Χιονάνθρωπος

Είμαι ένας λευκός, στρογγυλός, παγωμένος χιονάνθρωπος
Έχω δυο κουμπιά για μάτια
Ένα καρότο για μύτη
Ένα σκουφί κι ένα κασκόλ

Στέκομαι μέσα στο κρύο ολομόναχος
Περιμένοντας το τέλος
Που θα μου φέρουν οι ακτίνες του ήλιου
Την επαύριο κιόλας

Μοιάζει η ζωή μου με καταδίκη
Θανατική
Μοιάζει γιατί είναι
Μια προσμονή του τέλους

Και τι δε θα έδινα για να μπορέσω να κουνηθώ
Να περπατήσω κι εγώ στα χιόνια
Να παίξω, να χαρώ
Μα ποιος έχασε τα πόδια του για να τα βρω εγώ;

Ένας χιονάνθρωπος είμαι
Με μια καρδιά παγωμένη βαθιά μέσα μου
Υπό του μηδενός η θερμοκρασία
Δε βραχυκυκλώνει μόνο το συναίσθημα, μα και η λογική επίσης

Σα χθες θυμάμαι τον άνθρωπο
Σαν το Σίσυφο να κυλά το σώμα μου
Λες κι είναι από πέτρα
Για να μεγαλώσει, να γεμίσει, παγωμένες χιονονιφάδες

Ο δημιουργός μου με ετοίμασε
Παίζοντάς με στα χέρια του
Έδωσε μορφή στη φύση
Χαμογέλασε κι έβγαλε μια φωτογραφία

Είμαι ο χιονάνθρωπος
Αντέχω στο κρύο και στη μοναξιά
Παγωμένη ζωή
Μια ζωή μερικών ημερών

Στα γέλια των παιδιών
Το μόνο πράγμα που με ευχαριστεί
Ακούω τη ζωή να σφύζει
Σαν κελαηδίσματα εξωτικών πουλιών

Χθες με έφτιαξαν
Σήμερα άντεξα
Αύριο θα λιώσω
Πήρα κι εγώ μια γεύση του κόσμου


Μια σκέψη σχετικά μέ το “Χιονάνθρωπος

Σχολιάστε