Σκιά Δέκατη


Κεφάλαιο Δέκατο

«Πόσο καιρό να βρίσκομαι σε αυτή την κατάσταση / στο κώμα / ο εαυτός μου είναι κωματώδης / πόσος καιρός να μου μένει ακόμα / μέρες που κύλησαν μα δεν τις είδα / χρόνος που πέρασε μα δεν τον έζησα / σίγουρα το τέλος θα’ναι κοντά / κάτι μου το λέει / εδώ στο κελί του νου μου / νιώθω σαν θανατοποινίτης / όπως στο αγαπημένο μου τραγούδι / του Ραψωδού Φιλόλογου / γράφει ο θανατοποινίτης με μια μισοφαγωμένη κιμωλία / στίχους στους τοίχους του κελιού του / τι να έγραφε άραγε / και πώς κατέληξα εγώ να γίνω ένας άλλος θανατοποινίτης / ο θανατοποινίτης της ζωής / τι έγκλημα να διέπραξα / που να δικαιολογεί αυτή την τιμωρία / το γεγονός πως γεννήθηκα / πως έζησα / πως αγάπησα / είναι βαρύ το τίμημα για όλα αυτά / μα ας είναι». Ο Αθανάσης είχε αρχίσει να διανύει τα τελευταία του μέτρα στη ζωή. Ήταν θανατοποινίτης άραγε; Ίσως λίγο παραπάνω μόνο απ’όσο είναι όλοι. Τώρα ο πόνος του βάραινε και γινόταν ασήκωτος. Η ψυχή του ετοιμαζόταν να σπάσει τα δεσμά της και να πετάξει μακριά. Πού θα πήγαινε; Εκεί όπου πάνε όλες τους. Στην ανυπαρξία.

«Αν μπορούσα να αφήσω πίσω κάτι / αυτό θα’ταν ένα ποίημα / το ποίημα στον Θάνατο / κάπως έτσι θα έμοιαζε /

Μια φορά κι έναν καιρό
Υπήρξα κι έζησα εγώ
Ο Άνθρωπος

Η μάνα γη με γέννησε στα σωθικά της
Ο ουρανός πατέρας μού εμφύσησε ψυχή
Γεννημένος μέσα στη λάσπη
Σηκώθηκα, περπάτησα και πέταξα

Περιφερόμουν άσκοπα μέσα στον κόσμο
Ζητώντας μόνο τη ζωή
Πονούσα αιωνίως
Ηρεμούσα μόνο για στιγμές

Όλη η πλάση το σπίτι μου
Ο κόσμος ένα χάος
Ζήταγε την προσοχή μου
Του την έδινα και το έβαζα σε τάξη

Αμέτρητα τα χρόνια στις πλάτες μου
Τα χιλιόμετρα που περπάτησα δεν είχαν τέλος
Ο πόνος ήταν φίλος μου
Κι η αγάπη, ερωμένη

Μόλις τάιζα για λίγο το τομάρι μου
Καθόμουν δίπλα στη φωτιά που άναβα
Κι ατένιζα το σύμπαν
Με το μυστήριό του

Και τι δεν έκανα για να καταλάβω
Ποιος είμαι
Πού πάω
Τι συμβαίνει

Μα δεν το έμαθα ποτέ μου
Τα όρια της λογικής μου δεν κατάφερα να ξεπεράσω
Η γνώση που απέκτησα
Δεν έγινε ποτέ σοφία

Ανέπτυξα ένα εγώ να με προστατεύει
Τη συνείδησή μου έχτιζα την ημέρα
Μα την κατέστρεφα τη νύχτα
Στις αδύναμες στιγμές μου

Πόσες στροφές γύρω από ένα αστέρι
Ονειρευόμουν να του ξεφύγω
Οραματιζόμουν ένα μέλλον διαφορετικό
Με περισσότερο νόημα

Λογάριαζα δίχως τον ξενοδόχο;
Ποτέ δεν το έμαθα ούτε αυτό
Το μόνο που έμαθα
Ότι ο Θάνατος καραδοκεί

Καραδοκεί ο Θάνατος
Με περίμενε σε όλες τις γωνιές
Να μου δώσει μια
Να μου στερήσει τη ζωή

Γιατί Θάνατε
Γιατί με κυνηγούσες τόσο
Τι είχες να κερδίσεις από εμένα
Τόσο αδύναμος που’μουν

Αχ, Θάνατε
Και τι δεν έκανα για να σε αποφύγω
Αντέγραφα κι εκτύπωνα τον εαυτό μου
Για να συνεχιστεί η ζωή

Θάνατε
Με την παρουσία σου
Βάρυνες τον χρόνο μου
Έκανες τις πράξεις μου να μην έχουν και τόση σημασία

Μα δεν το ήθελα αυτό
Παλιέ και πρώτε φίλε
Το μόνο που ήθελα
Να φωτιστεί ο κόσμος

Να φωτιστεί ο κόσμος
Από τη συνείδησή μου
Γιατί κατάλαβα μια μέρα
Ότι ο Κόσμος είμ’εγώ

Να πάρει η ευχή
Να πάρει
Με τον φόβο μια ζωή
Με τον τρόμο

Να μη με αφήνεις να χορεύω ελεύθερα
Στις γειτονιές του κόσμου
Να μη με αφήνεις να παίζω
Στην παιδική χαρά της ζωής

Μου υποδείκνυες το δρόμο
Όσο πιο έμμεσα μπορούσες
Να ωριμάσω και να ετοιμαστώ
Για το τέλος που είχες αποφασίσει

Κι εγώ έκανα πως δεν καταλαβαίνω
Πως τίποτα δε βλέπω
Μόνο έψαχνα για ταίρι
Αγκαλιά με ένα αστέρι

Θάνατε
Ήρθε η ώρα να σ’το πω
Τράβα και γαμήσου
Κι αν θέλεις τόσο να με πάρεις
Έλα τώρα
Αμέσως έλα εδώ
Βάλε στον πόνο τέλος
Της χαράς κόψε τον ειρμό
Εγώ είμαι η Ζωή η ίδια
Ο Κόσμος όλος είμ’εγώ

Θάνατε
Από πόλεμο ξέρω
Από μοναξιά γνωρίζω
Το παράλογο με κυριεύει

Θάνατε
Μη νομίζεις ότι κακό μου κάνεις
Ίσα ίσα, μπορεί και χάρη
Να, το είπα κι αυτό το μυστικό

Θάνατε
Έλα και φίλα με
Δε σε φοβάμαι πια
Αρχαίε ήρωα

Τώρα μπορώ να πω
Εδώ που έφτασα
Στην πύλη του τέλους
Ειρήνη! Ειρήνη!
Πού να’βρω γαλήνη
Μοναξιά, αγκαλιά
Τίποτα δεν έμεινε πια».

Ένα ποίημα που σκάρωσε ο Αθανάσης για να εκφράσει όσα πίστευε πλέον. Το αφιέρωσε στον Θάνατο, τον Ήρωα Ντόπα, όπως τον είχε συλλάβει σε ένα του κείμενο λίγα χρόνια πριν. Μετά από αυτό το ταξίδι στη ζωή, ανέβασε την τελευταία του πράξη. Πέθαινε, μα ένιωθε γεμάτος.

«Πώς θα πεθάνω άραγε / μέρες τώρα οι γιατροί θα περιμένουν σημάδια ζωής μέσα μου / μέρες που το άγχος και η απελπισία θα τους κυριεύουν όλους / το σώμα μου δε θα ανταποκρίνεται εξαρχής / τη μάνα μου θα πιέζουν πλέον / να με βγάλουν από τα μηχανήματα / ο πόνος θα μεγαλώνει / πόσο πόνο έχει αντέξει η μάνα μου / πόσα είδε / πόσα έζησε / και σε τι έφταιξε / για να ζήσει και κάτι τέτοιο / να πρέπει να δώσει αυτή την τελική έγκριση / ο άνθρωπος που με έφερε στον κόσμο / θα πρέπει να με αφήσει και να φύγω / αχ μάνα / τι τραβάς μάνα / πόσο άσχημα νιώθω / να μη μπορώ να σε βοηθήσω / να μην μπορώ να σε απαλλάξω από κάτι τέτοιο». Η συμπόνια του Αθανάση για τη μητέρα του, ήταν που τον έκανε πραγματικά ανθρώπινο. Η συμπόνια, το να πονάς κι εσύ με τον πόνο του άλλου, είναι το ζουμί της ανθρώπινης ιστορίας. Δεν έφτασε ως εδώ η ανθρωπότητα τυχαία. Ο πόνος είναι αβάσταχτος και διαιρείται σαν μοιράζεται. Η χαρά, αντιθέτως, πολλαπλασιάζεται και μεγεθύνει.

«Τι να έγινε με κείνο το παιδάκι / γαμώτο / αυτό τουλάχιστον να ήξερα / να μη νιώθω ότι πάω τζάμπα / αν σώθηκε αυτό / τότε δεν πειράζει / πραγματικά δεν πειράζει / έτσι κι αλλιώς / μια μέρα θα πέθαινα». Το παιδί, το παιδί ήταν το μόνο που ήθελε να έχει σωθεί. Αν σώθηκε το παιδί ο Αθανάσης δεν το έμαθε, μα αν κάποιος μάθει για την ιστορία του, θα ξέρει αυτός μέσα του τι έχει γίνει.

«Μαμά / ήθελα μόνο να παίξω / μη με χαστουκίζεις κι εσύ / ακόμη νιώθω το χέρι του μπαμπά να με τραβά προς τα κάτω / θα κάνω ό,τι θέλετε / θα είμαι καλό παιδί / θέλω να με αγαπάτε / δε θέλω να σας στενοχωρώ / συγγνώμη αν το έκανα / δεν ήταν στόχος μου / ήμουν απλά φοβισμένος / κι ένιωθα μόνος / πονούσα / δεν μπορώ να σας περιγράψω τον πόνο που ένιωθα μια ζωή / τα βράδια παρακαλούσα να πεθάνω / για να ηρεμήσω / δεν φανταζόμουν ότι έτσι θα ήταν η ζωή / πρέπει να έκανα κάτι λάθος / κάπου έχασα τη μπάλα / το παιχνίδι δεν το κατάλαβα / νιώθω τόσο χαζός / μαμά / με συγχωρείς για όλα / δεν ξέρω τι με είχε πιάσει μια ζωή / σε αγαπάω μαμά / και σε ευχαριστώ για όλα / η γιαγιά / ο θείος / η αδερφή μου / ο πατέρας μου / ήσασταν η ζωή μου / με συγχωρείτε για όλα / σας ευχαριστώ για όλα / δεν ήθελα να απομακρυνθώ / κάτι με σκουντούσε στη γωνία / να μη φαίνομαι / να μην ακούγομαι / ένιωθα τόσο αδύναμος / ακόμη προσπαθώ να καταλάβω / μα δεν καταφέρνω κάτι / εκείνα τα ηλιοβασιλέματα / να κάθομαι στην αγκαλιά της γιαγιάς / να με ταΐζει ψωμί και τυρί / ο θείος να αρμέγει τις αγελάδες / κουδούνια και μουγκρίσματα / το ροδοκόκκινο του ουρανού / η σκοτείνια που σκέπαζε τα δέντρα / η ζωή μου όλη / σε μια στιγμή / αύριο θα χτυπήσει καμπάνα στο χωριό / στις δώδεκα το μεσημέρι / η εκκλησία θα γεμίσει / οικογένεια και φίλοι / άνθρωποι δικοί μου / θα αναρωτιούνται γιατί και πώς / και δε θα είμαι εκεί / ούτε να τους πω / ούτε να τους εξηγήσω κάτι / μα τι να πω και τι να εξηγήσω / ούτε εγώ θα ήξερα / μέσα στην κάσα / πνιγμένος στα λουλούδια / θα με αποχαιρετά ο κόσμος / θα με πάει η νεκροφόρα στα μνήματα / μια τρύπα θα με περιμένει / φωνές και κλάματα / με συγχωρείτε για τον τόσο πόνο / σκεπάστε με δυο στιγμές νωρίτερα / κι ας με χτυπήσει λιγότερο ο αέρας / έτσι κι αλλιώς δε θα νιώθω τίποτα / κλείστε την κάσα / κατεβάστε την / πάρτε το φτυαράκι και ρίξτε από τρεις φορές χώμα / εις μνήμην μου / να ξέρετε ότι ήθελα μόνο να βοηθήσω τον κόσμο / γιατί τον αγάπησα / γιατί έμαθα τι πάει να πει πόνος / κι ας μην έπρεπε / ήθελα / μα δεν τα κατάφερα / κανέναν να βοηθήσω / και φεύγω έτσι / σα να’μουν στη ζωή περαστικός / τα δάκρυά μου στέρεψαν πια / το πρόσωπό μου στεγνό / μα δεν πειράζει / μου φτάνει που θα’χω την ανατολή του ήλιου να βλέπω κάθε μέρα / που θα ακούω τα πουλιά να κελαηδούν / που ο τάφος μου θα’ναι γεμάτος λουλούδια / τα κυπαρίσσια θα μυρίζουν / κι ας ακούω και τις προσευχές του παπά / και τα χτυπήματα με το φτυάρι του νεκροθάφτη / η ζωή είναι ένας κύκλος / κι όλα βρίσκονται μέσα της / σε λίγο όλα θα ηρεμήσουν / τώρα πια μόνο γαλήνη».

Η ζωή του Αθανάση πέρασε μπρος απ’την οθόνη του νου του. Είχε βαρύνει τόσο. Πόσο θα ήθελε να κλάψει. Μα δεν μπορούσε. Κι όμως, καθώς τον έβγαζαν απ’τα μηχανήματα, ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό του, ένα δάκρυ που’χε μέσα του όλο του τον πόνο, για τη ζωή που άφηνε, τον κόσμο, και πάνω απ’όλα, για τη μητέρα του.

Τίτλος 10ου Κεφαλαίου

Σ’αγαπάω, μαμά