Ξεκινούμε αδιαμόρφωτοι
Και με πρόσχημα τη μόρφωση
Μας διαμορφώνουν
Τι θέλουν να πετύχουν άραγε;
Ξεκινά ο άνθρωπος τη ζωή του ως άγραφος πίνακας; Ή μήπως ξεκινά ως ένας μαύρος πίνακας που κρύβει λέξεις και νοήματα που δεν μπορούμε καν να φανταστούμε; Τι πληροφορίες έχει μέσα του το γονίδιό μας; Τι κουβαλούν τα κύτταρα; Κι όμως, ένα νεογέννητο δε γνωρίζει που βρίσκεται η Αμερική, μα μπορεί να κλάψει, να χαμογελάσει, να αναπνεύσει, να κοιμηθεί. Αν ο πίνακας ήταν άγραφος, θα μπορούσε να τα κάνει; Κάποιου είδους πληροφορία δε θα πρέπει να υπάρχει πίσω από κάθε συμπεριφορά, ακόμη και όταν δεν το γνωρίζουμε;
Κι αν ξεκινά ο άνθρωπος έχοντας ήδη κάτι μέσα του, αυτό δε σημαίνει πως ό,τι έχει θα του αρκέσει κιόλας για να καταφέρει να ζήσει. Όχι, ένα μωρό δεν είναι άγραφος πίνακας, μα είναι ένας πίνακας που έχει ανάγκη να γραφεί.
Η ανθρωπότητα έχτισε έναν πολιτισμό πολλών ρευμάτων. Μέσα στο πέρασμα του χρόνου κατάλαβε τη σημασία της εκπαίδευσης. Κατάλαβε όμως και τη σημασία της παιδείας. Γιατί εκπαίδευση και παιδεία δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η πρώτη έρχεται να μας μάθει γνώσεις και δεξιότητες, μας ακονίζει και μας κάνει εργαλεία, καλούς στις προσθαφαιρέσεις και την αποστήθιση, μέσα από ένα σύστημα που μας μαθαίνει την πειθαρχία στην ιεραρχία. Η δεύτερη όμως, η παιδεία, είναι που συνεχίζει παραπέρα, αγγίζοντας το ακόνισμα της σκέψης, κάνοντας την κριτική σα μαχαίρι, και μια καλλιέργεια του πνεύματος που ευρύχωρα αγκαλιάζει τον κόσμο ολόκληρο. Εκπαίδευση και παιδεία, που αποσκοπούν ωστόσο;
Όταν παίρνεις στα χέρια σου το μυαλό ενός νέου ανθρώπου, κρατάς κάτι σαν πλαστελίνη. Τι θα πλάσεις με αυτό το μυαλό; Γιατί θα το πλάσεις έτσι; Κυνηγάς κάτι πλάθοντάς το με τον τρόπο αυτόν; Κι αν ναι, τότε τι είναι αυτό στο οποίο αποβλέπεις;
Ο άνθρωπος έχει ανάγκη την παιδεία περισσότερο από την εκπαίδευση. Η πρώτη μπορεί να τον δυναμώσει, να τον κάνει ελεύθερο, στοχαστικό και πρακτικό, τέτοιον που θα μάθει τον εαυτό του, θα μάθει τον κόσμο, και θα ξέρει πώς πρέπει να σταθεί απέναντί του, ή μέσα του. Η δεύτερη, τον κάνει πειθήνιο, έξυπνο μόνο τόσο ώστε να μπορούν να τον εκμεταλλευτούν αποδοτικά κάποιοι, αυτοί που έχουν να κερδίσουν από υποδουλωμένες υπάρξεις.
Γιατί ο άνθρωπος νιώθει χαμένος σήμερα, βρίσκει τον εαυτό του παραγωγό και καταναλωτή, ψηφοφόρο, φορέα ιδεολογιών, οπαδό ομάδων, ακόλουθο, γρανάζι μικρό ενός χαοτικού συστήματος; Γιατί νιώθει να του ρουφούν το αίμα, να πίνουν την ψυχή του, να τρων το σώμα του; Γιατί νιώθει πως η ζωή δεν έχει νόημα, πως είναι ψέμα, και ψάχνει συνεχώς για τρόπους να ξεφύγει από την πραγματικότητα; Τι ωθεί τον άνθρωπο στην ανυπαρξία, διάγοντας μια ζωή ανούσια, πριν την ώρα του;
Επειδή δεν υφίσταται ένας συλλογικός σκοπός που να επιβάλλεται στην ιδιοτέλεια των λίγων. Δεν αναγνωρίζουμε την ανθρωπότητα ως ένα σύνολο, ως οργανισμό. Γι’αυτό και δεν κατανοούμε τη σημασία της ενδυνάμωσης του ανθρώπου, που στο τέλος τέλος είναι το κύτταρο της ανθρωπότητας. Κάπως έτσι καταλήγουμε να έχουμε ένα πιο αδύναμο σώμα και άσοφο πνεύμα. Αντί να βελτιώνουμε κάθε πτυχή του ανθρώπου, μορφώνοντάς τον μέσω της παιδείας, εμείς το μόνο που κάνουμε είναι να τον παραμορφώνουμε μέσω της εκπαίδευσης. Μιας εκπαίδευσης που διαμορφώνεται από τους σκοπούς των λίγων, έναντι του συλλογικού σκοπού της ανθρωπότητας.
Μα ποιοι είναι αυτοί οι λίγοι και πώς τα καταφέρνουν τόσο καλά;
Οι λίγοι, είναι ομάδες συμφερόντων που προτάσσουν το δικό τους, ιδιωτικό συμφέρον, μπροστά από το συλλογικό και ανθρώπινο. Ωθούμενοι από όλες τις δυνάμεις και λαχτάρες που κρύβει μέσα του ο άνθρωπος, εκφράζουν την τάση της αυτοκαταστροφικότητας που έχει ο συλλογικός μας εαυτός. Γιατί τι άλλο είναι πέρα από αυτοκαταστροφή το να διαμορφώνεις μυαλά που είναι άβουλα, ακαθόριστα, μη συγκροτημένα, όταν στόχος σου είναι να τα εκμεταλλευτείς;
Αν υπάρχει άχυρο στο μυαλό των περισσότερων από εμάς, κάποιοι μερίμνησαν γι’αυτό. Αν δεν ξέρουμε πώς να σκεφτόμαστε, πώς να αισθανόμαστε, πώς να συζητούμε και να συνδιαλεγόμαστε για πράγματα ουσιώδη στη ζωή, αυτό δεν είναι τυχαίο. Αν κάποιος δεν ξέρει τι του γίνεται, τότε μικρή ευθύνη φέρει ο ίδιος γι’αυτό. Και φέρει μικρή ευθύνη γιατί ήρθε ως αδύναμο μέλος που είχε ανάγκες σε αυτόν τον κόσμο, και κανείς δεν του τις κάλυψε με τον κατάλληλο τρόπο. Στην οικογένεια μπορεί να του κάλυψαν τις σωματικές ανάγκες, λίγη ασφάλεια, τροφή και χάδι. Στο σχολείο μπορεί να του έμαθαν να διαβάζει και να μετρά. Στις παρέες έμαθε να παίζει και να συμπεριφέρεται. Μα κανείς δεν του μίλησε πραγματικά για τη ζωή και τον κόσμο. Δεν του είπε τι σημαίνει να ζεις, τι έχει στ’αλήθεια νόημα, ποιους κινδύνους θα πρέπει να προσέχει. Κάπως έτσι ο άνθρωπος βρίσκει τον εαυτό του πάντα χορτάτο σωματικά, μα και πάντοτε πεινασμένο πνευματικά. Μεγαλώνει, σπουδάζει, βρίσκει δουλειά, φέρεται ως φυσιολογικός μέσα στο παράλογο της ανθρώπινης κοινωνίας, μα δεν ακούει τη φωνή του, τη βαθιά φωνή μέσα του, τη φωνή που είναι κοινή σε όλους μας, η οποία τον ρωτάει δεικτικά, αυτό είναι όλο, αυτό σημαίνει να ζεις, γι’αυτό ήρθες στον κόσμο;
Αλήθεια, γι’αυτό υπάρχουμε; Για να παράγουμε κάτι, τις περισσότερες φορές ανούσια; Για να καταναλώνουμε πράγματα που δεν έχουμε όντως ανάγκη; Για να υποστηρίζουμε φιγούρες και ηγέτες που δεν τους ενδιαφέρουμε καν; Υπάρχουμε για να συντηρούμε άλλους; Υπάρχουμε για να μας εκμεταλλεύονται κάποιοι; Υπάρχουμε χωρίς να ζούμε όταν δεν έχουμε δική μας, προσωπική σκέψη, όταν δεν έχουμε διαμορφώσει έναν εαυτό που κινείται αυτοθέλητα στον κόσμο κυνηγώντας τον δικό του σκοπό. Υπάρχουμε, όταν δεν έχουμε καν σκοπό. Κι αφού μας στερούνε τη ζωή με κάθε τρόπο και μέσο, τότε ναι, απλά υπάρχουμε, για όλα αυτά.
Η ανθρώπινη κοινωνία είναι δομημένη με τρόπο που αποσκοπεί στην κυριαρχία λίγων, αυτών μόνο που βρίσκονται ψηλά στην ιεραρχία της, και όσων ανήκουν στους κύκλους τους. Όλα τα συστήματα που δοκιμάστηκαν ως τώρα, κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά, από τα πιο άθλια έως και τα ευγενέστερα, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα εκφυλίστηκαν και απέτυχαν στο στόχο τους.
Οι θεσμοί που δημιουργούμε κάθε τόσο, γίνονται μικρές εικόνες αυτής της κατάστασης που μοιάζει με ζούγκλα. Όλες οι αρχές και οι αξίες που χρησιμοποιούμε για να χτίσουμε κάτι, στο τέλος καταλήγουν να γίνουν ακόμη ένα ρούχο με το οποίο ντύνουμε τη γύμνια μας. Μια γύμνια που υποδηλώνει τη φυσική κατάσταση του ανθρώπου, η οποία είναι αυτή του ζώου που προσπαθεί, μάχεται, για να επιβιώσει, να αναπαραχθεί και να κυριαρχήσει μέσα στον κόσμο. Μα γιατί να μη μπορούμε να ντύσουμε τον άνθρωπο έτσι ώστε να μη χρειάζεται να είναι αυτός που είναι όπως τον ξέρουμε σήμερα;
Αλήθεια, εν έτει 2025, υπάρχει δικαιολογία για να πεθαίνουν άνθρωποι από την πείνα; Να πεθαίνουν από αρρώστιες τις οποίες νικήσαμε εδώ και δεκαετίες, επειδή δε χορηγήθηκαν τα κατάλληλα φάρμακα, επειδή δεν έγιναν κάποια εμβόλια; Υπάρχει δικαιολογία για την ανθρώπινη βλακεία που αντικρούει τα ανώτατα επιτεύγματά μας και εναντιώνεται σε αυτά, κάνοντας μια κριτική που δε στηρίζεται πουθενά; Τέλος, υπάρχει δικαιολογία για την ανθρώπινη κατάντια, τη φτώχεια του πνεύματος;
Ζω σημαίνει ότι πολεμώ καθημερινά ενάντια σε όλους όσους μπαίνουν μέσα μου για να μου κλέψουν τη ζωή, την προσοχή, το πνεύμα μου. Ζω σημαίνει ότι καλλιεργώ τον εαυτό μου, προσπαθώντας να τον μάθω όσο καλύτερα μπορώ, κάνοντας το ίδιο και με τον κόσμο. Ζω σημαίνει ότι αναλαμβάνω την ευθύνη να μου ανοίξω ο ίδιος τα μάτια για να δω καθαρότερα το τι συντελείται εδώ. Ζω σημαίνει ότι προστατεύομαι και προστατεύω όσους αγαπώ απέναντι στις δυνάμεις που με τον έναν τρόπο ή τον άλλο μας καταδυναστεύουν. Ζω σημαίνει ότι φωτίζομαι, σχετίζομαι και φωτίζω ο ίδιος, με την ελπίδα να αγγίξω με θετικό τρόπο τον οποιονδήποτε άλλο. Ζω σημαίνει να μη ζω μόνο για εμένα σε έναν κόσμο ψεύτικο, υποκριτή και άσοφο.
Αν τα κράτη είναι όπως είναι, αν τα εκπαιδευτικά συστήματα, τα μέσα ενημέρωσης, η ψυχαγωγία, όλοι οι θεσμοί της κοινωνίας, μαζί κι αυτή, φαίνονται να λειτουργούν ενάντια στον άνθρωπο, πρέπει να καταλάβουμε καλά ότι το σύστημα που έχουμε δημιουργήσει δεν μπορεί να μας πάει παρά πέρα. Τουλάχιστον όχι σε πνευματικό επίπεδο. Όχι όταν ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος και δυνατός. Όχι όταν δεν ξέρει ποιος είναι και τι του γίνεται.
Αν θέλουμε να ωθήσουμε την ζωή μπροστά, θα πρέπει να αξιολογήσουμε και πάλι όλα όσα ξέρουμε, ευθυγραμμίζοντάς τα με έναν σκοπό πανανθρώπινα συλλογικό, που ξεπερνά όλα τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις, που υπερβαίνει το ατομικό ή το μικροσυλλογικό, και στοχεύει στο πνεύμα, δίχως να βλέπει το σώμα ως εχθρό.
Για να το πετύχουμε αυτό, θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τον εαυτό μας. Θα πρέπει να τον καλλιεργήσουμε πνευματικά ως αληθινό χωράφι, και θα πρέπει να μοιραστούμε τη σοδειά μας με τον υπόλοιπο κόσμο. Μόνο έτσι θα δυναμώσουμε στ’αλήθεια, κάτι που το έχουμε τόσο μα τόσο ανάγκη, για να ξεφύγουμε από τα δεινά, σπάζοντας κάθε αλυσίδα, υλική και άυλη που έχουμε στα χέρια και στο νου.
Τόσο ανάγκη έχουμε τη μόρφωση
Μα δεν το καταλαβαίνουμε
Έτσι όπως είμαστε
Παραμορφωμένοι
