Πότε είναι η κατάλληλη περίοδος για να διαβάσεις Ντοστογιέφσκι;
Για χρόνια έλεγα στον εαυτό μου ότι δεν είναι η ώρα τώρα για τον αληθινό Ντοστό. Γιατί όλο και κάτι έκανα, κάτι κυνηγούσα, ή απλά δεν ήμουν στα κέφια μου για να επικεντρωθώ στα πραγματικά μεγάλα του έργα, όπως το Έγκλημα και Τιμωρία, τον Ηλίθιο, τους Δαιμονισμένους, και τέλος, τους Αδερφούς Καραμαζώφ.
Είχα διαβάσει μικρότερα έργα του, με αποκορύφωμα Το Υπόγειο, το οποίο είχε ξεχωρίσει στα μάτια μου, αλλά τίποτα από τον Παίχτη, το Σωσία, τον Αιώνιο Σύζυγο δεν κατάφεραν να μείνουν στη μνήμη μου. Να φταίει άραγε που δεν τους έδινα την κατάλληλη προσοχή; Πιστεύω πως ναι. Για να διαβάσεις κάτι και να το καταλάβεις, πρέπει να του δώσεις την αρμόζουσα προσοχή, να το αφήσεις να μπει μέσα σου, να καθίσει καλά καλά, με την ελπίδα να γευτείς το ζουμί του. Όταν διάβαζα, αυτά τα μικρότερα σε έκταση και σημασία ίσως έργα, το μυαλό μου ήταν αλλού. Τα διάβαζα περισσότερο για να πω πως διαβάζω Ντοστογιέφσκι και όχι για να κατανοήσω τι διακυβεύεται. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που θυμάμαι ελάχιστα τις πλοκές τους και το βαθύτερό τους νόημα.
Το ίδιο συνέβη ως τώρα και με πολλούς άλλους συγγραφείς ή βιβλία που απέφευγα λόγω αδυναμίας να ενδώσω. Κατέληξα να σπαταλώ το χρόνο μου διαβάζοντας, ή καλύτερα να πω χαζοδιαβάζοντας, βιβλία δεύτερης και τρίτης κατηγορίας. Μα ο χρόνος διαβάσματος, ο ποιοτικός χρόνος μελέτης, είναι τόσο λίγος, και τα βιβλία που τον αξίζουν τόσο πολλά, που κάθε επιλογή ανάγνωσης, για όσους και όσες θέλουν να φτάσουν ίσως λίγο κοντύτερα στις πηγές του είναι, έχει ιδιαίτερο βάρος. Το τι θα διαβάσει και θα μελετήσει κανείς, είναι τελικά τέχνη από μόνο του.
Μα τέχνη δεν είναι μόνο η επιλογή ενός έργου και τα γιατί πίσω από αυτή την επιλογή. Τέχνη είναι επίσης να μάθει κανείς πότε να το διαβάσει μα και πώς. Τέχνη είναι να μπορέσει να βουτήξει μέσα του με όλο του το είναι, ώστε να το νιώσει καλύτερα σε όλα του τα επίπεδα. Αν δε βραχείς, δηλαδή, αν δε φοβηθείς, δεν εμπνευστείς, δεν καταλάβεις, τότε δεν έχεις κολυμπήσει στ’αλήθεια μέσα σε ένα έργο, απλά ίσως να έβρεξες τα ποδαράκια σου στη θάλασσά του.
Σε πόσες θάλασσες ως τώρα δεν έχω βρέξει κι εγώ τα πόδια μου; Και πόσο λίγες ήταν αυτές που γνώρισα στ’αλήθεια βουτώντας στο βυθό τους; Μα φέτος, πήρα την απόφαση να σοβαρευτώ. Όχι με ένα ή δυο πράγματα, αλλά με όλα. Έτσι λοιπόν, και με την ανάγνωση και τη μελέτη. Όχι, ο χρόνος είναι ελάχιστος, και εγώ δε διαβάζω για να ξεχνιέμαι, διαβάζω για να χτίζω το μυαλό και τη σκέψη μου, να διαμορφώνω αναγνωστικό χαρακτήρα.
Εσύ γιατί διαβάζεις; Όποιος κι αν είναι ο λόγος, δεν είναι κακός. Κακό είναι μόνο το να μη γνωρίζεις γιατί διαβάζεις αυτό που διαβάζεις.
Ήρθε η ώρα του αληθινού Ντοστογιέφσκι, του Φιοντόρ, ή αλλιώς Θεόδωρου. Φέτος είναι η χρονιά που θα τον γνωρίσω στ’αλήθεια γιατί το πλάνο μου είναι να διαβάσω τα μεγάλα του έργα μα και να μάθω περισσότερα για τη ζωή και τη φιλοσοφία του. Γιατί οι αληθινοί συγγραφείς, δε γράφουν απλά, δε γράφουν ενδιαφέρουσες ιστορίες με περίπλοκες πλοκές που παίζουν με τα συναισθήματα του αναγνώστη. Οι αληθινοί συγγραφείς, είναι φιλόσοφοι της πράξης, ακόμη κι αν οι πράξεις στις οποίες διαβαίνουν, λαμβάνουν χώρα στον κόσμο της φαντασίας τους. Είναι άλλωστε αυτοί οι κόσμοι, του Ομήρου, του Δάντη, του Γκαίτε, του Ντοστογιέφσκι, που δίνουν πνοή στην πραγματικότητα, γιατί μέσω της φαντασίας καταφέρνουν να την κόψουν και να φτάσουν ακόμη βαθύτερα μέσα της. Μπορείς να πεις αλήθειες βασιζόμενες σε ψέματα; Απ’ότι φαίνεται μπορείς και ίσως αυτός να είναι ο καλύτερος τρόπος. Γιατί μέσω ενός ψέματος, ενός παραμυθιού, μπορείς να κάνεις άλματα τα οποία η βαθύτερη κατανόηση έχει ανάγκη.
Τι κρύβεται πίσω από τις λέξεις κι ανάμεσά τους; Τι κρύβεται στα πλεκτά των νοημάτων που δημιουργούν οι λέξεις; Πώς γίνεται ο νους να φωτίζεται καθώς διαβάζεις μια πρόταση; Ο άνθρωπος δε θα ήταν άνθρωπος αν δεν είχε καταφέρει να αναπτύξει τον λόγο του. Τον προφορικό μα και τον διανοητικό. Τα έργα που έχουμε δημιουργήσει ως ανθρωπότητα φανερώνουν το βαθμό κατανόησης στον οποίο έχουμε φτάσει για το τι εστί ζωή και τι θάνατος, τι εστί κόσμος και θεός, τι εστί άνθρωπος εν γένει.
Διάβασα το Γενάρη το πρώτο από τα μεγάλα που έχω στη λίστα, το Έγκλημα και Τιμωρία. Θα ακολουθήσει ο Ηλίθιος, έπειτα οι Δαιμονισμένοι, και τέλος οι Αδερφοί Καραμαζώφ, τους οποίους περιμένω πώς και πώς. Τόσα χρόνια έλεγα δεν είναι κατάλληλη περίοδος, το ίδιο θα μπορούσα να πω και για φέτος, έχοντας θέσει σα στόχο να εκδώσω τέσσερα βιβλία μου, ακόμη κι αν είναι μικρά. Μα ο χρόνος περνά και η ζωή κυλά κι εμείς μένουμε άπραγοι με ένα περίμενε καρφωμένο στο νου. Όχι, δεν μπορώ να περιμένω άλλο. Θα διαβάσω αυτό που θέλω ακόμη κι αν δυσκολευτώ έξτρα.
Ρασκόλνικοφ λοιπόν. Ή μήπως καλύτερα θα ήταν να έλεγα Σόνια;
Αλήθεια, ποιος είναι ο αληθινός ήρωας του μυθιστορήματος αυτού; Όλη η πλοκή περιστρέφεται γύρω από τον Ροντιόν, μα ο ήρωας δεν είναι ήρωας όντως. Ο Ρασκόλνικοφ είναι αντι-ήρωας. Είναι αυτό από το οποίο η ανθρωπότητα κινδυνεύει. Είναι το πνεύμα το οποίο αρρώστησε από μεγαλύτερες δόσεις λογικού παραλογισμού και κατέληξε στο μηδενισμό. Φανερώνει την απειλή και σε τίποτα δεν αποτελεί παράδειγμα μίμησης παρά μόνο αποφυγής. Τουλάχιστον έτσι θέλησε να το χτίσει ο συγγραφέας. Είχε δίκιο άραγε; 70 χρόνια μετά αποδείχθηκε πως αυτή η απειλή του Ροντιόν έγινε πράξη μέσω του Χίτλερ και του Στάλιν και έτσι κατέστησε προφήτη τον Φιοντόρ, στοχαστή που είδε τόσο καθαρά την ανθρώπινη φύση και την άβυσσό της που κατέληξε να δει μαζί και το μέλλον.
Η υπερβολική διάνοια όταν πάει χέρι χέρι με την παρερμηνεία της ζωής μπορούν να πετύχουν δεινά τεραστίας έκτασης. Από στρατόπεδα συγκέντρωσης μέχρι γκουλάγκ. Από ατομικές μέχρι πυρηνικές βόμβες που έπεσαν ή θα πέσουν. Ο άκρατος ορθολογισμός που γίνεται δόγμα και κάτι χάνει από την πνευματική διάσταση της ζωής και της ύπαρξης. Η επιβολή του εγώ κάποιων, λίγων, στο εμείς. Με αυτά ασχολείται ο Ντοστογιέφσκι σε αυτό το έργο του μα και στα υπόλοιπα. Έγραψε για να φανερώσει το πρόβλημα και να το κατονομάσει. Ο Νίτσε το είχε πει πιο ποιητικά. Ο Θεός πέθανε και τον σκοτώσαμε εμείς έγραφε την ίδια περίοδο ή λίγο αργότερα. Που πάει να πει ότι αν κάτι χαλιναγωγούσε τον άνθρωπο και όλες του τις δυνάμεις, θετικές κι αρνητικές, φωτεινές και σκοτεινές, τώρα πια δεν υπάρχει, ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να γίνει ο ίδιος Θεός και Διάβολος, και τελικά, έγινε και τα δυο.
Μα πώς ο Ροντιόν έγινε Ρασκόλνικοφ; Τι δείχνει ο Φιοντόρ μέσα από την ιστορία του; Ο Ροντιόν γίνεται Ρασκόλνικοφ και μπαίνει με τα μπούνια στην ελίτ των λογοτεχνικών ηρώων όταν, σχεδόν κατά λάθος, όπως σχεδόν κατά λάθος έπεσε και η Άννα στις ράγες των τρένων, έγινε φονιάς, εις διπλούν. Τι τον έφτασε εκεί; Το μυαλό του, μα και οι συνθήκες γύρω του. Ή καλύτερα να πω ο ίδιος ο συγγραφέας. Μα ο συγγραφέας αντλεί όλα του τα στοιχεία από την πραγματικότητα κι απλά τα ανασυνθέτει, άλλωστε ο Ντοστογιέφσκι είναι μέγιστος ρεαλιστής της ύπαρξης. Τι μας λέει; Μας λέει ότι οι συνθήκες μπορούν να δημιουργήσουν τέρατα όταν υπάρχει υλικό μέσα στον άνθρωπο για αυτό. Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να γίνει άγιος ή στρατιώτης των SS είχε γράψει κάποιος κάποτε. Και είναι αλήθεια, όλοι μέσα μας έχουμε δυνάμεις δημιουργικές και καταστροφικές. Όλοι αντέχουν μέχρι να λυγήσουν. Όλοι μπορούν να σπάσουν, εκτός ίσως από τους τρελούς, που είναι σπασμένοι με άλλο τρόπο. Άρα; Άρα οι συνθήκες είναι αυτό που μπορεί και πρέπει να ελεγχθεί. Εφόσον ο άνθρωπος είναι αυτός που είναι, τι πρέπει να κάνουμε για να μειώσουμε τον κίνδυνο από τον έναν για τους πολλούς; Να δουλέψουμε από κοινού για τις καλύτερες δυνατές συνθήκες.
Μα ο Ντοστογιέφσκι δεν το πάει εκεί. Ο Φιοντόρ μέσω της πραγματικής ηρωίδας, της Σόνιας, που αναγκάζεται να βγάλει κίτρινη κάρτα, να πουλήσει δηλαδή το σώμα της για πενταροδεκάρες και μαζί την αξιοπρέπειά της, μας δίνει τη δική του λύση. Μέσω της αυτοθυσίας λέει, μιας χριστιανικά χρωματισμένης αυτοθυσίας, που δεν κρατάς τίποτα για εσένα, μπορείς να ξεφύγεις από τις απειλές της ανθρωπότητας. Η Σόνια για να υποστηρίξει την οικογένειά της, που με το ζόρι είναι οικογένειά της, κάνει το αποτρόπαιο, πουλά στο διάβολο τον εαυτό της. Καταστρέφει τη ζωή της. Τουλάχιστον αυτό τη βάζει ο συγγραφέας να κάνει. Αυτή η ταπεινοφροσύνη μέχρι αηδίας, το σύμπλεγμα του καλού παιδιού που δε λέει όχι, η ντεμέκ καθαρότητα της ψυχής που δεν υπάρχει σχεδόν σε κανέναν, προτείνεται ως λύση στο πρόβλημα μηδενισμός.
Αγαπώ και σέβομαι τον Ντοστογιέφσκι, μα αυτό είναι μπούρδα. Ίσως πριν ενάμιση αιώνα να είχε ακόμη νόημα να μιλάμε για θρησκείες, ή έστω τους ηθικούς τους κώδικες, μα σήμερα όλες καταρρέουν ή το έχουν ήδη κάνει. Ο Θεός πέθανε άλλωστε. Δεν μπορούμε να βρούμε λύση στις εκκλησίες και τα τζαμιά που έμειναν σαν ερείπια ενός κόσμου πια χαμένου. Το θέμα μας είναι να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε, τι μπορούμε να χτίσουμε, που να έχει στ’αλήθεια τη δύναμη να κρατήσει τη ζωή στα δυο της πόδια, μπρος στη λαίλαπα της αυτοκαταστροφικής μανίας που μας έπιασε για τα καλά, δίχως τη βοήθεια εξωτερικών παραγόντων.
Αν δεν υπάρχει Θεός, μια εξωτερική συνείδηση που μας βλέπει, μας κρίνει, μας ορίζει, τότε τι μπορεί να υπάρχει; Ίσως αυτό που υπάρχει ήδη. Ο άνθρωπος, ο κόσμος, η ζωή. Αν είναι να χτίσουμε κάτι, κάτι από το οποίο να αντλούμε τις αξίες που τόσο έχουμε ανάγκη για να αυτοπεριοριζόμαστε, αυτό θα πρέπει να βασίζεται σε αυτά. Όχι στις ηθικές αξίες από συστήματα που βασίζονται στον αέρα και το φόβο. Ναι στις ηθικές αξίες από συστήματα που βασίζονται στο νόημα και την αγάπη. Αυτό χρειαζόμαστε όλοι και όλες, περισσότερο νόημα, περισσότερη αγάπη, περισσότερα λουλούδια και ομορφιά που πηγάζουν από αυτά.
Οι εκκλησίες και τα τζαμιά του μέλλοντος, αντί για εστιατόρια, γυμναστήρια, χώροι εκθέσεων, μπορούν να γίνουν πνευματικοί χώροι στους οποίους ο άνθρωπος, ο κόσμος, η ζωή, θα μπορούν να λατρεύονται. Κι έτσι να συνεχίσουν το σκοπό τους αλλάζοντας το επίκεντρο. Από κάτι που βρίσκεται εκτός του ανθρώπου, σε αυτό που βρίσκεται μέσα του. Γιατί είναι άλλο να λατρεύεις ένα Θεό αφηρημένο, πατέρα παντοκράτορα, που έδωσε τη δύναμη στον παππά να σου λέει τι να κάνεις, κι άλλο να λατρεύεις τον άνθρωπο, τον κόσμο, τη ζωή που κατοικούν μέσα σε εσένα και τους συνανθρώπους σου δίχως τη μεσολάβηση κανενός για το πώς πρέπει να ζήσεις.
Έτσι πρέπει να διαβάζουμε τα μεγάλα πνεύματα. Κριτικά. Γιατί ο Φιοντόρ είχε δίκιο, αλλά εν μέρει μόνο, τουλάχιστον για εμένα. Αυτή είναι η άποψή μου, μπορεί να έχω δίκιο, μπορεί και όχι. Θα πρέπει ωστόσο να μπαίνω στο έργο και να παίρνω όλα αυτά που μπορώ να πάρω, και να τα σκέφτομαι αρκετά, να τα χωνεύω και να τα μετουσιώνω.
Δεν επικροτώ τη λύση, αλλά αναγνωρίζω τη διαπίστωση του προβλήματος. Αναγνωρίζω επίσης την ανάγκη για δικαιοσύνη, ακόμη κι αν πρέπει να έχει τη σφραγίδα του λερωμένου κράτους. Γιατί το κράτος, είναι διαβολικό κάποιες φορές, αν και τις περισσότερες είναι αφελές και ανόητο, σχεδόν βλαμμένο. Στο κάτω κάτω, οι Ερινύες γι’αυτό είναι. Το κράτος πρέπει να μας προστατεύει από αυτούς που οι φωνές των Ερινυών δε φτάνουν στα αυτιά τους, από τους μη-ανθρώπους δηλαδή.
Το έγκλημα του μηδενισμού ζητεί και λαμβάνει τιμωρία. Αυτό συνέβη τον προηγούμενο αιώνα, μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου. Σήμερα τι γίνεται; Ο μηδενισμός σήμερα ξαναβγήκε παγανιά μα δεν είναι ορθολογικός. Είναι παράλογος. Είναι ακόμη πιο επικίνδυνος. Άλλο το να φτάνω στο συμπέρασμα ότι η ζωή δεν έχει αξία με λογικό τρόπο, κι άλλο να ξεκινώ με το δε με νοιάζει καν αν η ζωή έχει αξία ή όχι, εγώ επιβάλλομαι και καταστρέφω σαν να μην υπάρχει χθες και αύριο. Στο πρόσωπο του φασισμού στις μέρες μας, αυτού του νέου υβριδικού τέρατος, η απειλή της ανθρωπότητας μεγεθύνει. Τα καρκινικά κύτταρα αυξάνουν ολοταχώς τη δύναμή τους και κοντεύουν να αλλάξουν τις ισορροπίες. Ελπίζω να το αναγνωρίζουν ή διαισθάνονται αυτό όλοι οι μη προσβλεβλημένοι μήπως και κάνουμε κάτι πριν αφήσουμε τον νέο μηδενισμό μέσω του νέου φασισμού να διαπράξει νέα εγκλήματα, που μπορούν να αποβούν μοιραία για την ύπαρξή μας.
Γιατί, εν τέλει, ο καλύτερος τρόπος να αποφύγεις την απόδοση τιμωρίας στον εγκληματία, είναι να μη του επιτρέψεις σε πρώτη φάση το ίδιο το έγκλημα. Όπως και ο Ροντιόν θα μπορούσε να γλυτώσει από το να γίνει Ρασκόλνικοφ, αν του είχε παρασχεθεί καταλληλότερη βοήθεια, αντί να αφεθεί στον παραλογισμό της σκέψης του.
Σήμερα, πιο πολύ από ποτέ, έχουμε την ανάγκη για παραγωγικό διάλογο, με όλους, όλες και όλα.
