Βερολίνο

Γκρίζα πόλη, γκρίζα αίσθηση
Σε περπάτησα δυο φορές
Κι αν ήρθα να σε γνωρίσω
Εσύ δε με κέρδισες ποτέ

Λίγες μέρες μόλις πριν, περιδιάβαινα στους δρόμους του Βερολίνου. Παρέα με το έτερο ήμισυ, ψάχναμε πώς να πάμε από το τίποτα στο τίποτα. Δρόμοι που μοιάζουν με λεωφόρους, συμπλέγματα κτιρίων που στέκονται αγέρωχα με την μπρουτάλ ασχήμια τους, κι ένα παράξενο γκρι χρώμα που δένει τέλεια με τις φθινοπωρινές ανταύγειες της τυχαίας φύσης του. Το κρύο είναι χαρακτηριστικό της πόλης. Κρύο που τσούζει κι ας σε λούζει ο ήλιος.

Περπατώντας στους γνωστότερους δρόμους, το μόνο που μου ερχόταν στο νου ήταν οι πιθανές εικόνες της εποχής των Ναζί. Δεν μπορούσα να δω τίποτα όπως είναι. Όλα μου φαινόντουσαν όπως ενδεχομένως να ήταν στο παρελθόν. Αναρωτιέμαι, δεν είναι άδικο αυτό για μια πόλη και τους ανθρώπους της; Η ιστορία των πόλεων τις ακολουθεί. Έτσι και τα εγκλήματα βαραίνουν το Βερολίνο.

Κοιμηθήκαμε σε ένα airbnb, στο ισόγειο ενός κτιρίου που μοιάζει με όλα τα άλλα, κι αν μέσα στο δωμάτιο ένιωθες ανθρώπινα παρά την ψευτιά του, έξω, στο δρόμο, είχες την αίσθηση ότι στην επόμενη στροφή θα δεις στρατιώτες των SS. Περπατώντας στο πεζοδρόμιο, παρατηρώντας τις μεγάλες πέτρες που το ορίζουν, δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ ότι όλα όσα βλέπω δεν έχουν αλλάξει και πολύ από την εποχή του δευτέρου παγκοσμίου.

Μια αίσθηση με κατέκλυσε και τις τρεις μέρες. Την αίσθηση του πνιγμού που αυξάνει, σα να είχα στο λαιμό ένα σχοινί που σφίγγει. Δε μου αρέσει καθόλου το Βερολίνο, παρά τις ομορφιές που μπορείς να βρεις εδώ κι εκεί. Γιατί να συμβαίνει αυτό άραγε; Είναι η αρχιτεκτονική του; Είναι οι άνθρωποί του; Είναι η ιστορία του; Γκρίζα η αίσθηση που μου προκαλεί. Κι η μόνη αχτίδα φωτός της πόλης, οι νέοι της που είναι progressive, ακόμη κι αν βρίσκονται στο ακραίο φάσμα του ρεύματος αυτού.

Όσο τριγυρίζαμε την πόλη, δεν μπορούσα επίσης να σταματήσω να σκέφτομαι ότι στο Βερολίνο, όπως και στις Βρυξέλλες, κρίθηκε το ελληνικό ζήτημα της προηγούμενης δεκαετίας. Η ελληνική κρίση και η παραδειγματική τιμωρία της χώρας, που μέσω λιτότητας γνώρισε τη γεύση του θανάτου για ακόμη μια φορά. Γιατί τι άλλο είναι η ακραία λιτότητα για μια χώρα, αν δεν είναι το κόψιμο των μελών της και η προσπάθεια να επιβιώσει τρώγοντας αυτά τα μέλη; Πόσοι νέοι έλληνες σαν εμένα δεν έφυγαν λόγω των προβλημάτων στην οικονομία και την κοινωνία, προβλημάτων που ήρθαν ως συνδυασμός της λιτότητας μα και του αδιεξόδου που μας έφεραν οι πολιτικοί μας. Ρουφιάνοι πολιτικοί από τη μια μεριά, τη δική μας, που έβαλαν ως ενέχυρο στα δάνεια τη ζωή των νέων γενεών. Αιμοσταγείς τεχνοκράτες από την άλλη, αυτή της ενωμένης Ευρώπης, που έβλεπαν νούμερα στα χαρτιά αντί να δούνε τις ζωές μας. Πόσοι έλληνες δε χάθηκαν και δε χάνονται καθημερινά μέσα στις αντιξοότητες που γέννησαν αυτές οι πολιτικές τους επιλογές.

Είναι παράξενο άραγε να περπατώ στο Βερολίνο και να νιώθω έτσι; Γνωρίζω τι κατάφερε τον προηγούμενο αιώνα, έζησα στο πετσί μου τι προκάλεσε το σφίξιμο στο ζωνάρι την προηγούμενη δεκαετία, και πολύ φοβάμαι για το μέλλον της Ευρώπης όπως αυτό θα προκύψει τα επόμενα χρόνια, και πάλι μέσα από όλα αυτά τα κτίρια που μου θυμίζουν τον Χίτλερ.

Πηγαίνοντας στο κεντρικό βιβλιοπωλείο, περάσαμε από ένα στενό που οδηγούσε σε μια μικρή γέφυρα. Κρατιόμασταν χέρι-χέρι, μπροστά μας είχαμε ένα ζευγάρι με ένα καρότσι κι ένα παιδάκι που περπατούσε ανάμεσα στους γονείς του. Είδαμε έναν άστεγο να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση, πήγε και στάθηκε δίπλα στον κάδο, τα κατέβασε και έκανε την ανάγκη του. Συνεχίσαμε να περπατάμε μα ένιωσα απαίσια. Σκέφτηκα για τον άνθρωπο αυτόν. Γύρισα να δω αν έχει χαρτί να σκουπιστεί. Δεν είχε. Γαμώ το στανιό μου. Τι νόημα έχουν όλα αυτά αναρωτήθηκα όταν ο άνθρωπος αναγκάζεται να ζει έτσι. Τι νόημα έχουν τα κράτη, οι κοινωνίες, οι οικονομίες, οι πολιτικοί, όταν ορίζουν τις συνθήκες για να φτάσει ένας άνθρωπος να καταλήξει έτσι. Το γαμημένο το σύστημα και ο τρόπος που ζούμε μας έχει φέρει ως εδώ. Αυτός ο άνθρωπος είναι η εικόνα της ανθρωπότητας σήμερα, που δεν ξέρει τι της γίνεται, που έχει χάσει το δρόμο της, που ζει σαν άστεγη, που χέζεται και δεν έχει χαρτί να σκουπιστεί, που ζητιανεύει για χρήματα και κολλώντας πενηντάλεπτα αγοράζει μπύρες για να πνίξει τον πόνο της. Γιατί το ποτό, τα ναρκωτικά, τα social media, τα παιχνίδια, η ψευτιά, η αδυναμία, είναι σημάδια μόνο πως τα πράγματα δεν πάνε καλά, είναι τα συμπτώματα που μας δείχνουν πως κάτι συμβαίνει κάτω από την επιφάνεια.

Ονειρεύομαι μήπως και βρω τον τρόπο που ο επόμενος πόλεμος θα μπορούσε να αποφευχθεί, μα αδυνατώ να δω το οτιδήποτε μέσα στα όνειρά μου. Και με πονάει πολύ η αδυναμία, η υποκρισία, το παράλογο του κόσμου. Αυτοί που με το μαστίγιο άφησαν σημάδια στην πλάτη μου, σημάδια που θα έχω μια ζωή, δεν τα πάνε και πολύ καλύτερα τελευταία. Για δεκαετίες τους απαγορευόταν να επενδύσουν στον στρατό τους, μα τα χρήματα που γλύτωσαν από εκεί, αντί να τα επενδύσουν στη υγεία της κοινωνίας τους, τα έριξαν ως όπλα στην επιθετική τους οικονομία. Και τώρα που το πράγμα αλλάζει, τώρα που δυο τρελοί αλλάζουν την κατάσταση που γνωρίζαμε ως τώρα, η γερμανική μαζί με την ευρωπαϊκή οικονομία πέφτει, ενώ παράλληλα το ίδιο συμβαίνει και με τις κοινωνίες τους. Τώρα είναι που το Βερολίνο αποκτά ξανά στρατό, τώρα είναι που τα πράγματα σοβαρεύουν και πάλι, γιατί έχει αποδείξει στο παρελθόν ότι δεν ξέρει να τον χρησιμοποιεί, μέσα σε όλη την παραζάλη που του προκάλεσε η πτώση της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Έχει πεθάνει άραγε ο γερμανικός ιδεαλισμός και οι ρομαντικές του ιδέες; Στη Ρωσία και στις ΗΠΑ πάντως, ο αντίστοιχος ιδεαλισμός μια χαρά ζει και βασιλεύει.

Όσο περνά ο καιρός, όλο και περισσότερο φοβάμαι για τον εκτροχιασμό της ζωής μας. Κάπως έτσι, η βόλτα μου αυτή στο Βερολίνο, ξύπνησε κάτι που η καθημερινότητα καταφέρνει να νανουρίσει, την αίσθηση της πραγματικότητας και τον κλοιό που στενεύει.

Κι αν σε αδικώ
Δε φταίω εγώ γι’αυτό
Τα εγκλήματά σου
Βαραίνουν ακόμη μέσα μου

Σχολιάστε