Γράφει η Μαρία Χριστοπούλου
Τον βλέπω ότι είναι εκεί να στέκεται πίσω από τις στήλες του μυαλού μου,
έτοιμος πάντα να εμπλακεί σε ό,τι συμβαίνει, παριστάνοντας τον σπουδαίο.
Εκείνος πάντα παρών, σε όλα ανακατεμένος, με μια αδηφάγα μανία να παίρνει μέρος σε κάθε τι που συμβαίνει
και να ουρλιάζει όσο δυνατά μπορεί, με την ασφάλεια ότι δεν τον ακούει κανείς· κανείς άλλος εκτός από μένα.
Πώς να αντικρούσεις το επιχείρημα ότι είναι όλα στη φαντασία σου;
Και αφού δεν τον βλέπει κανείς, με περίσσεια απλότητα και μαεστρία
Απλώνει πάνω από κάθε σκέψη μου το πέπλο της δύναμής του. Μου.
Τυλίγει κάθε κύτταρό μου με την ισχύ του. Μου.
Ζωγραφίζει σε κάθε επιφάνεια μου τα φλεγόμενα τερατάκια του με το αίμα του. Μου.
Με κρατάει κι εμένα εκεί. Να κάθομαι και να τον ακούω να ρητορεύει με την μοναδική του πειθώ για το πόσο ξέρει αυτός!
Μέντορας, λέει, είναι. Γιατί; Γιατί με προστατεύει. Γιατί με αγαπάει. Γιατί μου δίνει ασφάλεια. Γιατί μου παρέχει την άνεση· του καναπέ.
Της απλότητας, της καλής ζωής. Της υποταγής, της αδράνειας, της έλλειψης.
Της ανικανοποίητης ασταθούς σταθερότητας και του ήσυχου και ήμερου, ανύπαρκτου και ανήξερου κόσμου του. Μου.
Μπαίνει, βγαίνει και κυλάει στο μυαλό μου σα να είναι ο κύριος του σπιτιού.
Μη φοβού, μου έλεγε αστειευόμενος προς τη φύση του. Θα ταίριαζε να κραυγάζει γελαστός σε αυτό το σημείο, αλλά όχι. Έπρεπε να είναι πειστικός.
Ξέρεις τι γίνεται εκεί έξω; Τα έμαθες; Α-πα-πα-πα-ΠΑ.
Τα γκρεμίσματα που κοιμάσαι είναι ασφαλή, γιατί δεν μπορούν να γκρεμιστούν άλλο! Κατάλαβες; Μου λέει.
Έχει νόημα, σκεφτόμουν εγώ. Δεν έχει;
Με ειρωνεύεσαι; Με ρωτάει.
Με αμφισβητείς; Μου αντιμιλάς; Η ζωή σου είναι ένα χάλι. Δεν έχεις τίποτα. Μου λέει.
Μα, όχι! Δεν…
Είναι! Και εσύ κι είσαι!
Δεν είμαι!
Είσαι! Και θα είσαι για πάντα. Ό,τι έγραψε δεν ξεγράφει.
Όχι! Μπορώ.
Χα, χα!
Σε μισώ!
Μήπως με φοβάσαι;
Παύση.
Κι άλλη παύση.
Η υποταγή είναι στη γωνία, καραδοκεί να βγει στην σκηνή, να παίξει το ρόλο της.
ΜΕ ΦΟΒΑΣΑΙ;
.
.
.
.
Σιωπή.
.
.
.
.
Παύση.
.
.
.
.
Κι άλλη σιωπή.
.
.
.
.
Κι ακόμα μία παύση.
.
.
.
.
Ναι!
Σε φοβάμαι.
Όχι γιατί είσαι φοβερός. Αλλά γιατί κι εσύ φοβισμένος είσαι.
Έλα πλάι μου. Δε με ενοχλούν οι φλόγες σου. Έλα κοντά μου. Να κοίτα.
Θα βάλω και εγώ στον εαυτό μου φωτιά. Ξέρω ότι κι εσύ φοβάσαι.
Έλα να σου πω μια ιστορία, όσο καιγόμαστε.
«Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένας μπαμπούλας. Από τους μπαμπούλες που υπήρχαν, αυτός ήταν ο πιο παράξενος και μπερδεμένος απ’όλους. Το όνομά του ήταν Λάθος. Αυτοπροσδιοριζόταν ως ουδέτερο.
Το Λάθος ζούσε μέσα στα κεφάλια των ανθρώπων και είχε έρθει στον κόσμο με ένα και μόνο σκοπό. Να τους κάνει να καταλάβουν. Η ζωή του όμως, πήρε άλλη τροπή όταν μια μέρα, έχασε τις οδηγίες που του είχαν δώσει για να εκπληρώσει το σκοπό του, κι έτσι βρέθηκε χαμένος μέσα στον κόσμο να περιπλανάται, ανήμπορος.
Χωρίς να ξέρει πώς να δράσει και τι να κάνει, τριγυρνούσε από δω κι από κει και ζητούσε βοήθεια από κεφάλι σε κεφάλι, αλλά όπου έστρεφε την προσοχή του, κατέληγε να μαυρίζει το περιβάλλον γύρω του με την άγνοιά του,
κι έτσι πάντα κατάφερνε να σκορπά σύγχυση και αμηχανία στα κεφάλια των ανθρώπων. Η ζωή του ήταν τόσο ανυπόφορη που δεν μπορούσε όχι μόνο αυτό να εκπληρώσει, αλλά ούτε καν να πλησιάσει τον σκοπό του, να βοηθήσει δηλαδή τους ανθρώπους να το καταλάβουν.
Μια μέρα, τόσο μεγάλη ήταν η απογοήτευσή του που αποφάσισε να φύγει. Να εξαφανιστεί. Να σταματήσει να σκορπά τρόμο. Να σταματήσει να υπάρχει. Και το έκανε. Έφυγε.
Περιπλανήθηκε για πολύ καιρό, μόνο του σε μέρη έρημα, μακρινά, σκοτεινά· συνηθισμένα γι’αυτόν τα σκοτεινά μέρη. Σκοτεινά ήταν και όταν βρισκόταν στον κόσμο των ανθρώπων. Ήταν όμως και διαφορετικά εκεί. Αυτό το κατάλαβε σύντομα. Εκεί, στον κόσμο των ανθρώπων, η ζωή του μπορεί να ήταν απελπιστική και κανείς να μην μπορούσε να το δει όπως πραγματικά είναι, υπήρχαν όμως και όμορφες στιγμές σε κάποια κεφάλια.
Η σκέψη αυτή του έφερνε μια νοσταλγία για τον κόσμο των ανθρώπων, και σιγά σιγά, η νοσταλγία έγινε φαντασία, έγινε εικόνα και έδωσε στα σκοτάδια του Λάθους ένα κλαρί να πιαστεί και να ξαποστάσει την κούρασή του. Έμεινε πολύ καιρό πιασμένο σε αυτό το κλαρί, σε αυτή την εικόνα, πλάθοντας την ανάμνηση που θυμόταν να έχει, σε μια αχτίδα φωτός. Ίσως με την ελπίδα ότι αυτή η αχτίδα μπορεί να τον φωτίσει.
Ο καιρός περνούσε και αυτή η θύμησή του, μετατράπηκε μέσα του σε ιδέα και ελπίδα. Άρχισε να σκέφτεται ότι ο κόσμος των ανθρώπων, παρότι ήταν μαύρος, είχε μια γοητεία. Μεγαλύτερη από το απόλυτο σκοτάδι. Ήταν καλύτερα εκεί, έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του. Ώσπου αποφάσισε ότι ακόμα, υπάρχει ελπίδα. Αυτή η σκέψη φούντωσε μέσα του, την πίστεψε βαθιά, και ξεκίνησε να γυρίσει. Να γυρίσει και να προσπαθήσει.
Αυτή τη φορά, έλεγε, θα το κάνω καλά!
Ο δρόμος της επιστροφής ήταν μακρύς, και όσο πιο μακρύς ο δρόμος, τόσο φούντωνε η επιθυμία μέσα του.
Όταν τελικά έφτασε, αυτό που αντίκρυσε δεν ήταν επ’ουδενί αυτό που περίμενε να δει. Οι άνθρωποι δεν ήταν όπως τους θυμόταν. Τίποτα δεν ήταν όπως το είχε αφήσει. Κοιτούσε μπροστά του κι έβλεπε την απόλυτη καταστροφή. Οι άνθρωποι ήταν άδικοι, ανούσιοι, άπληστοι, επικίνδυνοι. Γυρνούσαν ματωμένοι από μέσα κι απ΄έξω. Όλα ήταν σαν ένα ασταμάτητο πεδίο μάχης. Και παρόλα αυτά, ήταν εντάξει με αυτό. Δεν το θεωρούσαν λάθος.
Μα, τι έκανα, σκεφτόταν το Λάθος. Τους άφησα στο έλεος τους και έφυγα. Ξέχασαν και αυτοί και εγώ τον σκοπό μου και την ύπαρξή μου. Τους κατέστρεψα. Δεν ξέρουν καν τι είναι λάθος. Τι είναι το Λάθος.
Με τον πανικό του θεάματος, έτρεξε ανήξερος για το τι πρέπει να κάνει και ανέβηκε πάνω σε μια μεγάλη πέτρα.
Χριστιανοί και αλλόθρησκοι! Φώναξε μέσα στην αμηχανία του. Οι άνθρωποι το κοίταξαν με τα κατακόκκινα μάτια τους και απ’το στόμα τους να στάζει αίμα και ύστερα έστρεψαν πάλι το βλέμμα τους στον πόνο τους.
Όλα είναι μαύρα και εσείς, και εγώ, και όλοι μας, αλλά σας παρακαλώ! Μην είστε κακεντρεχείς και ανώριμοι, συνέχισε το Λάθος, μη ξέροντας τι άλλο να πει. Οι άνθρωποι δεν του έδωσαν καμία σημασία και η απελπισία το είχε κυριεύσει. Στο πλήθος, ανάμεσα σε όσους βασάνιζαν και βασανίζονταν, διέκρινε ένα μικρό ανθρωπάκι με ένα λούτρινο αρκουδάκι στο χέρι, να περπατάει προς το μέρος του ανάμεσα στα αίματα. Το Λάθος δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω του και το χάζευε, πόσο κανονικά ζούσε ανάμεσα στον ματωμένο κόσμο του. Όταν το μικρό ανθρωπάκι τον πλησίασε, τον κοίταξε με μια έντονη περιέργεια στο βλέμμα και τον ρώτησε, τι είσαι;
Το Λάθος σάστισε. Ποτέ πριν δεν του είχαν κάνει αυτή την ερώτηση. Πάντα έψαχνε το πώς και το γιατί.
Άνθρωποι! φώναξε το Λάθος. Η λέξη αυτή, δεν έκανε καμία αίσθηση στο πλήθος.
Μη ξέροντας τι άλλο να κάνει, το Λάθος τινάχτηκε απότομα και μεταφέρθηκε στο μυαλό όλων των ανθρώπων. Μοιράστηκε σε χίλια κομμάτια και σκορπίστηκε και πάλι στα παλιά του λημέρια.
Τελικά ήταν όπως το θυμόταν, διαπίστωσε. Όμορφα. Εκεί ήταν η θέση του· στη ζωή των ανθρώπων. Και τότε το ένιωσε. Δε χρειαζόταν ποτέ εκείνες τις οδηγίες.
Είμαι το Λάθος, φώναξε με καθάρια φωνή, σα να ακουγόταν από τον ουρανό. Είμαι το Λάθος και είμαι εδώ. Θα υπάρχω για πάντα μέσα σας και σκοπός μου είναι να κάνω το κόσμο σας καλύτερο. Δείτε με, είπε και εκείνοι το είδαν, χωρίς να χρειαστεί να το κοιτάξουν.
Δείτε με που είμαι εδώ. Υπάρχω και συμβαίνω. Θα μείνω εδώ ανάμεσά σας, μέχρι να μη με χρειάζεστε πια. Μου είπαν ότι θα είναι δύσκολο, αλλά δεν περίμενα το πόσο. Θα βρούμε όμως τον τρόπο μαζί. Κανείς μας δεν ξέρει πώς ή ίσως και γιατί, αλλά ξέρετε τι; Δεν πειράζει. Βροντοφώναξε. Το μόνο που χρειάζεται να ξέρουμε είναι ότι συμβαίνω και θα συνεχίσω να συμβαίνω και χρειάζεται να με αναγνωρίσετε. Να αναγνωρίσετε και να δεχτείτε την ύπαρξή μου.
Είμαι το Λάθος. Φώναξε όσο δυνατά μπορούσε.
Μόνο αν με καταλάβετε και με δείτε όπως ακριβώς είμαι, θα μπορέσω να απελευθερωθώ και να σας απελευθερώσω. Αυτός είναι ο σκοπός μου. Τώρα το ξέρω.
Πρέπει να είμαι εδώ, φώναξε και σκορπίστηκε πάλι στον αιθέρα».
Ο φόβος είχε μείνει σαστισμένος να με κοιτάει.
Είναι εύκολο να καταλάβεις; Τον ρώτησα. Όχι. Συνεχίζω.
Είναι απαραίτητο; Ναι.
Επιτεύξιμο; Ναι!
Όμορφο; Ναι!!
Απελευθερωτικό; Ναι!!!
Είμαι @ καλύτερ@ φίλ@ σου και θα σε κουβαλάω πάντα μαζί μου στο μακρύ ταξίδι μου.
Κανείς μας δεν ξέρει. Κανείς μας δεν είναι δάσκαλος. Μόνο μαθητές.
Είναι εύκολο να κάνουμε λάθος.
Να αγκαλιάσουμε το λάθος μας είναι το δύσκολο.
Είναι ανθρώπινο; Ναι!
Είναι αναγκαίο; Ναι!
Είναι απελευθερωτικό; Ναι!!!
Είναι όμορφο να βλέπουμε τον εαυτό μας με στοργή.
Είναι επιτεύξιμο να δούμε και τους άλλους με στοργή,
γιατί κι εκείνοι λάθη θα κάνουν!
Το ασφαλές περιβάλλον είναι εκείνο που λείπει.
Από ΜΕΣΑ ΜΑΣ!
Ένα ασφαλές περιβάλλον, καθαρό από κριτική, συμμαχικό και ανοιχτό στην πιθανότητα, είναι που λείπουν για να γίνει ο κοινός μας φόβος το αρκουδάκι που θα χαρίζαμε στον εαυτό μας ως παιδί, για να κοιμηθεί!
Κι όταν κάνεις το λάθος, εγώ θα σου πω,
κάνε λάθη, εγώ είμαι εδώ, να σε προστατέψω
και να σου μάθω ό,τι χρειάζεσαι.
Όπως ίσως θα έλεγες και στον μικρό εαυτό σου.
Η αναγνώριση αυτού που προκαλεί τον φόβο, είναι επιτεύξιμη, όμορφη, δύσκολη αλλά και απελευθερωτική!
Λίγη συμπόνια και συγχώρεση είναι η συνταγή. Το ‘χουμε!
Και τι; Το τέρας θα γίνει, έτσι απλά, αρνάκι; Θα ρωτήσεις προβάλλοντας κι εσύ τη δική σου αντίσταση στην αλλαγή.
Όχι! Το τέρας, ο φόβος μας
δε θα αλλάξει μορφή.
Απλώς εμείς θα σταματήσουμε να το φοβόμαστε!
Αρκετά απελευθερωτικό, δε νομίζεις;
