Σκιά Πρώτη


Κεφάλαιο Πρώτο

Και ο Αθανάσης ξύπνησε. Ξύπνησε μα κάτι παράξενο συνέβη. Μεταξύ ύπνου και ξύπνιου του φάνηκε πως παρά ήταν ήσυχα όλα. Ένιωσε τη σκέψη του να κυλά αργά, σα μουδιασμένη, να κυλά ψάχνοντας να βρει σε κάτι να σταθεί. Κι έμεινε έτσι για λίγο, μετέωρος στο συνειδητό κι ασύνειδο πεδίο παρατήρησης. Μα οι στιγμές πέρασαν, το μυαλό του ξεμούδιαζε και άρχισε να μπαίνει σε εγρήγορση. Σε λίγο, όλα θα άλλαζαν για πάντα, για δεύτερη φορά.

«Μμμ / τι ωραία που’ναι να ξυπνάς…» κι η σκέψη έκανε το πρώτο της βήμα. «Θέλω μόνο… / να μείνω εδώ στο κρεβάτι». Ακόμη δεν μπορούσε να διανοηθεί αυτό που θα αντίκρυζε, έπρεπε να περάσουν μερικές στιγμές ακόμη. «Τι ώρα να πήγε / τι έχω να κάνω σήμερα», άρχισε να αναρωτιέται, μα πού να’ξερε. «Πρέπει να σηκωθώ και να ανοίξω τις κουρτίνες / έχω ανάγκη από λίγο ήλιο», μα οι κουρτίνες δεν θα άνοιγαν ποτέ ξανά γι’αυτόν, κι ούτε κι οι ακτίνες του ήλιου θα φώλιαζαν πάλι στις κόρες των ματιών του.

Κι ως τώρα, δεν είχε καν παρατηρήσει ότι η ανάσα του δεν ακούγεται. Ο νους του ερχόταν από το βασίλειο του Ύπνου, μα δεν αντιλαμβανόταν ότι κάτι δεν πάει καλά. Κι αφού πέρασαν κάποια λεπτά σε αυτή την κατάσταση, ήρθε επιτέλους αντιμέτωπος με τη νέα, σκληρή πραγματικότητα.

«Γιατί δεν μπορώ να ανοίξω τα μάτια μου / την ανάσα μου δεν την ακούω / ούτε τον χτύπο της καρδιάς μου μπορώ να νιώσω!» κι ο νους του άρχισε να φωτίζεται. «Τι συμβαίνει / πού είμαι / τι έπαθα!» Η σκέψη του τώρα έβρισκε για τα καλά βηματισμό. «Δεν μπορώ να καταλάβω / τι γίνεται!» αναρωτιόταν ο Αθανάσης που βυθιζόταν σιγά σιγά στον τρόμο.

«Είναι όνειρο / ναι / πρέπει να βλέπω όνειρο / μάλλον κοιμάμαι ακόμη / και ξύπνησα στο όνειρο μόνο / είναι όνειρο / πρέπει να είναι όνειρο» σκεφτόταν ο ήρωάς μας, μα επρόκειτο όντως για όνειρο; «Ναι ναι / κοιμάμαι / βλέπω όνειρο / σε λίγο θα ξυπνήσω / μου έχει ξανασυμβεί / σε λίγο / σε λίγο θα ξυπνήσω / θα ξυπνήσω» έλεγε στον εαυτό του για να καθησυχαστεί. «Είναι ένα κακό όνειρο / είμαι σε όνειρο / ξύπνησα / νομίζω πως ξύπνησα / μα κοιμάμαι / όχι όχι / κοιμάμαι κι ονειρεύομαι / όνειρο είναι / βλέπω όνειρο», κι όσο κι αν επαναλάμβανε μέσα του αυτές τις σκέψεις, δεν μπορούσε να καθησυχάσει τον εαυτό του, βυθιζόταν όλο και περισσότερο στην άβυσσο του τρόμου, τρόμου που πρώτη φορά συναντούσε στη ζωή του.

«Γαμώτο / γαμώτο!» Όσο η ώρα περνούσε κι η κατάστασή του δεν άλλαζε, όσο διαπίστωνε πως μάλλον δεν βρίσκεται σε όνειρο, τόσο πήγαινε να τρελαθεί. Ήθελε να φωνάξει, να βγάλει μια κραυγή, να ζητήσει βοήθεια, μα τίποτα. Τίποτα δεν γινόταν. Το στόμα του δεν άνοιγε, ήταν σαν να μην υπάρχει. Η φωνή του ήταν μόνο η φωνή της συνείδησής του. Ποια κραυγή και ποια βοήθεια; Ήταν πλέον μόνος, μόνος μέχρι το τέλος.

«Τι μου συμβαίνει / τι / τι έγινε / δεν μπορώ να καταλάβω / πώς βρέθηκα εδώ / τι κάνω εγώ εδώ / πού είμαι / τι σκοτάδια είναι αυτά / τα μάτια μου / η ακοή μου / το σώμα μου / η καρδιά μου / πού είναι όλα / πού είναι / πού» αναρωτιόταν, κι έπαιρνε για τα καλά η σκέψη του φωτιά. «Ίσως να μην κοιμάμαι / ίσως κάτι συνέβη / ποια είναι η τελευταία εικόνα που θυμάμαι / μμμ / πού ήμουν πριν βρεθώ εδώ / τι έκανα / είμαι σπίτι άραγε / τι γίνεται γαμώτο!» Προσπαθούσε να καταλάβει, έστυβε το μυαλό του μήπως και στάξει λίγη κατανόηση, μα δεν κατέληγε πουθενά.

«Δε θυμάμαι τίποτα / ωωωχ / τι έπαθα γαμώ το κέρατό μου / γαμώ το στανιό μου / γαμώ τον σταυρό που κουβαλώ τόσα χρόνια / τι συμβαίνει / δε / δε / δεν αντέχω άλλο / πού είμαι / τι μου συμβαίνει!» Όσο κι αν σκεφτόταν, όσο κι αν νευρίαζε, ο Αθανάσης δεν μπορούσε να καταλάβει. Ο χρόνος περνούσε. Ο νους του έπαιρνε διάφορες διαδρομές μέσα στο κεφάλι του. Πήγαινε μια εδώ, μια εκεί. Φώτιζε πότε το ένα μονοπάτι, πότε το άλλο. Στην πίσω γωνιά πήγε, μα δεν βρήκε τίποτα. Επέστρεψε, τσέκαρε στην μπροστά γωνιά, δεν είδε τίποτα. Σαν εγκλωβισμένο ζώο, έτρεχε με την ταχύτητα αστραπής μέσα στο κεφάλι του ήρωά μας. Έτρεχε, μα δεν κατέληγε πουθενά.

«Δεν μπορεί / όχι / δεν μπορεί / δεν μπορεί / όχι όχι όχι / όχι / δεν μπορεί / όοχι / όοοχι / όοοοχι / δεν μπορεί / δεν μπορεί / όχι όχι / όχι γαμώτο / όχι δε γίνεται / όχι / όχι δε / δε γίνεται!» Κάτι μέσα του άρχισε να φωτίζει σιγά σιγά, κάτι που τον βραχυκύκλωνε. Τι να’ταν αυτό; «Όχι / όχι / κάνω λάθος / μα πώς / πώς γίνεται / μα αφού / αφού είμαι σίγουρος / δε γίνεται / όχι!» έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του, προσπαθώντας να τον πείσει, να τον πείσει πως κάνει λάθος. «Δεν μπορεί / μα όταν / όταν πεθαίνουμε σβήνουμε / όχι / όχι δεν μπορεί / δεν μπορεί / δε γίνεται να’χω πεθάνει!» τόλμησε να σκεφτεί, με τα χίλια ζόρια, φοβούμενος τη λέξη, μη τυχόν κι έχει δίκιο. Μα είχε όντως;

«Λοιπόν / ας σκεφτώ λογικά / κοιμόμουν / ναι / πρέπει / πρέπει να κοιμόμουν / και ξύπνησα / και δεν έχω τις αισθήσεις μου / δεν νιώθω ούτε την ανάσα μου / ούτε την καρδιά μου να χτυπά / μα η σκέψη μου είναι εδώ / ναι / σκέφτομαι / εδώ είμαι / σκέφτομαι / υπάρχω / είμαι εδώ σίγουρα / μα πού σκατά είναι αυτό το εδώ / τι γίνεται / και γιατί έχω χάσει τις αισθήσεις μου / δεν μπορώ να καταλάβω / μα μια λογική εξήγηση θα πρέπει να υπάρχει / ναι / ναι σίγουρα / μια λογική εξήγηση / ναι / θα τη βρω / δεν έχω πάθει κάτι / σίγουρα ναι / εδώ είμαι / εδώ / υπάρχω / μα πού είμαι / πού εδώ / πού υπάρχω» συλλογιζόταν ο Αθανάσης ψάχνοντας μια λογική εξήγηση για τη νέα του κατάσταση, μα αδυνατούσε να τη βρει. Δεν πίστευε με τίποτα ότι έχει πεθάνει. «Όχι / το μόνο σίγουρο είναι αυτό / δεν είμαι νεκρός / δεν έχω πεθάνει / δεν μπορεί να’χω πεθάνει / αν είχα όντως πεθάνει / όλα θα τελείωναν / δε θα ήμουν εδώ / το μυαλό μου θα σταμάταγε / η σκέψη μου θα έσβηνε / δεν μπορεί να’χω πεθάνει και να σκέφτομαι / να παρατηρώ τις σκέψεις μου / όχι / σίγουρα δεν έχω πεθάνει / όταν πεθαίνει ο άνθρωπος σβήνει / σβήνει και χάνεται / πάει τέλειωσε / όταν ο άνθρωπος πεθαίνει / χάνονται όλα / σβήνουν όλα / τίποτα δεν μένει / μόνο το σώμα του / το άψυχο σώμα του / που ο ηλεκτρισμός του έσβησε / ναι / ναι έσβησε / όχι / όχι δεν έχω πεθάνει / είμαι εδώ / εδώ / εδώ πού;» Ο νους του πλέον βρισκόταν σε υπερδιέγερση, όχι απλώς εγρήγορση. Έτρεχε με απίστευτες ταχύτητες, προσπαθούσε να καταλάβει, έψαχνε για δεδομένα, ήθελε να τα επεξεργαστεί, βιαζόταν να φτάσει σε συμπεράσματα. Μα τι είδους συμπεράσματα μπορούσε να βγάλει ένας νους σε τέτοια κατάσταση; Η συνείδησή του είχε από ώρα πάρει τη σκυτάλη, μα το υποσυνείδητό του έτρεχε παράλληλα μ’αυτή. Έτρεχε παράλληλα, μα και αντίθετα, προσπαθώντας να φτάσει κι αυτό σε συμπεράσματα, συμπεράσματα που θα του τα έδινε λίγο λίγο.

Σκεφτόταν ο Αθανάσης, είχε ξυπνήσει για τα καλά και σκεφτόταν τι ήταν αυτό που του συνέβαινε. Ξύπνησε, κι αν κι άργησε λιγάκι, διαπίστωσε πως βρισκόταν σε μια αλλόκοτη κατάσταση. Ξύπνησε, μα ήταν σαν να ξύπνησε έξω από το σώμα του, λες κι είχε χαθεί η σύνδεση μαζί του. Δεν ένιωθε τίποτα, είχε τρομοκρατηθεί για τα καλά, είχε σαστίσει, τίποτα δεν έβγαζε νόημα γι’αυτόν πλέον. Ψάχνοντας να δώσει λύση στο μυστήριο της νέας κατάστασης στην οποία βρισκόταν, κατέληξε σε λάθος συμπέρασμα.

«Δεν μπορώ να καταλάβω / δε μου βγάζει νόημα / καθόλου / καθόλου μα καθόλου / μα μπορεί όντως να’χω πεθάνει / εγώ / εγώ να’χω πεθάνει / πώς γίνεται αυτό / και γιατί δεν έσβησα τελείως / γιατί εξακολουθώ να σκέφτομαι / να παρατηρώ τη σκέψη μου / μήπως / μήπως πεθαίνω τώρα / τώρα που σκέφτομαι / όση ώρα σκέφτομαι / κι απλά η σκέψη μου τρέχει με απίστευτη ταχύτητα / μήπως / μήπως ζω τον θάνατό μου!» Μα όχι, όχι έτσι, όχι ακριβώς, όχι. Ο Αθανάσης δεν ζούσε τη στιγμή του θανάτου του, όχι. Ο Αθανάσης ζούσε τις τελευταίες του μέρες, και σε λίγο έμελλε να το διαπιστώσει.

«Δεν μπορεί να ζω τον θάνατό μου / κι απλά η σκέψη μου να είναι τόσο γρήγορη / μου φαίνεται λες και είμαι ώρες σε αυτή την κατάσταση / μια καλύτερη εξήγηση θα υπάρχει / ναι / ναι ναι / μια καλύτερη εξήγηση / μα ποια να’ναι αυτή», αναρωτιόταν ο ήρωάς μας πριν αρχίσει να παραδίνεται σε αυτό το σενάριο. «Μα δεν μπορεί / δεν μπορεί να’χω πεθάνει / τόσα χρόνια πίστευα ότι με το που πεθάνει ο άνθρωπος χάνεται μια για πάντα / πως σβήνει / πως σταματά να υπάρχει / η συνείδησή του / ο εαυτός του / πως ο ηλεκτρισμός στον εγκέφαλό του χάνεται μια για πάντα / δεν μπορεί να έκανα όλα αυτά τα χρόνια λάθος / τι στο καλό μου συμβαίνει / δεν μπορεί να’χω πεθάνει / δεν μπορώ να καταλάβω / όχι / δε γίνεται να’χω πεθάνει / δε γίνεται / όχι», έλεγε και ξανάλεγε μήπως και το πιστέψει, μα το μόνο που κατάφερνε ήταν να κοροϊδέψει τον εαυτό του.

«Αν πέθανα / αν είμαι σε αυτή την κατάσταση που δεν ξέρω ποια είναι ακριβώς / πώς πέθανα / πώς έφτασα εδώ / και πού σκατά είναι αυτό το εδώ / είναι δυνατόν να έκανα λάθος τόσα χρόνια / είναι δυνατόν η ψυχή του ανθρώπου να συνεχίζει να υπάρχει και μετά τον θάνατό του / κι αν είναι έτσι / και πάλι / πώς πέθανα / γιατί / γιατί δε θυμάμαι τίποτα!» Όσο κι αν ήταν λάθος η εντύπωση που του δημιουργούταν, αυτός άρχιζε να πιστεύει πως έχει πεθάνει.

«Κι αν πέθανα μα η ψυχή μου συνεχίζει να υπάρχει / τότε τι γίνεται με όλους αυτούς που πέθαναν ως τώρα / πού είναι οι ψυχές τους / είναι δυνατόν να είναι η ψυχή αιώνια / πώς / πώς είναι δυνατόν / όχι / όχι δεν μπορεί / πού’ναι τότε όλοι οι άλλοι / πού είμαι / δεν μπορεί να’χω πεθάνει / όχι / όχι δεν είμαι νεκρός / δεν μπορεί / μα δεν πέθανα / δεν μπορεί να’χω πεθάνει!» Εκλιπαρούσε το μυαλό του να κάνει λάθος, να φτάσει σε λάθος συμπέρασμα, μα όσο περνούσε η ώρα κι οι στιγμές, τόσο περισσότερο του φαινόταν το πιο λογικό ενδεχόμενο, το γεγονός πως πέθανε. Αναρωτιόταν τι συνέβη και με όλους όσους είχαν πεθάνει πριν από αυτόν, πού να βρίσκονταν οι ψυχές τους. Αν πέθανε όντως, κι η ψυχή του συνέχιζε να υπάρχει, τότε θα έπρεπε να υπάρχουν οι ψυχές όλων των ανθρώπων που περπάτησαν πάνω στη γη. Έτσι σκεφτόταν, κι αναρωτιόταν, πού είναι οι άλλοι, και πού είναι κι ο ίδιος.

«Έστω ότι πέθανα / δεν το πιστεύω / αλλά έστω ότι είναι πραγματικότητα / τότε τι σημαίνει θάνατος στ’αλήθεια / θάνατος δεν είναι όταν σταματά η καρδιά / όταν σταματά αυτή η αντλία να στέλνει μέσω του αίματος οξυγόνο στον εγκέφαλό μας / θάνατος δεν είναι αυτή η συνθήκη που όλα σβήνουν / που όλα παγώνουν / όλα χάνονται / και δεν υπάρχει γυρισμός πια πίσω / δεν είναι θάνατος αυτό / που κάνει τη σκέψη μας να σβήνει / το σώμα μας να χάνει τη θερμοκρασία του / να χάνει τη δύναμή του / τον αυτοέλεγχό του / δεν είναι θάνατος αυτό / που η ψυχή / η συνείδηση / ο εαυτός / ας λέγεται όπως θέλει / χάνεται για πάντα και είναι αδύνατον να’ρθει στον κόσμο / μα ποιον κόσμο / πού να΄ρθει / είμαι εγώ άραγε ακόμη στον κόσμο;» αναρωτιόταν ο Αθανάσης με στοχασμούς σαν αυτούς περί θανάτου, κι ως ένα βαθμό είχε δίκιο. Ναι, θάνατος ήταν όλα αυτά, δεν είχε κάνει λάθος, δεν πίστευε λάθος τόσα χρόνια, μα μη μπορώντας να δώσει καλύτερη εξήγηση, πιο πειστική, θεώρησε δίχως να το αποδεχθεί ότι έχει πεθάνει, πως είναι νεκρός, κι άρα πως ήταν λάθος οι πεποιθήσεις του. Δεν είχε αφήσει περιθώριο να υπάρχει κι άλλη εξήγηση, άλλη ερμηνεία σε όλα αυτά που του συνέβαιναν. «Πέθανα / πάει πέθανα / όχι ρε γαμώτο μου / πώω / πώωω / πώς διάολο πέθανα / όχι ρε φίλε / όχι ρε γαμώτο / πέθανα / πώς πέθανα / δε γίνεται ρε γαμώτο να πέθανα / ήθελα τόσα πράγματα να κάνω / να χαρώ ακόμη / δε γίνεται να πέθανα / γιατί πέθανα / πώς πέθανα / κι αν πέθανα / μα συνεχίζω να σκέφτομαι / τότε τι πραγματικά είναι ο θάνατος / αν πέθανα μα συνεχίζω κάπως να υπάρχω / τότε ο θάνατος δεν είναι όλα όσα πίστευα / κι εγώ ο ταλαίπωρος που πίστευα ότι με τον θάνατό μου θα ησύχαζα / πως όλα τα στραβά του κόσμου θα χάνονταν / πως θα χανόμουν κι εγώ και θα σταματούσα να πονώ / τώρα πέθανα μα συνεχίζω να μπορώ να τα σκέφτομαι / και να με πονούν / τι / τι μαρτύριο είναι αυτό / ούτε στον θάνατο ρε γαμώτο / ρε γαμώ την τρέλα μου / ούτε στον θάνατο δεν θα ησυχάσω / γαμώ τη ζωή μου γαμώ / γαμώ τον θάνατό μου γαμώ / δεν μπορεί ρε φίλε / δεν μπορεί / θέλω να ηρεμήσω / ήλπιζα στο θάνατό μου να ηρεμήσω / να μην είμαι εκεί / να’χω σβήσει / να ηρεμήσω αφού θα έλειπα μια για πάντα / δεν μπορεί / πώωω / δεν μπορεί / θα τρελαθώ / πεθαμένος και τρελαμένος / πού είμαι / δεν μπορώ να καταλάβω / τι συμβαίνει / πώς πέθανα;» Έπεφταν βροχή οι ερωτήσεις στο κεφάλι του ήρωά μας, δίχως σταματημό, δίχως έλεος, σαν καταιγίδα με βροντές κι αστραπές. Έβρεχαν τη σκέψη μέχρι το μεδούλι της, την παρέλυαν κι αυτή ανατρίχιαζε δίχως να μπορεί να δει καθαρότερα αυτό που είχε συμβεί.

Γιατί ο Αθανάσης δεν είχε πεθάνει, όχι ακόμη, ζούσε, ήταν κι αυτός εδώ μαζί μας, στην ύπαρξη, μα είχε αλλάξει η κατάστασή του. Από στιγμή σε στιγμή θα καταλάβαινε, η μνήμη του θα άρχιζε να επιστρέφει, από μια σπίθα που θα πυροδοτούσε μια αναλαμπή στο κεφάλι του. Μια αναλαμπή κι ο νους του θα φωτιζόταν εκ νέου. Μια αναλαμπή, να τη. «Ένα παιδί / θυμάμαι ένα παιδί / ένα παιδί που κυνηγούσε μια μπάλα / ναι ναι / ένα παιδί που κυνηγούσε μια μπάλα / ναι το θυμάμαι ναι / ναι ναι ναι / ένα παιδί / ένα παιδάκι / ένα μικρό αγόρι / το θυμάμαι ναι / πετάχτηκε μπρος μου / πετάχτηκε για να κυνηγήσει την μπάλα του / έπαιζε πιο δίπλα στο παρκάκι / είδα την μπάλα μα δεν έκοψα / την είδα που κυλούσε μα δεν χαμήλωσα ταχύτητα / το παιδί / γιατί το παιδί / γιατί κυνηγούσε την μπάλα / αχ το παιδί / το παιδί που κυνηγούσε την μπάλα / αχ αυτή η μπάλα / αχ αυτό το παιδί / όχι ρε πούστη μου / όχι ρε γαμώτο / όχι ρε / ρε παιδάκι / ρε άτιμο / γιατί κυνηγούσες την μπάλα / πώωω / όχι γαμώτο / όχι / όχι όχι όχι / όχι ρε γαμώτο / ρε το παιδάκι / το παιδάκι / το παιδί / η μπάλα!» κι η αναλαμπή φώτισε για τα καλά τον νου του. Κι ο Αθανάσης κατάλαβε. Ο Αθανάσης δεν είχε ξυπνήσει απλά. Ο Αθανάσης είχε μόλις ξυπνήσει από το κώμα, ή για την ακρίβεια, η συνείδηση του Αθανάση ξύπνησε ενόσω το σώμα του βρισκόταν σε κώμα.

Και κάπου εδώ η ιστορία μας ξετυλίγεται. Ο Αθανάσης, ένας νέος της εποχής του, με όνειρα, με στόχους, βρέθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Βλέπετε, ο ήρωάς μας είχε καταλήξει να εργάζεται ως διανομέας παρά τις σπουδές του. Μπρος στο κυνήγι του ονείρου του, είχε πείσει τον εαυτό του ότι αξίζει να σπουδάσει φιλοσοφία. Τα οικονομικά που είχε τελειώσει δεν του αρκούσαν, ήθελε κάτι πιο ουσιώδες, κι έτσι, όσο διάβαζε για τις κατατακτήριες εξετάσεις, έπιασε δουλειά σε μια πιτσαρία ώστε να υποστηρίξει τη ζωή του. Ήταν άσχετος με όλα, και με τις πίτσες, το ψήσιμό τους, και με τη διανομή. Στην αρχή του άρεσε που έψηνε πίτσες, μα με τον καιρό βαρέθηκε. Άκουγε και τις ιστορίες των διανομέων, για τις διαδρομές τους, τα φιλοδωρήματα, τα τυχερά που ήταν σπάνια, αλλά υπήρχαν κι αυτά, και ψήθηκε σιγά σιγά κι αυτός σαν τις πίτσες που ετοίμαζε για τους πελάτες. Πήρε κάποιες συμβουλές από εδώ κι από εκεί, βρήκε ένα μηχανάκι της κακιάς ώρας, με πολλά χιλιόμετρα πάνω του, κι άρχισε να πηγαίνει παραγγελίες δεξιά κι αριστερά. Του άρεσε η νέα του δουλειά, πιο πολύ από αυτή του πιτσαδόρου. Πιο πολλά χρήματα, πιο εύκολα, τουλάχιστον τις μέρες που δεν είχε κρύο, δεν φυσούσε και δεν έβρεχε. Κι ο καιρός περνούσε, οι μέρες για τις εξετάσεις για τη φιλοσοφική έφταναν, τα διαβάσματα δεν πήγαιναν και τόσο καλά, μα ο Αθανάσης πίστευε ότι θα τα καταφέρει. Πίστευε, και πολύ καλά έκανε, μα έλα που στάθηκε άτυχος. Μπρος σε όλα τα ενδεχόμενα που μπορούν να προκύψουν, ο θάνατος φαντάζει το λιγότερο πιθανό, και κατά κάποιο τρόπο είναι. Οι άνθρωποι αγαπούν την κίνηση, πάνε δεξιά, αριστερά, μπρος, πίσω, πάνω, κάτω, κινούνται, κι όπως κινούνται, ακουμπούν κάθε τόσο ξυστά τον θάνατο, τον θάνατο που παραμονεύει στις γωνιές των πορειών τους. Τόσοι άνθρωποι, τόσες κινήσεις καθημερινά, μια στο τόσο πιάνονται μερικοί από αυτούς σαν τις μύγες στον ιστό του θανάτου, εκεί στις γωνιές που δεν φαίνεται να υπάρχει κάτι.

Έτσι λοιπόν κι ο ήρωάς μας, πιάστηκε σαν μύγα σε έναν ιστό που δεν έμοιαζε να σπάει και να του κάνει τη χάρη να σωθεί. Έπειτα από δυο μόλις μήνες πάνω στη μηχανή, έτσι όπως κυνηγούσε το μεροκάματο και το φιλοδώρημα, ο Αθανάσης σε μια παραγγελία στη δίπλα γειτονιά από το μαγαζί που δούλευε, βρέθηκε προ εκπλήξεως όταν είδε ένα μικρό παιδί να πετάγεται στον δρόμο, μπρος στη διαδρομή του, για να κυνηγήσει την μπάλα του. Πού να ήξερε και το παιδάκι. Κι όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Δίχως να το αντιληφθεί καν. Αντίκρισε το παιδί κι ασυναίσθητα έκανε να το αποφύγει. Έστριψε αριστερά και έγειρε το μηχανάκι. Αυτή η εικόνα με το μικρό παιδί που κυνηγά μια μπάλα, τον χτύπησε στη ρίζα του είναι του. Θυμήθηκε τότε που’ταν κι αυτός μικρό παιδί, στην πλατεία του χωριού του, να παίζει με τους φίλους του ποδόσφαιρο, και να τρέχει να την πιάσει μετά από ένα πολύ κακό του σουτ. Ο Αθανάσης είδε στο παιδί αυτό τον εαυτό του, κι έκανε αυτό που έπρεπε, προσπάθησε να το σώσει. Το έσωσε άραγε; Δεν θα μάθουμε ποτέ.

Για κακή τύχη του ήρωά μας, πίσω του ακριβώς στα αριστερά, ερχόταν ένα αμάξι που δεν πρόλαβε να κόψει κι αυτό ταχύτητα. Τον χτύπησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, έτσι όπως είχε χαμηλώσει το σώμα του, και τον εκσφενδόνισε στα πλάγια, χωρίς ευτυχώς να τον πάρει από κάτω. Τα υπόλοιπα είναι απλά λεπτομέρειες.

Και ο Αθανάσης ξύπνησε, μα όχι εντελώς. Ξύπνησε το μυαλό του, αποσυνδεμένο πλέον από το σώμα, την ώρα που βρισκόταν σε κώμα τις τελευταίες μέρες. Ο καιρός που του έμενε θα ήταν ο καιρός που θα ζούσε τον θάνατό του.

Τίτλος 1ου Κεφαλαίου

Τι μου συνέβη;