άλλους / άλλο τόσο κακό έκανε ο μαλάκας στην οικογένειά του / σκουπίδι / έφερνε ελάχιστα χρήματα σπίτι / μας βοηθούσε ο θείος / περπατούσαμε με την αδερφή και τη μάνα μου στο λιοπύρι / λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο κάτω ένα βενζινάδικο / μας φόρτωσαν σε ένα αγροτικό και μας πήγαν στο Κέντρο Υγείας του χωριού / την επόμενη μέρα είχα δει την αναφορά του ατυχήματος στον Παπαδάκη μαζί με τη γιαγιά / πόσο να ήμουν / πέντε έξι / τότε κατέβηκα κάτω κι άρχισα να κοιμάμαι στο δίπλα ντιβάνι μαζί της / πήρα τη θέση της αδερφής μου κι εκείνη τη δική μου». Αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα τραύματα του Αθανάση, που εδώ και χρόνια τον έχει σημαδέψει. Είχε αίσιο τέλος, αλλά αυτό το παραλίγο, αυτό το κράτημα του ποδιού του, αυτό το «Άσ’τον!» της μάνας του, αυτά φωλιάζουν κι επανέρχονται στο νου του πιο συχνά απ’ό,τι θα έπρεπε.
«Κι όμως / κι η μάνα μου / μέσα στο δράμα της / μου είχε δώσει δυο χαστούκια / δεν ήταν τόσο ο πόνος τους που με ενόχλησε / ήταν το γιατί / γιατί να με χαστουκίσει / το πρώτο το καταλαβαίνω περισσότερο / ήμουν έξι κι είχα πάει να δω ταινία με τον φίλο μου τον Σ. / στο σπίτι του μετά το παιχνίδι στην πλατεία / η μάνα του με ρώτησε / ξέρει η μαμά σου ότι είσαι εδώ / τι να απαντούσα / είπα ψέματα / κάθισα μέχρι τις δώδεκα το βράδυ / πήρα το ποδηλατάκι μου κι άρχισα να ανηφορίζω προς το σπίτι / περνάει ένα αμάξι / κατεβαίνει η μάνα μου / μου δίνει ένα χαστούκι / πού ήσουν / τρόμαξα / πήγαινα στην αστυνομία να δηλώσω ότι χάθηκες / εντάξει / χαζομάρα μου / στο δεύτερο ήμουν μεγαλύτερος / ήμασταν στην Αλεξανδρούπολη σε κάτι φίλους / είχα μιλήσει άσχημα ή είχα βάλει εγωισμό / δε θυμάμαι / ήμουν οχτώ / πάλι μου έδωσε χαστούκι μπροστά στους άλλους / με πείραξε / δεν της το συγχώρεσα ποτέ / απομακρύνθηκα κι άλλο / γιατί ήμουν έτσι / δεν ξέρω». Όσο περνούσαν τα χρόνια, ο Αθανάσης ζούσε πράγματα, θετικά κι αρνητικά, αλλά για κάποιο λόγο αυτά που του προκαλούσαν πόνο χαράζονταν βαθύτερα στη μνήμη του.
«Κοιμόμουν απ’τα έξι δίπλα στη γιαγιά / θυμάμαι να ακούω κουδούνια μέσα στη νύχτα / ξυπνούσα / ο ήχος μεγάλωνε / κι ο τρόμος μου το ίδιο / ήξερα / ήταν ο πατέρας μου που φόραγε τα κουδούνια / πάλι σουρωμένος / πάλι θα δημιουργούσε θέμα / ερχόταν / φώναζε κι έβριζε / έσπαγε λάμπες παράθυρα ποτήρια / κουκουλωνόμουν κάτω από τα σκεπάσματα κι έκανα πως κοιμάμαι / η μάνα μου έτρεχε πίσω από τον θείο για να μην τη χτυπήσει / ο θείος του φώναζε / οι νύχτες των καρναβαλιών μας». Στον Σοχό, υπάρχει ένα αποκριάτικο έθιμο με κουδουνοφόρους. Με το που αλλάξει ο χρόνος και μέχρι να τελειώσουν οι Απόκριες, οι χωριανοί βάζουν τα κουδούνια και τα δέρματά τους τιμώντας τις παραδόσεις, αλλά λίγοι είναι αυτοί που κάνουν τέτοια καμώματα όπως έκανε ο πατέρας του.
«Α ρε πατέρα / θυμήθηκα και τη γκόμενά σου / τη μια από τις πολλές / είχε πάρει μέσα στη νύχτα τηλέφωνο και μιλούσε με τη γιαγιά / σε έψαχνε / η γιαγιά της έλεγε να σε αφήσει ήσυχο / γυναικάς και πότης μια ζωή / μου έδωσες άθελά σου το αντιπαράδειγμα / σε ευχαριστώ». Ο πατέρας του Αθανάση ήταν κλασικό παράδειγμα τοξικής αρρενωπότητας. Τον ένοιαζε μόνο η καλοπέρασή του. Ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε πραγματικά για την οικογένεια που δημιούργησε. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι του έλειπε το πατρικό ένστικτο, μα ήθελε να κάνει κουμάντο στο σπίτι του, παρόλο που έλειπε μια ζωή. Είχε τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, που επισκίαζε με ευκολία τη λιγοστή αγάπη που έτρεφε για τους άλλους.
«Θυμάμαι και τότε που είχε έρθει σπίτι κι ήμουν μόνος / έπεσε στο πάτωμα / πρέπει να ήμουν εννιά / τον τραβούσα / δεν ξέρω πώς ακριβώς / πού έβρισκα τη δύναμη μιας και ήταν 110 κιλά / να έρθει στην κρεβατοκάμαρα / τι εικόνα κι αυτή που θα επαναλαμβανόταν αμέτρητες φορές τα επόμενα χρόνια». Για χρόνια πίστευε ότι ο αλκοολισμός του πατέρα του ήταν το πρόβλημα, αλλά τώρα τελευταία είχε παραδεχθεί στον εαυτό του ότι το πρόβλημα ήταν ο ίδιος του ο χαρακτήρας. Ελπίδα καμιά.
«Αυτά τα παιδικά μου χρόνια / πώς πέρασαν έτσι / μα γιατί κρατώ μόνο τα αρνητικά / τον πατέρα και τη μάνα μου / τα μαλώματα με την αδερφή μου / τους φίλους που με είχαν δείρει μια φορά επειδή γέλασα άθελά μου όταν ένας από αυτούς έπεσε από ένα τοιχάκι / ναι / δεν έπρεπε να γελάσω / αλλά κι αυτοί γιατί έπρεπε να με βάλουν στο παγκάκι / να με πιάνουν χέρια πόδια και να μου δίνουν μπουνιές στην κοιλιά / δε με πείραξε το ξύλο / με πείραξε που πήγα κλαμένος στη μάνα μου / της έλεγα τι έγινε / κι αυτή δε μου έδωσε σημασία / είχε να πάει κάπου / γαμώ το στανιό μου μάνα / μια άλλη φορά / τότε που έκλεβα βαλβίδες από τα αμάξια / είχα πραγματικά εθιστεί / κάποιοι φίλοι μου με έπιασαν και με πήγαν στην αστυνομία / έκλαιγα / ο αστυνομικός είπε να μην το ξανακάνω / είχαν όλοι τους δίκιο / μα εγώ έχανα σιγά σιγά την εμπιστοσύνη μου στους ανθρώπους μου». Ναι, έχανε την εμπιστοσύνη του κι άρχισε ήδη από τα παιδικά του χρόνια ο Αθανάσης να κλείνεται στον εαυτό του. Ήθελε πάντα κάποιον να πιστεύει σε αυτόν, ότι είχε δυνατότητες, μα ποτέ κανείς δεν τον πίστεψε, ποτέ δεν τον βοήθησε, κι αν πείραζε μια φορά αυτό να προέρχεται από τους ξένους, τον πείραζε δέκα φορές περισσότερο όταν συνέβαινε μέσα στο σπίτι του.
«Είχα κι όμορφες στιγμές όμως / ναι / τι ωραία που ήταν / ήμουν κάτω με τη γιαγιά / ερχόταν ο θείος και μου έφερνε σοκολάτες / Kinder έκπληξη και Kiss / με ρώταγε αν έμαθα να σφυρίζω / εγώ έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα / καμιά φορά πηγαίναμε στο βουνό να βρούμε τις αγελάδες που δεν είχαν επιστρέψει από τη βοσκή στο στάβλο / έβγαινα κι εγώ να τον βοηθήσω να τις μαζέψουμε πιο γρήγορα / ερχόταν και η γιαγιά για παρέα / άλλες φορές πηγαίναμε το απόγευμα στο στάβλο / καθόμουν στα πόδια της / ο θείος άρμεγε / ακούγαμε τα κουδούνια και τα μουγκριτά των ζώων / ηλιοβασιλέματα / εκεί τα λάτρεψα νομίζω / η γιαγιά μου έδινε να φάω ψωμί και τυρί / ήταν οι καλύτερες στιγμές της ζωής μου / πολλά βράδια ο θείος έψηνε πανσετούλες στη σόμπα και τρώγαμε μαζί / έτρωγα κρέας και ψίχα από ψωμί / αυτουνού του άρεσαν οι κόρες / ψήναμε και κάστανα τον χειμώνα / η γιαγιά μού καθάριζε αυγά ή μανταρίνια / πότε πότε παλεύαμε με τον θείο και μου έδειχνε τεχνικές / βλέπαμε κι οι τρεις τηλεόραση / το αγαπημένο μου ήταν οι διαφημίσεις με τα παιχνίδια / τους έπρηζα να μην αλλάξουν το κανάλι / έλεγα θέλω αυτό κι αυτό κι αυτό / κι αν και δεν παίρναμε ποτέ τίποτα / εγώ πάντα ήμουν χαρούμενος μαζί τους». Έρχονταν αυτές οι στιγμές και ισορροπούσαν την κατάσταση κι έκαναν τον Αθανάση ευτυχισμένο μέσα στην άγνοιά του. Την άγνοια για τον πόνο που φώλιαζε στην καρδιά του.
«Μια φορά θυμάμαι πως είχε έρθει ο θείος να με πάρει από το άλλο μου χωριό / την Αρέθουσα / μου είχε πει / ό,τι ώρα και να τηλεφωνήσεις θα έρθω να σε πάρω σπίτι / και βράδυ να’ναι θα’ρθω / έτσι κι εγώ είπα στη μάνα μου τότε / ο θείος είπε ότι θα’ρθει / τον πήραμε τηλέφωνο και ήρθε με τη γιαγιά / φορτώσαμε το ποδηλατάκι μου στην καρότσα του αγροτικού και πήγαμε να κοιμηθούμε σπίτι». Αυτές οι μικρές κινήσεις ήταν τόσο δυνατές κι έδειχναν τι πάει να πει αγάπη στον Αθανάση. Τις είχε τόσο μα τόσο ανάγκη, κι ευτυχώς είχε να πάρει πολλά μαθήματα από τον θείο του τον Άγγελο και τη γιαγιά του την Καλλιόπη.
«Πόσο όμορφη ήταν η ζωή στο χωριό / αυτά τα καλοκαίρια / αυτοί οι χειμώνες / τίποτα δεν θα άλλαζα / θα τα ξαναζούσα όλα / τις γιορτές του θείου που ετοιμάζαμε το σπίτι για τους φίλους του / τα βράδια που πηγαίναμε στο βουνό / το παιχνίδι στα χιόνια / τα κάλαντα με τον Π. και με τον Β. / τα Χριστούγεννα κι εκείνο το Δέντρο με τα λαμπάκια του / οι χιονάτες / το χριστουγεννιάτικο γλυκό της μάνας που τις έκανε τόσο νόστιμες / αλλά και η θάλασσα που πηγαίναμε μια στο τόσο / το Παιδί και Θάλασσα / οι βόλτες στην πισίνα / πώς έμαθα να κολυμπώ / νομίζω από τη λαχτάρα μου για το νερό μπήκα κάπου στα έξι κι απλά κολύμπησα / τόσο παιχνίδι που έχω ρίξει / πάντα πίσω από μια μπάλα / τι χαζός που ήμουν τότε που νευρίασα με τον Γ. / πέταξα στο ημίχρονο τη φανέλα μου στο τέρμα και πήγα στα αποδυτήρια / τι άλλο έκανα τότε / ναι / μου άρεσε να χτίζω καλυβάκια και να μπαίνω εκεί μέσα / είχα μια τάση για απομόνωση / ήθελα να βγαίνω από τον κόσμο των άλλων και να είμαι μόνο στον δικό μου / ναι / κι αυτό μου άρεσε πολύ / έχω κάνει παρέα με τόσα άτομα / είχα και τους κολλητούς μου τον Π. και μετά τον Γ. / είχαμε περιστέρια και κουνέλια / είχαμε και πάπιες / με ένα σωρό χαζομάρες ασχοληθήκαμε / έπεσα και στο PlayStation / έπαιζα San Andreas και Pro Evolution / έχοντας τερματίσει το Game Boy και τα Pokemon / τι ωραία και αθώα χρόνια». Ο Αθανάσης είχε μια ζωή παιδιού όπως όλα στην ηλικία του και την εποχή του. Τίποτα δε στερήθηκε. Ούτε το παιχνίδι, ούτε την αγάπη. Απλά ήταν αυτή η κατάσταση στο σπίτι που ετοιμαζόταν να σκάσει σα βόμβα, και που κάποια μέρα θα έσκαγε. Έμαθε πώς είναι να έχεις πατέρα και μάνα στο σπίτι από τον φίλο του τον Π., επισκεπτόταν το σπίτι του κολλητού του και περνούσε πολλές ώρες μαζί του. Μάθαινε την ομορφιά τού να είναι οι γονείς ενός παιδιού μαζί και να αγαπιούνται, όχι όπως οι δικοί του που δεν τους θυμόταν να’ναι ποτέ έτσι.
«Με ποιον ήμουν τότε / ναι / πρέπει να ήταν ο Μ. / κάναμε κοπάνα από τη σχολική γιορτή / πήραμε τα ποδηλατάκια μας και πήγαμε στο βουνό / κατέβηκα χωρίς φρένα / τι διάολο σκεφτόμουν άραγε / πηγαίναμε συχνά με τα παιδιά για πετάγματα με τα ποδήλατα / αυτή η αίσθηση του να’σαι στον αέρα και να μην ελέγχεις το σώμα σου και το ποδήλατο / ανατριχιαστική / πόσες φορές δεν έπεσα / είχα τρακάρει και με ένα αυτοκίνητο / έπεσα στην πίσω πόρτα / κλάσματα δευτερολέπτου πιο νωρίς και θα με είχε πάρει από κάτω / αυτή είναι η ζωή / πόσες ώρες δεν έφαγα στην τηλεόραση μπροστά / κάθε μεσημέρι καθημερινής / τα πρωινά του Σαββατοκύριακου / χάζευα τα παιδικά / δε διάβαζα ποτέ / μάλλον διάβαζα ελάχιστα / θυμάμαι μια φορά που γύρισα ορεξάτος από το σχολείο / η μάνα μου μιλούσε στο τηλέφωνο / έκατσα να κάνω τις ασκήσεις που είχαμε για την επόμενη / τις έκανα όλες όσο καλύτερα μπορούσα / ήθελα να τις δείξω στη μάνα μου / ακόμη μιλούσε στο τηλέφωνο / τι διάολο μπορεί να έλεγε / δεν έχω ιδέα / με εξέταζε μόνο στην ιστορία / ή τουλάχιστον έτσι θυμάμαι / μου άρεσε πολύ η ιστορία / τα θρησκευτικά και τα μαθηματικά / αλλά ήμουν μέτριος μαθητής / πού χρόνος για μαθήματα όταν υπάρχει τόσο παιχνίδι!» Τόσες σκέψεις έκανε ο Αθανάσης για το παρελθόν του. Τις αφηγούνταν σαν ιστορία μέσα στο κεφάλι του, σε αυτόν τον ίδιο. Και συνέχιζε ακάθεκτος, τι άλλο θα μπορούσε να κάνει άλλωστε στην κατάστασή του; «Θυμάμαι και τα βράδια που καθόμουν στην κατηφόρα μπρος στο σπίτι / δεν ξέρω τι σκεφτόμουν / πράγματα διάφορα / καμιά φορά με έπαιρνε το παράπονο / κι ερχόταν ο γάτος μου ο Μάτσης να τον χαϊδέψω / ήταν μια παρηγοριά / κάποια στιγμή έφαγε φόλα / τι καλό γατί που ήταν / τον βρήκα και τον πήρα στην αγκαλιά μου / τον πήγα σπίτι / ήρθε ο κτηνίατρος και του έκανε μια ένεση / αλλά σε μισή ωρίτσα πέθανε στα χέρια μου / ο αγαπημένος μου γάτος / γιατί μας παίρνουν ό,τι αγαπούμε / αναρωτιόμουν».
«Ναι / δεν ήταν όλα ρόδινα / εντάξει / πηγαίναμε και βλέπαμε τον ΠΑΟΚ στην καφετέρια και πίναμε σοκολάτα / η γιαγιά κι ο θείος με χαρτζιλίκωναν πάντα / αλλά τα πράγματα στο σπίτι ήταν όπως ήταν / ο πατέρας μου βρήκε το μπιμπερό μου και το πέταξε στην κατηφόρα μπρος στο σπίτι / με είχε πειράξει αλλά είχε δίκιο / από τα λίγα καλά που είχε κάνει / έκανε κι από αυτά / ήμουν εφτά χρονών και η γιαγιά δεν μου ξέκοβε το μπιμπερό / ήταν αλήθεια ότι κατέβαζα το γάλα με τα λίτρα κάθε μέρα / με το ποτήρι η κατανάλωση μειωνόταν / τι να κάνει κι αυτή / πάντως στους γιατρούς με πήγαινε ο θείος / αυτό το θυμάμαι / και η γιαγιά για τα εμβόλια / παίρναμε το βιβλιάριο του ξαδέρφου μου γιατί ήμουν ανασφάλιστος / και με τη βούλα». Σκεφτόταν και σκεφτόταν ο ήρωάς μας. Οι αναμνήσεις του κυλούσαν σαν γάργαρο νερό. Κάθε τόσο προέκυπταν κάποιες που ήταν τραυματικές, όπως τότε που μέσα στη νύχτα χτύπησε το τηλέφωνο, ο Αθανάσης πρέπει να ήταν έξι, κάποια θεία του είπε στη γιαγιά του ότι ένας ξάδερφός του, ο Β. ο οποίος έκανε τη θητεία του, είχε βγει απ’τον δρόμο με το αυτοκίνητο και σκοτώθηκε. Τέτοια παγωμάρα ένιωθε πρώτη φορά. Ξημέρωναν Χριστούγεννα.
Είχε όμως και θετικές αναμνήσεις από τους γονείς του, ήταν πιο λίγες, αλλά κι αυτές σημαντικές. «Παίζαμε με την αδερφή μου και τον πατέρα μου ξερή / εκείνη έπινε κρασί κι εγώ μια μίξη αναψυκτικών / τι να έπινε ο πατέρας μου / η μάνα μου μας έλεγε μια φορά ανέκδοτα και πεθαίναμε στα γέλια / με τον Τοτό πρέπει να ήταν / και στις δυο περιπτώσεις ήμασταν εγώ κι η αδερφή μου / μια με τον έναν τους μια με τον άλλο / ποτέ δεν περάσαμε καλά όλοι μαζί / με τον πατέρα μου πήγαινα και βόλτα με το βυτίο / κάναμε πολλά δρομολόγια / δεν ήταν το πιο εύκολο πράγμα / βαριόμουν στο δρόμο αλλά μου άρεσε / με τη μάνα μου κατέβαινα για ψώνια στη Θεσσαλονίκη / κι εκεί βαριόμουν αφάνταστα / αλλά μου άρεσε η βόλτα / αυτά είναι όλα κι όλα». Τα χρόνια περνούσαν, ο Αθανάσης μεγάλωνε, οι καταστάσεις αλλάζανε. Σε λίγο τα πράγματα θα σοβάρευαν.
«Εκείνα τα χρόνια / έτυχε να αγαπήσω ένα κορίτσι όλο κι όλο / τότε που στις τρεις πρώτες τάξεις του Δημοτικού καθόμασταν μαζί / τη Γ. / κι έκανα την πρώτη μου σχέση με την Α. / στην έκτη Δημοτικού / κι ας την μπέρδευα με τη δίδυμη αδερφή της / τι άλλο θυμάμαι / ναι / κάπου εκεί / δεν ξέρω γιατί μου έμεινε / παίζαμε κρυφτό πάνω από δέκα παιδιά μαζί / αγόρια κορίτσια / με έβαζαν να φυλάω σε κάθε γύρο / ένιωθα ότι αδικούμαι / ήμασταν παιδιά». Ήξερε ο Αθανάσης τι εστί δίκαιο από μικρός, γι’αυτό κι όταν ήρθε η μέρα να φύγει η μάνα του από το σπίτι, αυτός είχε ανάμικτα συναισθήματα.
«Θυμάμαι τη μάνα να ψιθυρίζει / μικρός νόμιζα ότι μπορούσα κι άκουγα τις σκέψεις της μέσα στο κεφάλι της / μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι απλώς ψιθύριζε / ήρθε η μέρα που η μάνα πήρε την απόφαση να φύγει από το σπίτι / έπιασε δουλειά και με τον πρώτο της μισθό νοίκιασε κάπου / δεν ήταν επιπλωμένο / στο πάτωμα κοιμόταν στην αρχή / σε λίγο ήρθε και πήρε την αδερφή μου από το σπίτι μας / προσπάθησε να πάρει κι εμένα / μα εγώ ήξερα ότι ήταν καλύτερο για όλους να μην πάω μαζί τους / ήταν δύσκολη απόφαση / λειτούργησα εγωιστικά / δεν ήθελα να χάσω τη ζωή που είχα στο χωριό / ούτε τον θείο και τη γιαγιά / επέλεξα να μείνω πίσω / αυτές έφυγαν / το σπίτι άδειασε απότομα / βοηθούσα τους ανθρώπους που ήρθαν για τη μετακόμιση / ήμουν χαρούμενος και περήφανος για τη μάνα μου / θα ήθελα να με πιέσει περισσότερο / αν και δύσκολα θα πήγαινα μαζί της στη νέα κωμόπολη / τελικά θα μου στοίχιζε πολύ περισσότερο / ο χρόνος θα το έδειχνε / αλλά και πάλι ήταν η καλύτερη λύση / κι ας έμοιαζε σε έναν βαθμό και με αυτοθυσία / ήμουν δώδεκα κι ώριμος αρκετά για να καταλάβω τι γινόταν / η μάνα μου έκανε την επανάστασή της / κι εγώ τη στήριζα». Κι εδώ έχουμε το πρώτο πραγματικά μεγάλο γεγονός. Ο Αθανάσης από εδώ και πέρα θα άλλαζε παίρνοντας έναν δρόμο δίχως επιστροφή. Η χαρά θα έφευγε από τα μάτια του.
Τίτλος 2ου Κεφαλαίου
Δε με ακούει κανείς
