Κάλπικες Αγάπες

Πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι.

Τόσα χρόνια κάνει κύκλους κυνηγώντας την ουρά του.

Όλη η σοφία του λαού εκεί.

Τυφλός που δε βλέπει ούτε καν με τα μάτια της καρδιάς.

Πονάει καρδιά, κόψει καρδιά.

Τρεις δαγκωματιές γερές του έκοψαν βαρβάτα κομμάτια σε μια καρδιά ήδη λειψή. Σε μια καρδιά μαύρη που πήζει το αίμα στην λίμνη της. Χρόνια τώρα φυλακισμένη καρδιά σε μια φυλακή ίσα με το κεφάλι της καρφίτσας. Ένας Θεός ξέρει πώς αντέχει με τα στραβά της ζωής, των άλλων και του ανθού της.

Τρεις δαγκωματιές, η καθεμιά αλλιώτικη από την άλλη. Από σκίουρο και δυο γάτες. Τρεις δαγκωματιές που άφησαν ουλές που δε θα κλείσουν ποτέ. Τρεις δαγκωματιές απ’τα αχόρταγα στόματα του έρωτα που ξέρουν να φιλούν καλά και να σου πίνουν το αίμα στο γλύψιμό τους.

Τρεις δαγκωματιές που με τον πόνο τους τον έκαναν σοφότερο. Το δράμα του, ότι σε όσους κι όσες τον πόνεσαν, πρέπει να λέει ευχαριστώ για τα μαθήματα που χάρη σε αυτούς κι αυτές πήρε. Ευχαριστώ πνιχτό, χαμόγελο μελαγχολικό, μάτια βουρκωμένα, κεφάλι ψηλά, καρδιά με γάζες.

Κεριά που έντυναν τους τοίχους με το ζεστό τους κίτρινο χρώμα. Τριαντάφυλλα κόκκινα, σοκολατάκια, εσώρουχα στο πάτωμα. Ανάσες που έδιναν το ρυθμό τους στην ατμόσφαιρα. Μύριζε έρωτα από το σμίξιμο δυο σωμάτων. Δυο ψυχές, η μια μέσα στην άλλη, χόρευαν, στροβιλίζονταν και γίνονταν ένα. Η αποκορύφωση, υπόσχεση για το μέλλον. Χάδι κι αγκαλιά μέχρι ο ύπνος να χωρίσει έστω και για λίγο το ζευγάρι.

Ο Αθανάσης ξύπνησε απ’το όνειρο. Ποιο όνειρο δηλαδή, σωστός εφιάλτης. Έβλεπε τον εαυτό του πάνω σ’ένα ποδήλατο, κουρασμένο μετά τη δουλειά, να βρέχεται απ΄το ψιλόβροχο και να κοιτά το παράθυρο της πρότερης ζωής του. Εκεί όπου αυτός ξάπλωνε, λέρωνε τα σεντόνια, ονειρευόταν κι αγαπούσε, ένας άλλος τώρα, ξένος, είχε στη δούλεψή του την αγάπη του που δεν πρόλαβε καν να παλιώσει. Κι όπως άλλοτε η σκιά του παλλόμενου σώματός του διαγραφόταν, τώρα αντίκριζε τον ξένο να αγκομαχά τρεμάμενος.

Κεράκια, τριαντάφυλλά, σοκολατάκια, έρωτας και χάδι έρχονταν σαν κεραυνός και τον χτυπούσαν στο κεφάλι. Αναρωτιόταν, προς τι όλος αυτός ο πόνος; Έρχεται ο κλέφτης ο έρωτας και μας παίρνει την ησυχία μας, την ισορροπία μας, μας πιάνει απ’το λαιμό και μας ταρακουνά στον αέρα, κι εμείς νομίζουμε ότι χαιρόμαστε. Χαιρόμαστε που’μαστε στον αέρα κι ας πονάμε, γιατί τουλάχιστον έτσι τα συναισθήματα ανακατεύονται κι έχουμε την εντύπωση πως κάτι συμβαίνει, και πως αυτό που συμβαίνει λέγεται ζωή. Άτιμε έρωτα, καριόλη, έρχεσαι φουριόζος σαν ανεμοστρόβιλος και μας παίρνεις ψηλά στον ουρανό για να πέσουμε και να σκοτωθούμε. Πέφτουμε κι οι ελπίδες μας κάνουν φτερά. Μα δεν είναι δικά μας φτερά, δε βοηθάνε στο να μετριαστεί ο πόνος της πτώσης. Έρωτας πολλά υποσχόμενος, ιός στο σώμα και το πνεύμα. Πονά πολύ το βέλος σου τσόγλανε θεέ Έρωτα.

Αναρωτιόταν, γιατί έδινε ευκαιρίες; Γιατί τον διακατείχε το σύνδρομο του πατέρα Τερέζου, που έβλεπε πληγωμένα σπουργίτια κι ήθελε να τα περιθάλψει με την αγάπη του; Γιατί όντας ο ίδιος πληγωμένος πήγαινε να σώσει άλλους, μήπως άθελά του πλανιόταν πως έτσι θα σωθεί ο ίδιος; Γιατροπόρευε τις πληγωμένες ψυχές κι ήλπιζε λίγη απ΄τη ζεστασιά τους να αναθερμάνει την καρδιά του. Μέσα στον ψυχρό του κόσμο, η αγάπη φαινόταν ως η μόνη ελπίδα για την επαναφορά στο καλοκαίρι που ποτέ δεν έζησε. Καλοκαίρι του έρωτα, της αγάπης, άλλο ένα ψέμα στη φυλακή του ρομαντισμού.

Ρομαντισμός. Δημιουργήθηκε για να μας αποχαυνώσει. Για να χρυσώσει το χάπι, το πικρό χάπι που’ναι η ζωή. Τι κι αν είσαι σκλάβος των άλλων, τι κι αν σου στερούν τη ζωή κλέβοντας τον ίδιο σου τον εαυτό. Μπαίνουν μέσα στο κεφάλι μας, στρογγυλοκάθονται, μιλάνε όλη την ώρα δίχως παύση. Πότε θα μιλήσουμε εμείς; Πότε θα πούμε φτάνει πια, αφήστε μας ήσυχους. Ρομαντισμός, αυτός που τα παίρνει όλα δίχως να αφήνει τίποτα παρά μόνο πληγές. Σε προετοιμάζει για σκλάβο των συναισθημάτων κι όσων με μαεστρία έχουν μάθει να τα χειρίζονται. Να’δινα μια, να πετούσα στον καιάδα την καρδιά, κι ας έμενα διπλά λειψός άνθρωπος, ρομπότ μάλλον με μόνο του λογισμικό τη λογική του.

Τσιμπήθηκε ο Αθανάσης να δει μη τυχόν και βρίσκονταν ακόμη στο όνειρο. Μα τίποτα, ξύπνησε απ’το όνειρο για να μπει σε άλλο. Απ΄τον έναν εφιάλτη στον άλλο. Απ’τη μια ζωή, στην άλλη.

Άρχισε να σκέφτεται, να αναπολεί, πώς αντιμετώπιζε πάντα τον χωρισμό, πώς τις παλιές του αγάπες. Ήθελε πάντα να κρατά επαφή. Έχοντας αγαπήσει τρεις ψυχές, έχοντας κοινές αναμνήσεις μαζί τους, δεν ήθελε να τις καταχωνιάσει κάτω απ’το χαλί της μνήμης. Ήθελε να τις φέρνει στο νου του, να τις ξαναπαίρνει, να τους δίνεται, να ξέρει ότι οι παλιές του αγάπες είναι καλά, ζωντανές και πως κάπου ευημερούν. Τις αγαπούσε, όλες, μια μια ξεχωριστά, την καθεμιά με τον τρόπο της. Στο τραπέζι της καρδιάς του, η κάθε μια πρότερη αγάπη είχε το μέρος που της αναλογούσε. Καθόταν εκεί, δίχως καν η ίδια να το γνωρίζει, και τον συντρόφευε όταν δειπνούσε ολομόναχος. Φυλακισμένος στις πρότερες αγάπες, αδυνατούσε να το παραδεχθεί. Από μια σιδερένια και βαριά μπάλα η καθεμιά τους, είχε δεθεί στο πόδι του, και τον δυσκόλευε απ’το να τρέξει μπρος και να πιάσει τη ζωή απ’τα μαλλιά.

Αναστήθηκε κάποτε σα σωστός κοιμισμένος πρίγκιπας από μια πριγκιποπούλα, μέχρι που ξανάπεσε σε κώμα.

Ύστερα του δόθηκε το φιλί της Ζωής λίγο πριν πεθάνει για τα καλά.

Τέλος, ζωντανόνεκρος, ήρθε αντιμέτωπος με την Έμπνευση που τον τάισε κι αυτή τα χάδια της, γινόμενη η μούσα του.

Άμμος αγάπης στο στέμμα της πρώτης, άνεμος ελευθερίας στη δεύτερη, φιλί σοφίας στην τρίτη.

Τα δώρα του στις παλιές αγάπες.

Χαρακιά βαθιά που δε λέει να σταματήσει να εκβάλει αίμα, του δίδαξε τι πάει να πει αγάπη.

Στραβά μούτρα απ’τις πτώσεις των μαθήματων πτήσης όταν δίδαξε την ελευθερία.

Ματωμένο στόμα απ’το φιλί σοφίας, του έδειξε πως κάτι έχει δημιουργηθεί μέσα του μετά από τόσες απελπισμένες νύχτες μοναξιάς.

Τα δώρα απ’όλες τις αγάπες του.

Κάθε χωρισμός και μια χαστουκιά. Χαστουκιά απ’τους γονείς. Χαστουκιά απ’τους φίλους. Χαστουκιά απ’τις αγάπες. Χαστουκιά απ’τους συγγενείς. Χαστουκιά απ’τον εαυτό του.

Πεσμένος κάτω να φτύνει αίμα, να φτύνει την μοναχή ψυχή του, θολή ματιά, βήχει και ψιθυρίζει.

Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή
κανείς δε θα με περιμένει
Οι δρόμοι θα ‘ναι αδειανοί
κι η πολιτεία μου πιο ξένη
Τα καφενεία όλα κλειστά
κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι
Αέρας θα με παρασέρνει
κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή

Μες στην σκοτεινή του κάπα, που το Φεγγάρι κλέβει τις ακτίνες, τώρα σε εμβρυακή στάση, αναζητεί το παιδί μέσα του. Το ψάχνει να το πιάσει απ’το χέρι, να το πάρει και να το περιθάλψει, να στραφεί προς αυτό η ανάγκη για γιατρειά, να λυτρωθεί λυτρώνοντας τον εαυτό του. Να λυτρωθεί απ΄τις κάλπικες αγάπες που’χε κάποτε, να λυτρώσει το τραπέζι της καρδιάς του απ’την παρουσία τους, να τις απωθήσει, να τις βάλει κάτω απ’το χαλί της μνήμης, να τις διαγράψει απ’το νου του, μ’ένα τελευταίο σ’αγαπώ, να τις αποχαιρετήσει, κι ευχαριστώντας τες, να ελευθερωθεί για πάντα.

Το παρελθόν μας δίδαξε. Το παρόν μας ταΐζει. Το μέλλον μας καλεί. Το καθένα να πάρει τη θέση που του πρέπει μέσα μας.

Ήρθε καιρός για τις πιο δύσκολες αποφάσεις.

Να το το παιδί!

Κάποτε είχα γράψει, τι δεινό που’ναι να πετάει στα σκουπίδια την καρδιά σου ο άνθρωπος που αγάπησες περισσότερο.

Τώρα το παιδί λέει στον Αθανάση, τι δεινό που’ναι να πετάνε στα σκουπίδια την καρδιά σου οι άνθρωποι που αγάπησες περισσότερο.

Κι ο Αθανάσης αποκρίνεται, c’est la vie.

Σχολιάστε