Αναζήτηση

Σιωπή.

Σιωπή στο τετράγωνο.

Μουσική.

Μουσική στο τετράγωνο.

Αναζήτηση. Φακός. Σχοινί.

Δεν ξέρω για τι να γράψω. Δεν ξέρω και γιατί να γράψω. Μα γράφω.

Κλικ και διπλοκλίκ στο πληκτρολόγιο.

Mazzy Star και Fade Into You. Κλείνω τα μάτια, κι αφήνομαι στο έλεος της στιγμής κι όσα αυτή θα φέρει.

Τις πιο πολλές φορές γράφω χωρίς να ξέρω τι θα βγει από μέσα μου. Γράφω για να δω τι έχω να μου πω. Άσκηση για να αποφεύγω την υπερανάλυση στο μυαλό μου, να τη φτύνω στο λευκό του μπλογκ.

Αυτοϋπνωτίζομαι. Χαλαρώνω. Καλώ το υποσυνείδητο προς τα έξω. Η μουσική είναι ερέθισμα, μα έχω ανάγκη την μελωδία αυτή.

Γράφω και κάνω λάθη, στο τέλος θα τα διορθώσω. Πάντα διορθώνω τα λάθη. Τουλάχιστον έτσι νομίζω.

Την λάθος ζωή πώς τη διορθώνεις;

Το χρόνο το χαμένο, πώς τον ξανακερδίζεις πίσω;

Μπορείς να το κάνεις αυτό;

Αναζητώ μέσα μου κάτι. Δεν έχω ιδέα τι είναι αυτό το κάτι.

Προχωρώ.

Γράφω, γράφω, πληκτρολογώ. Μάτια κλειστά καλούν την ψυχή να ανοίξει. Θα ανοίξει;

Πειραματικό γράψιμο. Είμαι στο έλεος του εαυτού μου.

Μουδιασμένος είμαι. Μουδιασμένο σώμα, μουδιασμένο μυαλό. Μουδιασμένες αισθήσεις. Μουδιασμένη αντίληψη. Όλα μουδιασμένα. Το αίμα με γαργαλά.

Τέλος πάντων. Προς τι όλα αυτά, αναρωτιέμαι.

Σχοινί. Τον φακό τον ξέχασα αυτή τη φορά στην επιφάνεια της συνείδησης. Ίσως γι’αυτό δε βρίσκω βηματισμό.

Όλα καλά. Όλα υπό έλεγχο, όπως πάντα άλλωστε.

Γιατί έχω την ανάγκη να ελέγχω; Γιατί έχω την ανάγκη να ορίζω; Γιατί έχω την ανάγκη να δημιουργώ;

Σταμάτησα για λίγο μα το μυαλό δε σκέφτεται.

Άλλαξε το τραγούδι. Λόγια, λόγια, λόγια, κάτι μου λένε, κι εγώ ακόμη ψάχνω αυτό το κάτι.

Μα με εμπιστεύομαι. Κάθε φορά για εμένα βγαίνει κάτι, από αυτή, τη σχεδόν σχιζοφρενική δραστηριότητα της αποτύπωσης του είναι μου στο λευκό ψηφιακό χαρτί.

Τι θα ψαρέψω απόψε;

Το σβέρκο μου πονά , έχω το κεφάλι ριγμένο πίσω. Ακούω τη φωνή μέσα στο κεφάλι μου. Η μέση μου πονάει όπως πάντα.

Βγαίνω από τον εαυτό μου. Με βλέπω από πίσω τώρα. Ανεβαίνω στο κρεβάτι και κάθομαι οκλαδόν.

Παρατηρώ τον άνθρωπο που κάθεται στο γραφείο του και γράφει, γράφει, γράφει. Αναζητεί να βρει ποιος ξέρει τι.

Όμορφα που’ναι το βράδυ στην πόλη. Πήρε λευκά τριαντάφυλλα, τα λουλούδια των εαυτών του είναι. Θα τα φροντίζει για να μην ξεχνά να φροντίζει τον ίδιο.

Θα κάνω ένα άλμα. Θα βγω από το παράθυρο όσο αυτός γράφει και θα πάω μια βόλτα στον κόσμο.

3…

2…

1…

Πετώ.

Άνθρωποι από κάτω, συνομιλούν, πίνουν και γελούν, φλερτάρουν. Άλλοι μέσα στο γυμναστήριο, αυξάνουν τον πόνο τους έντεχνα. Αμάξια παρκαρισμένα, κόσμος πάνω στα ποδήλατα κάθε τόσο πηγαινοέρχεται. Αμάξια περνούν ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Η ζωή κυλά τέτοια ώρα πιο αργά, πιο ανώδυνα. Κοιτώ τον ουρανό. Έχει καθαρή βραδιά, βλέπω τα άστρα. Άστρα, άστρα, άστρα. Πυγολαμπίδες στον ουρανό. Κόσμοι του κόσμου. Πετώ προς τα πάνω. Βλέπω την Ουτρέχτη από κάποιο ύψος, αργά αργά πάνε τα αυτοκίνητα τώρα. Μυρμήγκιασαν οι άνθρωποι. Τα φώτα αρχίζουν να τρεμοσβήνουν. Ποτάμι περνά την πόλη, κουβαλά ζωή μέσα του.

Πετώ ακόμη πιο ψηλά. Βλέπω τώρα το Άμστερνταμ, το Ρότερνταμ, την Ολλανδία όλη. Φώτα διάσπαρτα, άνθρωποι που ζούνε τις ζωές τους. Ποιος ξέρει πόσοι κοιμούνται, πόσοι βγήκαν για να τα πιουν. Άλλοι γυρίζουν στα σπίτια τους, άλλοι βγαίνουν για τη βόλτα τους. Ένα πηγαινέλα. Άλλοι ερωτοτροπούν, άλλοι χαϊδεύουν την μοναξιά τους. Άλλοι γεννιούνται, άλλοι πεθαίνουν. Ζωή. Ζωή που πάλλεται.

Ανεβαίνω ψηλότερα ακόμη. Γερμανία, Αγγλία, Βέλγιο και Γαλλία, όλα εδώ από κάτω μου. Σκοτάδι κυρίως μα και αρκετό φως στα σημεία των πόλεων. Βράδυ στην Ευρώπη, βράδυ στη γη.

Ανεβαίνω ψηλότερα.

Όλη η Ευρώπη, οι θάλασσές της. Κομμάτι της Ρωσίας, της Ασίας, της Αφρικής, όλα αρχίζουν να φαίνονται αν και θολά. Σαν τις φωτογραφίες της ΝΑΣΑ. Τι έχει παραχθεί σ’αυτό το απέραντο χωράφι γης και στις θάλασσες που το ποτίζουν τόσες χιλιετίες τώρα. Ο Άνθρωπος, οι ιδέες του, οι πολλοί πολλοί εαυτοί του. Κύματα ζωής που έρχονται ασταμάτητα στη στεριά. Αυτό’ναι όλο.

Ακόμη ψηλότερα. Πλέον το ψηλά δεν έχει νόημα. Πλέον είμαι εκτός ατμόσφαιρας. Κοιτάζω όλη τη γη. Παράδεισος και κόλαση μαζί. Χρόνος γρήγορος κι απλός ταυτόχρονα. Πόσες φορές αιματοκυλίστηκε ο κόσμος τούτος; Πόσοι πόνοι δεν έψαχναν να βρουν τη λύτρωση στη χαρά; Πόσοι το κατάφεραν; Σκαμπανεβάσματα, κύματα ψηλά που πέφτουν στην ακτή με παφλασμό.

Όμορφος πλανήτης. Κοιτάζω και το Φεγγάρι τώρα. Παράξενο, διαφορετικό απ’ότι από κάτω. Πιο μεγάλο, πιο ευδιάκριτο.

Βάζω την υψηλή ταχύτητα κι αρχίζω να κατευθύνομαι προς πάσα κατεύθυνση, διακτινίζομαι, περνώ μέσα από τα σώματα τα ουράνια. Μεγεθύνω, πλέον δεν είμαι καν ψυχή, πλέον είμαι η ουσία.

Φτάνω στους άλλους πλανήτες σιγά σιγά. Σε λίγο διαπερνώ ακόμη και τον Ήλιο. Μα δε με καίει. Δεν μπορεί να με κάψει, γιατί είμαι άυλη.

Συνεχίζω το ταξίδι μου παρέα με το φως. Σε λίγο, κάτι, κάπως, θα με κάνει να το ξεπεράσω. Φωτίστηκε ο νους του γραφιά!

Φως, φως, φως!

Ταχύτητα, τώρα όλα είναι τόσο γρήγορα όσο το άλμα της σκέψης από τον ένα γαλαξία στον άλλο.

Τώρα δεν υπάρχουν όρια. Το μυαλό ξεπεράστηκε.

Τώρα χορεύω παντού.

Πάλλεται κι αλλού η ζωή με άλλους τρόπους. Κύτταρα όλα άγνωστα μεταξύ τους. Φυτρώνουν, γεννιούνται, πεθαίνουν, αέναα.

Κύκλους κάνει η ζωή μέσα στον εαυτό της, κι εγώ είμαι η φωνή της. Γαλαξίες, μαύρες τρύπες, σύμπαντα το ένα μέσα στο άλλο. Δεν ισχύουν οι ίδιοι νόμοι παντού. Ανάλογα τις κλίμακες, αλλάζει ο κόσμος όλος. Μα ο Κόσμος, είναι άπειρος, και η μεγάλη έκρηξη, ήταν απλά μια φουσκάλα στη σούπα που αυτός είναι. Άπειρος, άχρονος, ασυνείδητος, ο Κόσμος είναι ένα. Αχανή σύμπαντα σαν σκουλικότρυπες οδηγούν το ένα μέσα στο άλλο. Χρώματα κάθε λογής, χρώματα που δεν μπορεί να δει το απλό ματάκι του ανθρώπου. Ήχοι σε συχνότητες που δεν πιάνουν τα αυτιά του. Μυρωδιές που δεν μπορεί να μυρίσει. Πράγματα που δε χωράει το μυαλό του.

Μεγαλώνω και μεγαλώνω και ποτέ δε βρίσκω τέλος, γίνομαι ένα μάτι που κοιτά εντός της ύπαρξής του, μιλάω για τον κόσμο μα μιλάω για εμένα. Ο Κόσμος είμ’Εγώ.

Σιωπή.

Σιωπή.

Σιωπή.

Το κεφάλι του ανθρώπου, του γραφιά, πέφτει μπρος τώρα, σχεδόν κοιμήθηκε. Καιρός να επιστρέψω.

Πίσω τώρα, πίσω και γρήγορα. Σκέψη, άλμα, σκέψη, και μπουμ!

Ξύπνα, ξύπνα σιγά σιγά. Σήκωσε το κεφάλι σου. Πάρε βαθιές ανάσες. Ξαναμπαίνω μέσα σου.

Στερέωσε το σώμα σου καλύτερα, κάτσε σαν άνθρωπος.

Ξανά μέσα στο κεφάλι του.

Τώρα, μάτια, ανοιχτά.

…..

….

..

.

!

Τι σκατά συνέβη;

Δεν κοιμόμουν, απλά ξεκούραζα το κεφάλι μου, τα άκουγα όλα. Τα ακούω όλα.

Ταξίδεψα όντως μες στο διάστημα;

Διαπέρασα κάθε ουράνιο σώμα, ακόμη και τους αστέρες;

Έπιασα μεγαλύτερες ταχύτητες από το φως;

Διακτινίστηκα;

Βγήκα από το σώμα και το μυαλό στ’αλήθεια;

Τώρα μοιάζουν όλα όπως πριν, σαν τίποτα να μη συνέβη.

Όλα αυτά τα ήξερα και πριν.

Ένα μονάχα με ξάφνιασε όλη αυτή την ώρα.

Μέσα στα σκοτάδια μου, κάποια στιγμή, όλα έγιναν φωτεινά, λες και κοιτούσα κατάματα στην λάμπα!

Κάτι με το σώμα θα’χει να κάνει, σίγουρα υπάρχει λογική εξήγηση. Μα ήταν τόσο ωραίο το συναίσθημα, ακόμη κι αν ήταν πλάνη όλο αυτό. Ξαφνιάστηκα στ’αλήθεια.

Τέλος πάντων, υποθέτω ότι κάτι μπορεί να βγήκε απ’όλη αυτή την αναζήτηση, αλλά φαντάζομαι ότι είναι νωρίς να καταλάβω τι. Ο νους χρειάζεται το χρόνο του για να καταλάβει, ειδικά όσα ξέρει ήδη. Θέλει το χρόνο του για να φωτίσει περιοχές στον εγκέφαλο που’χουν αποθηκευμένη συμπυκνωμένη πληροφορία.

Είχα μια αίσθηση, πως ήθελα να εκφραστώ για να δω τι θα πει το μυαλό μου σε μένα, κάθισα, έγραψα, κι ακόμη νιώθω το ίδιο. Ίσως να μην πήγε και τόσο καλά αυτή η άσκηση. Ίσως είναι ώρα για ύπνο.

Τραβώ το σχοινί, να τος ο φακός, το αφήνω δίπλα του.

Κατέβηκα μέσα μου μα για κάποιο λόγο βγήκα εκτός του εαυτού μου.

Και το ότι ξέχασα τον φακό, ίσως ήταν το καλύτερο που μπορούσε αυτό το παράξενο βράδυ να μου συμβεί.

Κι η μουσική ακόμη παίζει, την είχα ξεχάσει.

Τώρα εδώ, κάπως, για κάποιο λόγο, θα πρέπει να μπει μια τελεία.

2 σκέψεις σχετικά με το “Αναζήτηση

Σχολιάστε