5:50
Ντριιιν!
Το γαμημένο. Πάλι χτύπησε και με ξύπνησε. Ξέρω σε πέντε λεπτάκια θα ξαναχτυπήσει.
5:55
Ντριιιν!
Ακόμη μια φορά.
6:00
Ντριιιν!
Τώρα, ζωή, σηκώνομαι. Σταμάτα πια.
Δυο τρία λεπτά ακόμη, ίσα ίσα να αφουγκραστώ το σκοτάδι του νου μου. Τώρα που οι σκέψεις δεν το κυρίεψαν και πάλι.
Σηκώνομαι τελικά. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο με το ένα μόνο μάτι που καταφέρνω με δυσκολία να ανοίξω. Νύχτα ακόμη μα σιγά σιγά κάτι φέγγει στον ουρανό. Βάζω να ψήσω δυο τοστάκια. Ντύνομαι όπως-όπως. Κάνω ένα τσάι να μου ζεστάνει το είναι. Σε λίγο όλα είναι έτοιμα, και πάω να καθίσω στο θρόνο μου. Περνάνε πέντε, περνάνε δέκα λεπτά. Γαμώτο. Τίποτα δε βγαίνει. Πάλι θα αργήσω σήμερα. Με τα πολλά ακούω το γκλουπ, σκουπίζομαι, πατάω το καζανάκι. Σαπουνίζω χέρια, βουρτσίζω δόντια, πλένω μούτρα, βγαίνω και κλείνω το φως. Τώρα κάθομαι στο σκαμπό και βάζω τα παπούτσια της δουλείας. Σε λίγο είμαι πάνω στο μηχανάκι σαν την άδικη κατάρα.
Είναι ήδη εφτά παρά. Ηρεμία που σπάει από τους ήχους κάποιων αυτοκινήτων. Άλλες άδικες κατάρες κι αυτά. Παίρνω το γνωστό μου δρόμο, αποφεύγοντας τις γνωστές λακκούβες και τα γνωστά υψωματάκια από τις ρίζες των δέντρων. Ο ποδηλατόδρομος έχει γίνει η φλέβα στην οποία σαν κύτταρο τρέχω. Τώρα τα γνωστά φανάρια. Γιούπι! Ένα στα ένα. Σε λίγο περνώ κάτω από το τούνελ. Τσεκάρω να δω αν ο άστεγος είναι στο σπίτι του, αν κοιμάται πάνω στο κρεβάτι του που στα μάτια των άλλων μοιάζει όλη μέρα για παγκάκι. Εκεί είναι, κόβω ταχύτητα, δε θέλω να τον ενοχλήσω με το γαμωσκούτερ μου.
Έπιασα κιόλας την πρώτη γέφυρα. Γκιιιν, γκιιιν, δίνω γκάζι σα συναισθηματικά ανάπηρος. Κόβω όμως στη μέση της για να δω το Ρότερνταμ με μια κοφτή ματιά, να το χαρώ πριν χωθώ σαν ποντικός στην αποθήκη. Όμορφο μου μοιάζει, με τα ψηλά του κτίρια, το ποτάμι και τις γέφυρες, τον ουρανό του που’ναι πότε γκρίζος, πότε μπλε, μα πάντα βαρύς αυτή την ώρα. Όσο κατευθύνομαι προς την αποθήκη, βλέπω τον ήλιο να ανατέλλει και κάτι μέσα μου αγαλλιάζει. Δεύτερο φανάρι, δύο στα δύο! Στο τρίτο την πάτησα. Περιμένω και κοιτάζω τριγύρω. Άλλη μια μέρα εδώ.
Βγαίνω στην πρώτη μεγάλη ευθεία, περνάω δίπλα από στάσεις, κάθε μέρα οι ίδιοι άνθρωποι. Σκλάβοι κι αυτοί που πάνε στη δουλεία τους σαν εμένα. Η μαύρη κυρία με το κοντό βαμμένο στα ξανθά μαλλί της και τα ωραία της γυαλιά. Ποτέ δεν με κοιτάζει, δεν με καταλαβαίνει, εγώ όμως πάντα την παρατηρώ, και μέσα μου τη χαιρετώ. Τελειώνει η ευθεία και βγαίνω στο τέταρτο φανάρι. Αυτό πάντα το περιμένω. Τώρα έχω απέναντί μου το μεγάλο τζαμί του Ρότερνταμ. Ωραίο είναι το άτιμο. Τραβάει κάθε μέρα το βλέμμα μου. Η δεύτερη γέφυρα είναι μεγαλύτερη, και ήδη φορτωμένη από αμάξια. Την ανεβαίνω κι αυτή σα σωστός γκαζιάρης. Γκιιιν, γκιιιν, σε λίγο κατηφόρα κι ευκαιρία να δω τον ήλιο στα μάτια. Πέμπτο φανάρι, γαμώτο, ακόμη στα δύο είμαι για σήμερα. Ευτυχώς με καθυστερεί λίγο. Στρίβω δεξιά και κατεβαίνω δίπλα από το γήπεδο της Φέγενορντ. Σιγά την ομάδα σκέφτομαι από μέσα μου. Σαν την ΠΑΟΚάρα δεν έχει. Περνώ απέναντι και πάω παράλληλα με τις ράγες των τρένων. Ένα ποδήλατο παρατημένο στον φράχτη. Κι αυτό το βλέπω κάθε μέρα. Εμένα μου μοιάζει το ίδιο, μα αυτό όλο και σαπίζει κι ας μη φαίνεται. Μετά σηκώνω το κεφάλι και βλέπω τη φωλιά κάποιου πουλιού στην κορυφή ενός δέντρου. Άτιμη ζωή παντού βρίσκεσαι. Φτάνω στο κυκλάκι και στρίβω δεξιά. Λίγες γκαζιές και φτάνω στον κεντρικό. Τώρα αναμετρώμαι με δυο φανάρια, το ένα μετά το άλλο. Μόλις μου έκλεισε την πόρτα στα μούτρα. Σαν ανάψει πράσινο, ανάβει και το δεύτερο, τώρα έμεινε μια μεγάλη ευθεία μόνο. Σήμερα τα φανάρια δεν μου έκαναν τη χάρη. Γαμημένα.
Τώρα έχει κιόλας ξημερώσει, ψιλόβροχο στα ξαφνικά μου δροσίζει το πρόσωπο. Κι εγώ που έλεγα πως θα με χτυπήσουν για τα καλά οι ακτίνες του ήλιου. Α, στο καλό. Μια μελαγχολία με πιάνει σ’αυτό το κομμάτι της διαδρομής. Ξέρω πως φτάνω στο μέρος που δε θέλω να’μαι. Τι τραβώ για τα όνειρά μου σκέφτομαι, σα λογοτεχνικός ήρωας αδημοσίευτου έργου. Γνώριμα μέρη που περιμένουν το ζιγκ ζαγκ των στροφών μου και περάσματα από δρόμους που έμαθαν τη μυρωδιά των ροδών μου. Ανάβω το τελευταίο φλας για αριστερά, τρία, δύο, ένα, φτάνω και παρκάρω έξω από την αποθήκη.
Γαμώ το κέρατό μου. Πέντε λεπτά νωρίτερα ξύπνησα σήμερα, μα πάλι άργησα. Μπαίνω μέσα και χαιρετώ τις συναδέλφισσες που με κοιτάζουν με μισό μάτι τελευταία. Η δικαιολογία μου με την τουαλέτα και το ευερέθιστο έντερο δεν τους αρκούσε. Ας είναι. Αφήνω τα πράγματά μου πάνω στο τραπέζι, παίρνω το σκάνερ, βάζω τα γάντια και φύγαμε για δουλειά!
Για την ώρα δεν έχει κάτι ιδιαίτερο. Αυτά που έκανα τις προηγούμενες μέρες τα ανέλαβε ο καινούριος συνάδελφος, αυτός που ήρθε για full-time. Κι έτσι εγώ, ο part-time δούλος, θα τρέχω απλά σαν τον Βέγγο δεξιά κι αριστερά μέσα στην αποθήκη σαν πολυεργαλείο. Θανάση δεν είπαμε ότι με λένε; Ε, τι περίμενα.
Ξεκινώ χτίζοντας ένα καινούριο μπλοκ με ράφια. Όση ώρα το φτιάχνω στο μυαλό μου είναι καρφωμένο το βιβλίο μου. Πότε θα τελειώσει, πότε θα το βγάλω στον κόσμο, να το ξεπροβοδίσω σαν καλό παιδάκι. Ενάμισι χρόνο έχει που το’γραψα. Το άφησα να καθίσει για να το διορθώσω, να το επιμεληθώ. Τίποτα δεν έχω κάνει. Ελάχιστες αλλαγές μονάχα. Από τους εκδοτικούς έφαγα άκυρο, από αυτούς τουλάχιστον που μπήκανε στον κόπο να μου στείλουν ένα απορριπτικό μήνυμα. Μόνο ένας μου απάντησε θετικά, μέτριος, τον οποίο απέρριψα γιατί δεν ήθελα να του δώσω 1.200 ευρώ όπως μου ζήτησε για να το εκδώσει. Τι σκατά εκδοτικοί είναι αυτοί; Χτίζω τα ράφια και σκέφτομαι αν κάνω καλά που διάλεξα να πάρω εναλλακτικό δρόμο.
Περνά η ώρα και νιώθω το κινητό μου να δονείται. Τσεκάρω την οθόνη και βλέπω μήνυμα στο Whatsapp από τον υπεύθυνο. Dear Thanos, μου γράφει, μπλα-μπλα-μπλα, δηλαδή, άργησες πάλι και την επόμενη φορά θα πάρεις warning. Στα αρχίδια μου σκέφτομαι. Μετά του γράφω. Dear τάδε, εγώ ξυπνώ, σκατό γιοκ, φόβος σαν βγω απ’το σπίτι, ντεντέι; Dear Thanos, μπλα-μπλα-μπλα, που πάει να πει, κλανιά μας το σκατό σου, εμείς εδώ σε θέλουμε δούλο, τι αργείς ένα, δύο, τρία, πέντε λεπτά ρε μαλάκα, εδώ είναι το τσιφλίκι μας, εμείς σε κάνουμε κουμάντο, σκάσε πια με τις δικαιολογίες σου. Βλάκα. Βέβαια, εγώ τα ερμηνεύω έτσι, αυτός μου’πε απλά ότι με βλέπουν οι άλλοι εργαζόμενοι και ζηλεύουν. Ρε πούστη μου, διάλεξα αποθήκη για να’χω ήσυχο το κεφάλι μου, όχι για να’χω σκοτούρες. Ας είναι. Dear τάδε, με νεύρα σου λέω οκ, θα έρχομαι νωρίτερα, άντε και γαμήσου τώρα, εεε, συγνώμη, καλή σου μέρα ήθελα να πω.
Στο πρώτο διάλειμμα τρώω τα τοστάκια μου. Ανοίγω το κινητό να δω στη Lifo τα ψέματα και τον παραλογισμό του Τραμπ, για ακόμη μια μέρα. Τσεκάρω να δω αν υπάρχει κάποια θετική είδηση. Τζίφος. Τρομολαγνεία τα μέσα. Ανοίγω το Gazzeta να ακούσω κανένα άρθρο για τα νέα του ΠΑΟΚ. Ήττα από τον Βόλο και γκρεμίστηκε το σύμπαν, το ακούω και ξεχνιέμαι.
Πάλι στο πεδίο βολής. Με βάζουν να τακτοποιήσω κάτι σειρές με κούτες, ύστερα να αλλάξω θέση σε κάποια προϊόντα, στο τέλος πιάνω να καθαρίσω το πάτωμα που δεν καθαρίστηκε τουλάχιστον από τότε που ξεκίνησα. Όλη μέρα ακούω τα σερνάμενα βήματα των συναδέλφων μου. Είναι βαριές οι αλυσίδες τελικά. Σκέφτομαι πάλι τα όνειρά μου. Θα με καταλάβει ο κόσμος αναρωτιέμαι, ή θα με περάσει για τρελό; Θα με νιώσουν, ή θα γίνω περίγελος; Αν τελικά, ό,τι κι αν κάνω, δε φέρει το παραμικρό αποτέλεσμα, ούτε μια αμυδρή κίνηση προς τα μπρος; Αυτά σκέφτομαι, μα τέτοιος που’μαι δεν έχω πια επιλογές, όλα ή τίποτα.
Φτάνει κιόλας η ώρα για το δεύτερο διάλειμμα. Δέκα λεπτά αυτή τη φορά κι όχι είκοσι. Μέχρι να καθίσεις σηκώθηκες κιόλας. Έφαγα μια μπάρα πρωτεΐνης για τα gains. Τώρα στο πεδίο βολής μου ζητάνε να κάνω unloading of the pallets. Ξεκινώ κι ανοίγω κούτες, βρίσκω μικρότερες κούτες, που’χουν κι αυτές μέσα τους κούτες. Πιάνω άλλες παλέτες, τις τακτοποιώ και τις οργανώνω. Εδώ αυτό, εκεί το άλλο. Σε λίγο έχω εννιά διαφορετικές παλέτες που σιγά σιγά τις κάνω να ψηλώνουν. Αυτό το task με κουράζει πολύ στη μέση, ειδικά όταν είναι βαρύτερες οι κούτες, αλλά είναι τόσο μηχανικό, που πάει να πει ευκαιρία για καθαρότερες σκέψεις. Θα γράψω ένα κείμενο για όλα αυτά σκέφτομαι. Να δείξω τι περνάω. Να δείξω τι με έκανα να περνάω. Μήπως και καταλάβει κανείς. Μήπως και καταλάβει γιατί το κάνω. Σκέφτομαι το βιβλίο, τα γύρω γύρω από αυτό, την τελική επιμέλεια κι ανάγνωση. Σκέφτομαι την επικοινωνία του προς τα έξω, με τι τρόπο να το κάνω, πώς να στήσω την, και καλά, καμπάνια. Σκέφτομαι αυτή την ηλίθια δουλειά που κάνω, και κάτι μέσα μου μου λέει πως πρέπει να βρω άλλη εργασία και πάλι, μιας κι άρχισε κι εδώ το κλίμα να χαλάει. Σκέφτομαι, είμαι τόσο κακός ρε γαμώτο; Σκέφτομαι, πότε θα ηρεμήσω εγώ; Σκέφτομαι, θα μπορούσε το βιβλίο να με βγάλει από τη μιζέρια; Ονειρεύομαι γιατί είναι τζάμπα. Αυτό τουλάχιστον μπορώ να το κάνω. Μετά λέω, σοβαρέψου, εσύ γράφεις για να δημιουργήσεις. Όλα τα άλλα είναι ανωριμότητες. Δημιουργία νοήματος και κοινότητας. Αυτό πας να κάνεις. Μη σκέφτεσαι με βάση του αριθμούς. Μη σκέφτεσαι με συμβατικούς όρους. Μην αυταπατάσαι πως θα απελευθερωθείς από τις δυσκολίες. Στο τέλος τέλος, οι δυσκολίες είναι μέρος της ιστορίας. Για να γίνει το Β που θες, πρέπει να γίνει το Α. Αν δε γίνει το Α, δύσκολα θα γίνει το Β. Κι η ώρα περνά γρηγορότερα τώρα. Σε λίγο τελειώνω, τρώω μια μπανάνα, και πάω στο γυμναστήριο να χτυπήσω τους μύες μου. Κι ας έχω δουλέψει από τις 7 το πρωί. Κι ας σηκώθηκα απ’τις 6. Κι ας κοιμήθηκα και πάλι κατά τη 1 το βράδυ. Πέντε ώρες ύπνου, μια σωματικά καταπονητική εργασία, ειδικά για κάποιον με δισκοκήλη όπως εγώ, κι ένα κεφάλι που πονά από τις σκέψεις, δε με σταματούν. Πάω στο γυμναστήριο για την Pull Day μου. Τεντώνω το κορμί μου για μια και πλέον ώρα, και σακατεμένος πια, ανεβαίνω στο σκούτερ μου για να γυρίσω σπίτι, αφού πρώτα περάσω από το γραφείο της γατούλας μου για να πάρω τα κλειδιά. Επιστρέφω, κάνω ένα καυτό ντουζ, τρώω βρώμη με γάλα για τα gains, και ξεραίνομαι στον ύπνο για μια ωρίτσα.
Τι σκατά με έκανε πάλι να πιάσω δουλειά σε αποθήκη έπειτα από έναν χρόνο;
Όλο τον χειμώνα έψαχνα για δουλειά σε θέση γραφείου. Τζάμπα το μεταπτυχιακό σκεφτόμουν; Το φοιτητικό δάνειο πώς θα το αποπληρώσω; Σαν είχα γυρίσει από Ελλάδα τον Οκτώβρη, έκατσα κι έγραψα μέσα σε ενάμισι μήνα ακόμη τρία βιβλία. Το μυαλό μου πάντα με τραβάει στον Φιλόκοσμο. Τα βιβλία είναι μέρος του. Δε γράφω για να γράψω. Γράφω για να χτίσω κάτι. Μέσα γίνονται τα βιβλία για τη δημιουργία κάτι μεγαλύτερου.
Έψαχνα δουλειά. Μια συνέντευξη για τριάντα αιτήσεις πάνω κάτω. Έκανα πέντε έξι όλο κι όλο, όλους αυτούς τους μήνες. Κάποιες φορές έφτασα πραγματικά πολύ κοντά. Μα καμιά πρόταση δεν πήρα. Στα περισσότερα απορριπτικά μηνύματα μου εξηγούσαν πως τα ολλανδικά, παρόλο που έλεγαν στην αγγελία ότι καλό είναι να υπάρχουν, τελικά απαιτούνται.
Έκανα ένα μίνι πέρασμα από τα Starbucks για δουλειά, αλλά γνώρισα τη σαπίλα τους από μέσα και είπα πως δεν είμαι για να μπλέκω. Μετά έπιασα ξανά δουλειά σαν διανομέας. Ή για να μιλάμε σωστά κι ανθρώπινα, σαν ντιλιβεράς. Uber αυτή τη φορά. Όλο το χειμώνα την έβγαλα πάνω στο σκούτερ, κι έκανα αιτήσεις όταν δε δούλευα. Παράλληλα, ετοίμασα ένα εργαστήρι στοχαστικής γραφής το οποίο δεν έχω φτάσει ακόμη εκεί που θέλω, και ειδικότερα, δεν έχω καταφέρει να το εμπορευματοποιήσω. Άρα, μια απελπισία όλα μαζί. Δουλειά με το μηχανάκι, για να τρώω άκυρα, κι ένα εργαστήρι, που δε βρίσκω χρόνο να αναπτύξω; Που χρόνος για το βιβλίο και την έκδοση, που ηρεμία με τα χρέη να τρέχουν; Γιατί το να ζεις σαν φέρελπις δημιουργός του ελληνικού χώρου στην Ολλανδία, σε αναγκάζει να αναπνέεις κάτω από την επιφάνεια του νερού. Ή για να το πω σωστότερα, σε αναγκάζει να πνίγεσαι.
Το τελειωτικό χτύπημα το πήρα όταν χάλασε το μηχανάκι και για να το φτιάξω πλήρωσα όσα είχα βγάλει εκείνο τον μήνα. Ε, α στο διάολο είπα. Πάω σε αποθήκη ξανά. Τουλάχιστον θα’ναι πιο σταθερή εργασία από το delivery. Κι είναι όντως. Με βοήθησε να ηρεμήσω, να πατήσω καλύτερα στα πόδια μου, να ανταπεξέλθω σε δυο σπίτια, παρόλο που η ζωή δε σταματά να μου ζητά πράγματα. Μα κι εγώ δεν κάνω πίσω. Όσο πιο πολύ με βαράει αυτή, τόσο πιο πολύ τεντώνομαι κι εγώ. Όσο πιο πολύ με πιέζει αυτή, τόσο πιο πολύ σκληραίνω κι εγώ. Έτσι είσαι ε; Εγώ, δε θα τα παρατήσω, θα τα καταφέρω.
Δεν ξέρω πώς το έχω πετύχει αυτό, αλλά έχω φτάσει στο σημείο που ενώ έχω φόβους, πολλούς ακόμη και σήμερα, δεν μπορώ να πάψω να ονειρεύομαι, να ελπίζω, να προσπαθώ. Δεν μπορώ να πάψω να πιστεύω ότι θα τα καταφέρω. Να’ναι που η αγάπη μ’έχει ενδυναμώσει; Να’ναι που το πήρα απόφαση επιτέλους; Να’ναι που κατάλαβα καλύτερα ότι τίποτα δεν έχει νόημα, παρά το να παλεύεις για όσα αγαπάς; Να’ναι που είμαι εθισμένος στον πόνο; Να’ναι που έχω ζήσει τόσο πολύ μέσα στο όνειρό μου που ξέρω ότι δε γίνεται να’ναι μόνο φαντασία; Όλα αυτά μαζί και λίγο λίγο μάλλον. Αυτό θα’ναι.
Κατάφερα να γράψω στο σημειωματάριό μου την ημερομηνία 20 Απριλίου. Η πρώτη απελευθέρωση, κι ίσως η πιο σημαντική, είναι κοντά. Πολύ κοντά.
