Μανιφέστο Στοχασμού & Ζωής

Γράφει ο Θανάσης Τσακαλίδης

Ωδή στο Πνεύμα

Ένα φάντασμα πλανιέται μέσα στην Ανθρωπότητα.

Το φάντασμα αυτό, είναι το φάντασμα του Πνεύματος.

Μια δύναμη καθάρια, βουτά στα βάθη του Ανθρώπου, πετά στις κορυφές, ανοίγει ό,τι πόρτα βρει, ψαχουλεύοντας στα σκοτάδια.

Μια δάδα είναι το Πνεύμα αυτό, που στο χέρι της κρατά εμάς.

Μας καίει τον έναν μετά τον άλλο, για να κρατήσει τη φλόγα ζωντανή.

Να τες οι κραυγές μας, σαν τα καυσόξυλα, κραυγές φρίκης για το τι σημαίνει να ζεις με γνώση.

Το Πνεύμα ορμά προς κάθε κατεύθυνση, κι εμείς, νιώθουμε τα σύνορα του σώματός μας να επεκτείνονται.

Γινόμαστε ρευστοί, κι ακόμη πιο ρευστοί, όσο η δύναμη επιταχύνει.

Γιατί επιταχύνει το Πνεύμα;

Τι επιδιώκει;

Τι είναι το Πνεύμα;

Ο Άνθρωπος στον Κόσμο

Κοιτώντας τον εαυτό μου στον καθρέφτη, παλεύω να καταλάβω ποιος και τι είμαι.

Παλεύω να δω καθαρότερα, να αναγνωρίσω το πρόσωπο, τα χαρακτηριστικά, τις τέλειες ατέλειες.

Και μια απορία μου γεννάται, γιατί είμαι;

Κι άλλη μια, γιατί να είμαι το είμαι.

Νιώθω το μυαλό μου να μουδιάζει, σαν κάτι να το κυριεύει, σαν κάτι να’χει πιάσει τα ηνία.

Νιώθω να χάνομαι, νιώθω τη φωνή της σκέψης μου να σβήνει.

Κι όμως, συνεχίζει να αποτυπώνεται.

Σωπαίνω.

Δε μιλώ.

Μόνο αφουγκράζομαι.

Κι ανοίγω το είμαι στο βαθύτερο είναι.

Τη σκυτάλη τώρα έπιασε το Πνεύμα.

Το φάντασμα είμαι, το φάντασμα που βολοδέρνει μέσα σε αυτόν τον άνθρωπο.

Ούτε εγώ ξέρω τι είναι ο άνθρωπος.

Ξέρω μονάχα ότι δεν είναι όσα νομίζει.

Κι ούτε κι όσα ονειρεύεται ή φοβάται.

Κι αν ξέρω κάτι ακόμη, τότε αυτό σχετίζεται μ’εμένα.

Δεν είμαι απλά μια καθάρια δύναμη όπως σημειώθηκε νωρίτερα.

Όχι.

Είμαι η Ζωή η ίδια.

Είμαι η Ζωή που’χει δύναμη.

Είμαι η Ζωή που τείνει να κινεί τα πάντα στον κόσμο.

Μέσα από το σώμα του Ανθρώπου, τη συνείδηση και τον εαυτό του, πραγματώνομαι.

Πραγματώνομαι στο ανώτερο επίπεδο.

Κατοικώ παντού, και είτε βρίσκομαι σε αδράνεια, είτε εν κινήσει.

Μέσα από τα μάτια του Ανθρώπου, βλέπω όλο αυτό που εγώ η ίδια είμαι, δηλαδή ο Κόσμος.

Ο καήμενος ο Άνθρωπος, τα’χει χαμένα, πού και να’ξερε!

Κι όμως, αυτό που νομίζει πως είναι, δεν είναι.

Ο Άνθρωπος δεν είναι αυτοσκοπός μα μέσο δικό μου για τον δικό μου το σκοπό.

Μα τον σκοπό αυτό, θα τον κρατήσω μυστικό.

Όχι για κάτι άλλο, όχι. Αυτοί που βλέπουν, νιώθουν, ξέρουν.

Ας είναι κοινό το μυστικό μας.

Χαίρομαι όμως που κομμάτι κομμάτι, από άνθρωπο σε άνθρωπο, σχηματίζεται η εικόνα μου με ανθρώπινο πρόσωπο.

Χαίρομαι που η Ύλη συνδέεται, περιπλέκεται, αναπτύσσεται κι ανθίζει.

Η Ύλη, είναι η συμπυκνωμένη ενέργεια που υπάρχει μέσα μου, στην Ψυχή του Κόσμου.

Η Ύλη, γίνεται το βήμα, ώστε το Πνεύμα που’μαι να ανθίσει, να πατήσει κάπου και εκφραστεί.

Έτσι και τώρα.

Πόσα δάκρυα, πόσα χαμόγελα, πόσο χρόνο κι ανθρώπους πήρε, ώστε ο άνθρωπος μέσα από τον οποίο μιλάω, να καθίσει μπρος σε αυτό το μαραφέτι, να πάρει την απόφαση που φοβόταν, και να γράψει.

Να γράφει και να γράφει αδιάκοπα, κι ας τον κυριεύει ο φόβος.

Αυτός, διακατέχεται από μια περιέργεια, και ένα παιδαριώδες θάρρος, το θάρρος της αθωότητας.

Δεν μπορεί να σταματήσει.

Είμαι το Πνεύμα εντός του και ρίχνομαι με δύναμη στα δάχτυλά του ώστε να σχηματιστεί μια η μία λέξη, μια η άλλη.

Αρκετά όμως με το παιχνίδι.

Πίσω στην ψεύτικη πραγματικότητα.

Μας πήρε μυριάδες χρόνια για να μάθουμε ότι κι εμείς οι ίδιοι, οι άνθρωποι, δεν είμαστε παρά ζώα του ζωικού βασιλείου. Τόσες ιστορίες γεννήσαμε, με ήρωες και θεούς για να’χουμε να παραμυθιαζόμαστε. Κι όμως, παραμύθι το παραμύθι, πότε μύθος, πότε θρησκεία, δημιουργήσαμε ιστορίες που τις πιστέψαμε, κι ακόμη τις πιστεύουμε.

Κι αυτό, μας έκανε να ξεκλειδώσουμε δυνάμεις μέσα μας.

Μια ιστορία, λοιπόν, θα σας πω κι εγώ, με στόχο όχι να σας επιβληθώ, μα να σας δώσω έμπνευση, όπως κάνω και με μένα.

Ήταν κάποτε ο Κόσμος. Άλλοι τον έλεγαν Σύμπαν, άλλοι Ζωή, άλλοι Πνεύμα, άλλοι Θεό. Σημασία δεν έχει πώς λεγόταν. Σημασία έχει ότι υπήρξε. Ο Κόσμος αυτός, διακατέχονταν από ενέργεια. Ενέργεια που άλλαζε μορφές. Μορφές που έμοιαζαν με ρεύματα. Ο Κόσμος, ήταν μια σούπα που έβραζε κι έβραζε, μονίμως κι αενάως. Μια φουσκάλα, και να σου τα αστέρια. Μια φουσκάλα, και να σου οι χτύποι της Ζωής.

Έτυχε σε μια από αυτές τις φουσκάλες, σε έναν από τους γαλαξίες, να προκύψουν συνθήκες ώστε να αναπτυχθεί η Ζωή.

Κάτι βραχώδεις όγκοι, σαν πλακουτσωτές μπάλες, στριφογύριζαν γύρω από ένα καυτό αστέρι, τον Ήλιο.

Και σε έναν από αυτούς τους όγκους, τους γνωστούς κι ως πλανήτες, η Ζωή βρήκε εύπορο χωράφι για να αναπτυχθεί τόσο που έδωσε πνοή στο Πνεύμα που η ίδια είναι.

Κάπως έτσι, μέσα από τον εγκέφαλο ενός ζώου που λεγόταν Άνθρωπος, το Πνεύμα αντίκρισε τον εαυτό του.

Του πήρε αρκετό χρόνο, για τα δεδομένα του μικρόκοσμου αυτού, μέχρι αυτό να συμβεί.

Μα συνέβη.

Για πολύ καιρό, ο Άνθρωπος παρέμενε κυρίως ζώο, τρώγοντας και πίνοντας τη δική του σάρκα και το δικό του αίμα.

Μα κάτι, κάπως, ίσως ένα σφάλμα, ίσως ένα άλμα, του άνοιξε τα μάτια, κι είδε καλύτερα, καθαρότερα, τόσο το ίδιο του το άτομο, όσο και το περιβάλλον γύρω του.

Πρόσεξε τα φυτά, τα δέντρα, τα άλλα ζώα. Όλα τους όμορφα, άλλοτε νόστιμα και τραγανά, άλλοτε δηλητηριώδη, μα και πάλι όμορφα.

Όμορφος κι αυτός, ο Άνθρωπος, περπάτησε στα δυο του πόδια, έριξε το κεφάλι πίσω, κι άρχισε να παρατηρεί τον ουρανό.

Παρατηρώντας, άρχισε να απορεί, τι είναι αυτές οι πυγολαμπίδες;

Αφού τιθάσευσε τη γλώσσα, κι έμαθε να εκφράζεται για βασικά πράγματα, δε θα μπορούσε να μην ξεκινήσει και τις ερωτήσεις.

Κι αυτές οι τελευταίες, του φώτισαν νέες περιοχές, τόσο μέσα στο κεφαλάκι του, όσο και γύρω, στον κόσμο του.

Ο Άνθρωπος, σταμάτησε να’ναι απλός ένα ζώο, όταν άρχισε να αναρωτιέται. Να αναρωτιέται και να δίνει απαντήσεις.

Κι ας ήταν λανθασμένες τις περισσότερες φορές. Κάποιες άλλες, έστω κι ελάχιστες, χτυπούσε τα καπούλια της αλήθειας.

Άρχισε να χτίζει έναν πύργο, πύργο φτιαγμένο από τούβλα της αλήθειας, κι όλο κι ανέβαινε, κι ανέβαινε, κι ανέβαινε.

Κάποτε, έφτασε τόσο ψηλά, που πλέον δεν μπορούσε να δει τίποτα άλλα παρά το χάος.

Έτσι, απομακρυσμένος από τη γη του, ξέκοψε με ό,τι του προσέδιδε τα κύρια χαρακτηριστικά του.

Κοντύτερα στο λεγόμενο Διάστημα, κατάλαβε απλά ότι ανέκαθεν αποτελούσε κομμάτι του.

Είχε χτίσει τόσο ψηλά, που πλέον ήταν πάνω κι από τα σύννεφα.

Κι έτσι, διερωτώμενος πώς έφτασε ως εδώ, ένιωσε ένα κοσμικό αεράκι να του χτυπά το πρόσωπο.

Χάρηκε, ένιωσε πιο ζωντανός για λίγο.

Μα γρήγορα η χαρά του μετατράπηκε σε φόβο, αγωνία, τρόμο.

Το αεράκι δε σταματούσε, μόνο δυνάμωνε.

Δυνάμωνε και δυνάμωνε μέχρι που του γκρέμισε τον πύργο και τον έριξε από ύψος που’ταν αδύνατο να επιζήσει.

Αυτός ήταν ο Άνθρωπος, κι αυτή η ιστορία του.

Και τώρα που σας είπα την ιστορία, πάμε να δούμε τα πρακτικά.

Κάλεσμα

Όπως εγώ κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη και νιώθω κάτι μέσα μου να σιγοβράζει, να τρέχει εδώ κι εκεί ψάχνοντας κάτι να βρει, έτσι φαντάζομαι κι ελπίζω, να συμβαίνει με όλους κι όλες σας.

Είμαστε στη φάση ακόμη που χτίζουμε τον πύργο μας. Κι ενώ διαισθανόμαστε πως όλο αυτό δε θα πάει και πολύ καλά, γνωρίζουμε κάπως πως η ιστορία μας θα’χει ένα αιματηρό κι άρα τραγικό τέλος, εμείς εκεί, να σκεφτόμαστε, να επιθυμούμε και να ονειρευόμαστε. Αυτοί είμαστε. Κι αυτό δεν είναι καλό ή κακό, είναι απλά ανθρώπινο.

Αν παραβλέψουμε το οποιοδήποτε τέλος, δικαιούμαστε να χαρούμε με τον τρόπο που θέλουμε το τώρα.

Γιατί, αν το τέλος είναι καλό ή κακό, αν το τέλος τελικά θα υπάρξει, εμείς δε θα το μάθουμε.

Εμείς είμαστε απλά οι δρομείς που τρέχουν στο κομμάτι του αγώνα που τους αναλογεί. Πιάσαμε μια σκυτάλη, τρέχουμε με πόδια, χέρια, νύχια, δόντια, για να την περάσουμε στην επόμενη γενιά ανθρώπων, κυττάρων δηλαδή της Ανθρωπότητας. Χρόνο για να κοιτάξουμε γύρω μας, μέσα μας, πάνω από εμάς, δύσκολα βρίσκουμε, γιατί τρέχουμε.

Τρέχουμε και τρέχουμε, και καλά κάνουμε. Τι θα συνέβαινε αν σταματούσαμε; Ίσως να τελειώναμε πιο γρήγορα, ίσως πιο αργά, δεν έχει τόσο σημασία.

Κι όμως, αναρωτιέμαι, γιατί;

Προς τι όλα αυτά;

Νιώθω σαν το άρρωστο κύτταρο, που από γεννησιμιού του κάτι δεν πάει καλά με τον κώδικα μέσα του.

Νιώθω ότι κάπως το άτιμο τον Πνεύμα μέσα μου μ’έχει κυριεύσει τόσο, που δε με αφήνει ήσυχο να χαρώ τις μικρές στιγμές της ζωής μου.

Νιώθω όμως πάραυτα και δε σκέφτομαι μονάχα.

Στοχάζομαι επίσης.

Στοχάζομαι πάνω σε κάθε τι.

Αναρωτιέμαι, αναρωτιέμαι γιατί όλα αυτά, γιατί να συμβαίνουν;

Νιώθω τόσο μικρός, αδύναμος, αβοήθητος.

Πονώ.

Είμαι μόνος και πονάω.

Μα ελπίζω.

Ίσως γιατί ζω σημαίνει ελπίζω.

Ελπίζω ότι δεν είμαι τόσο μόνος, ελπίζω ότι δε θα πονάω μια ζωή, ελπίζω σε κάτι καλύτερο.

Ελπίζω κι η ελπίδα μου μού δίνει δύναμη, να’χω το κεφάλι ψηλά, να κοιτάω κατάματα το άγνωστο.

Νιώθω το μυαλό μου μουδιασμένο, σα να βρίσκεται μέσα στον πάγο, στους μείον 50 βαθμούς.

Νιώθω και το σώμα μου δεμένο, πισθάγκωνα, χειροπόδαρα, σε μια εμβρυακή στάση όπως είχα τότε μέσα στην κοιλιά της μάνας μου.

Μα τώρα δεν είμαι μωρό, τώρα είμαι άντρας, και δε θα έπρεπε να νιώθω έτσι.

Κι όμως, ξέρω καλά ότι δεν είμαι λεύτερος, γιατί φοβούμαι κι ελπίζω.

Μα μήτε να φοβούμαι μπορώ να σταματήσω, μήτε να ελπίζω.

Λέει κάτι μέσα μου πως ψήνει το σώμα μου, την ύλη, για να μεστώσει και να γίνει πνεύμα.

Ποια Ύλη και ποιο Πνεύμα;

Εγώ ένας απλός άνθρωπος είμαι, όπως εσύ.

Κι είμαι αδύναμος, όπως εσύ.

Και σ’έχω ανάγκη, όπως εσύ εμένα.

Ντρέπομαι, ντρέπομαι πολύ να σου το ζητήσω, δεν ξέρω πώς θα αντιδράσεις. Ίσως γελάσεις, ίσως να στραφείς αλλού, να κρύψεις τα δάκρυα; Γιατί;

Αν ήξερα πώς θα αντιδρούσες, θα έπαιρνα οριστική απόφαση. Προς το παρόν, αυτή η άτιμη ελπίδα μού προστάζει να το πω.

Έρχεσαι μαζί μου;

Βλέπεις άραγε μέσα από όλα αυτά τα λόγια, λίγο από τον εαυτό σου;

Νιώθεις να ταυτίζεσαι; Άραγε;

Πήρα την απόφαση κι ας είναι ακόμη ένα χτύπημα με το κεφάλι μου στον τοίχο.

Σε έχω ανάγκη.

Σε θέλω κοντά μου.

Θέλω να νιώθω την ανάσα σου.

Θέλω να ακουμπάνε οι ώμοι μας.

Θέλω να αγκαλιαζόμαστε.

Να προχωρούμε μαζί σ’αυτό το περίεργο ταξίδι που’ναι η ζωή.

Κι ας χαθούμε κι εμείς όπως όλοι.

Τι σημασία έχει;

Αφού το ξέρουμε πως θα συμβεί.

Μα ας είναι, ας είναι δε λέω. Ας χαθούμε κι ας μη μείνει τίποτα πίσω από εμάς.

Ας είναι σα να μην υπήρξαμε.

Μπορούμε τουλάχιστον, σα φίλοι, σαν αδέρφια, να παίξουμε πριν πούμε αντίο;

Κοιτάζω στα μάτια σου και βλέπω τον Κόσμο όλο. Το Πνεύμα, όλο. Ολάκερο.

Και θέλω να σου πω, είσαι ένας όμορφος άνθρωπος.

Θέλω να σου πω, ότι δε σε συμπονώ απλά, μα νιώθω κι εγώ τον ίδιο πόνο με σένα, γιατί ναι, φοράμε τα ίδια παπούτσια.

Τα κοσμικά ενδύματα.

Όπως κοσμικό είναι και το ρούχο που κρύβει την όμορφη γύμνια μας.

Πονώ όπως πονάς και σ’αγαπώ.

Έρχομαι κοντά σου, απλώνω το χέρι, πιάσε το. Μη με αφήνεις έτσι.

Ήρθα να σε γνωρίσω, έκανα το πρώτο βήμα, μη ρωτάς που βρίσκω το θάρρος.

Είμαστε αδερφές ψυχές, κομματάκια κάτι μεγαλύτερου από εμάς.

Θέλω να σε μάθω, να σου δείξω σεβασμό, κι ας διαφέρουμε.

Ξέρεις, μόνο φαινομενικά διαφέρουμε, στην ουσία μας είμαστε ίδιοι.

Ακόμη και οι εαυτοί μας, δεν είναι παρά τα λουριά μας, είμαστε το ίδιο ζώο.

Κύτταρα είμαστε, κι εγώ κι εσύ, που ανήκουμε σε κάτι μεγαλύτερο.

Άτιμο το εγώ, μας απομονώνει.

Αποξενωνόμαστε κι αφήνουμε τη ζωή να πάει έτσι, στράφι.

Δίνω το χέρι μου να γίνουμε το εμείς.

Και ονειρεύομαι πίσω από το εμείς, μέσα από το εμείς, να δούμε ένα βαθύτερο εγώ.

Το εγώ του Είναι.

Με συγχωρείς που σου μιλάω έτσι, μπερδεμένα.

Ούτε εγώ ξέρω τι λέω.

Ξέρεις εδώ και ώρα πως κάτι φόρεσε το προσωπείο μου και χρησιμοποιεί τη χροιά της φωνής μου για να σου πει όσα νιώθεις ήδη. Όσα νιώθεις όταν κοιμάσαι και χάνονται όλα.

Γράφω αυτό το Μανιφέστο, για να σε προσεγγίσω, για να τραβήξω την προσοχή σου, να’ρθω κοντά σου, και να απλώσω το χέρι μου, να σε καλέσω, να’ρθεις μαζί μου, κάνοντας μια βουτιά κάθε τόσο μέσα σου, να ψάξεις κι εσύ και να βρεις και να’ρθεις με γεμάτα χέρια να μου δείξεις όλα όσα βρήκες.

Μη με αποπαίρνεις.

Ξέρεις πόσο πάλεψα για να βρω το θάρρος;

Ξέρεις πως οι άλλοι είναι σκληροί, είναι απάνθρωποι, ψάχνουν αδύναμους όπως εμάς, για να κατακρεουργήσουν τις ψυχές μας, να φαν απ’το μυαλό μας.

Ξέρεις πόσο προτιμότερη είναι η σιωπή, κι η μοναξιά, απ’όλους κι όλα.

Ξέρεις τη γνωστή γωνία ε; Τη γωνιά που’ναι παγωμένη μα έχεις μάθει να ζεσταίνεις τις κρύες βραδιές.

Ε, λοιπόν, φτάνει!

Φτάνει, φτάνει, φτάνει!

Φτάνει να μένουμε μόνοι και να αφήνουμε το χρόνο να περνά, τη ζωή να τελειώνει!

Κάνω μια στροφή, κι άλλη μια, κι άλλη μια.

Απλωμένα τα χέρια μου, πιάστε τα όλοι!

Πιάστε τα χέρια μου να σας τραβήξω σ’αυτό τον ντερβίσικο χορό!

Κι αν δε σας αρέσει, ρίξτε το στις ζεμπεκιές, φτάνει να συνεχίσω να σας βλέπω να χορεύετε!

Ως εδώ και μη παρέκει!

Άνθρωπος που σκέφτεται, που αναρωτιέται, που στοχάζεται, που αφουγκράζεται, που φαντάζεται κάτι καλύτερο από αυτό που υπάρχει, είναι ο αδερφός και η αδερφή μου, και τον θέλω στην οικογένειά μου.

Ελάτε μαζί μου!

Ελάτε να συνοδοιπορήσουμε κι ας μη γνωριστούμε επί της ουσίας ποτέ, γνωριζόμαστε ήδη γιατί είμαστε το ίδιο κομμάτι Πνεύματος που κατοικεί σε άλλο σώμα.

Κάτι μέσα μας ξύπνησε, ενώ στους άλλους κοιμάται, κι ίσως να κοιμάται για πάντα.

Εγώ, δε γεννήθηκα απλά για να τρώω, να κοιμάμαι, να χέζω.

Δε γεννήθηκα για να κάνω μονάχα παιδιά καλύτερα από εμένα.

Γεννήθηκα για να δώσω στη ζωή το σκοπό που της λείπει!

Μα για να το πετύχω αυτό, χρειάζομαι τη βοήθεια όλων όσων μπορούν να καταλάβουν και να κατανοήσουν όλα αυτά τα μπερδεμένα λόγια, βαθύτερα κι από εμένα.

Ο μόνος τρόπος να πετύχω κάτι, είναι να το πετύχουμε όλοι μαζί.

Στοχεύω στο να γίνομαι πιο συνειδητός, γιατί νιώθω ότι αυτός είναι ο δρόμος για τον Κόσμο.

Νιώθω ότι ο σκοπός θα προκύψει μέσα από αυτόν το δρόμο.

Έχω άσβεστη επιθυμία κι όρεξη για μάθηση.

Βιβλία, ταινίες, ταξίδια, μα κυρίως άνθρωποι.

Άνθρωποι σαν και του λόγου μου που μια κουτσουλιά σοφίας μπορούν να τη ρίξουν.

Είμαστε όλοι ανεξαιρέτως φυσικές μηχανές οι οποίες χρειάστηκαν αμέτρητα χρόνια για να δημιουργηθούν.

Βάζουμε με κάθε τρόπο δεδομένα στο σύστημα, τα κάνουμε πληροφορίες. Τις πληροφορίες τις κάνουμε γνώση. Και τη γνώση σοφία.

Η σοφία είναι η καλά χωνεμένη ζωή του Ανθρώπου.

Όλα είναι εργαλεία για τον Άνθρωπο, κι ο Άνθρωπος είναι εργαλείο του Κόσμου.

Ας πιάσει ο καθένας κι η καθεμιά την οπτική του στα πράγματα, ας την τραβήξει μέχρι εκεί που αντέχει, κι ας εκφραστεί για να μοιραστεί όσα είδε κι έμαθε, όσα κατάλαβε.

Κάθε άνθρωπος μετράει.

Κάθε άποψη μετράει.

Γιατί όλα συνεισφέρουν σε έναν μεγαλύτερο αγώνα που δεν ξέρουμε καλά καλά ότι δίνουμε.

Κι όμως, είμαστε αγωνιστές, μαχητές της ζωής, κι ας μην το ξέρουμε. Ακόμη κι αν έχουμε αυταπάτες.

Καλώ όλα τα κύτταρα της Ανθρωπότητας, που τυγχάνει να μπορούν να καταλάβουν αυτά τα σημάδια πάνω στην οθόνη της συσκευής τους, να ηρεμήσουν, να δουν μέσα τους και γύρω τους, να στοχαστούν.

Όσοι κι όσες το επιθυμούν, μπορούν στον χώρο αυτό να νιώσουν σα στο σπίτι τους.

Είναι ένας χώρος για όλες τις λασκαρισμένες βίδες που σήκωσαν μπαϊράκι.

Για όλα τα φαγωμένα γρανάζια στη σάπια μας μηχανή, που μένουν μετέωρα να αναρωτούνται γιατί, γιατί, γιατί.

Εδώ είναι το σπίτι σας, κι εγώ είμαι ο αδερφός σας.

Σκουπίστε τα παπούτσια σας, βγάλτε τα, πλύντε μονάχοι τα πόδια και τα χέρια σας, αλλάξτε ρούχα και βάλτε πιτζάμες κι ελάτε να ψήσουμε καφέ, να αράξουμε στο σαλόνι της ψυχής μας, και να αρχίσουμε τις ιστορίες μας.

Πόσα έχουμε να μάθουμε άραγε ο ένας από τον άλλο;

Αν βάλουμε τα δυνατά μας να βγάλουμε ό,τι καλύτερο κρύβουμε μέσα μας, πόσο πλούσιοι θα γίνουμε;

Αν μάθουμε να σεβόμαστε έμπρακτα, να ακούμε δίχως να κρίνουμε, αν προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τον λόγο των άλλων μας αδερφών, τι θα μας συμβεί;

Θα γίνει άραγε η ζωή πιο μυρωδάτη;

Θα αποκτήσει καλύτερη γεύση;

Αυτή η σκατοδουλειά, θα αποκτήσει λίγο παραπάνω νόημα, απλά γιατί θα’ναι το μέσο μας για να’μαστε εδώ;

Αυτές οι σκέψεις που δε μας αφήνουν να ηρεμήσουμε, που μας κρατάνε ξάγρυπνους, θα βρούνε χώρο να εκφραστούν;

Όλα τα ποιήματα, τα διηγήματα, οι ιστορίες μας, όλες οι σκέψεις, τα συναισθήματα κι οι ιδέες, θα βρούνε χώρο ύπαρξης;

Θα πραγματωθούν επιτέλους;

Είμαι ένας αθεράπευτα ρομαντικός, Δον Κιχώτης του σήμερα, που πολεμά με τις λέξεις για να κεντήσει νοήματα για όλους, μα κυρίως για εμένα.

Βγάζω αυτές τις κραυγές, τις απάνθρωπα ανθρώπινες μέσα από το κείμενο αυτό, φωνάζοντας, εεεε! Εσείς εκεί, τι κάνετε; Που πάτε; Ποιοι είσαστε μωρέ άνθρωποι; Για δε μιλάτε;

Εεεε! Με ακούει κανείς; Ή στο βρόντο μιλώ;

Εεεε! Μωρέ Άνθρωπε, τι γίνεσαι, πώς την παλεύεις; Έλα κάτσε, ξαπόστασε να βρεις ηρεμία, κι αν βαρεθείς, φεύγεις και πάλι.

Εεεε! Για δεν ακούς; Στον εαυτό μου δε μιλώ;

Στον εαυτό του βαθύτερου είναι μέσα στο εμείς.

Τώρα που τα’πα, ξέρω καλά ότι έκανα το βήμα που φοβόμουν, και απελευθερώθηκα από τον άτιμο τον φόβο.

Πέταξα κι εγώ στον αέρα για πρώτη φορά.

Και δεν ξέρω αν οι κινήσεις των φτερών μου αποδίδουν.

Δεν ξέρω αν πηγαίνω ευθεία στον ουρανό, ή κατακόρυφα να συναντήσω το έδαφος και την ανυπαρξία.

Είναι μια πτήση όλα.

Θα φανεί στο τέλος.

Όσο όμως βρίσκομαι στον αέρα, θέλω να ακούω λόγια, θέλω να ακούω στοχασμούς, να νιώθω ότι η ζωή εκφράζεται.

Έρχεσαι;

Σχολιάστε