Το μηδέν θα κάνω κύκλο, κι εκεί μέσα θα χορεύω.
Έτσι είχε πει κάποτε ένα μεγάλο πνεύμα.
Το μηδέν, το τίποτα, την ανυπαρξία την ίδια.
Το μηδέν, που με μια στροφή μετατρέπεται σε άπειρο, που γίνεται τα πάντα.
Πέρασε κιόλας ένας χρόνος απ’τα δέκα των τριάντα. Σα χθες θυμάμαι πόσο με βάραινε αυτή η συνειδητοποίηση πως η δεκαετία των είκοσι τελείωνε. Τελικά, είχε τη σημασία που της έδινα;
Νομίζω ότι η ηλικία είναι απλά ένας αριθμός. Εν τέλει, μόνο η εικόνα που σχηματίζουμε στην πορεία της ζωής μας είναι που ματώνει. Γιατί, ναι, το πώς φανταζόμαστε ο πάπυρος της ζωής να ξετυλίγει, το τι θα λέει, ποτέ δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί. Πάντα κάτι θα έρχεται να τα αλλάζει όλα. Έρχεται πολλές φορές σαν πετραδάκι, σαν το λιγοστό χιόνι σε μια πλαγιά, που αρχίζει να κατρακυλά προς τα κάτω, και δημιουργεί άθελά του ολόκληρη χιονοστιβάδα.
Ζω σημαίνει μέσα σ’όλα μαθαίνω την ματαίωση. Μαθαίνω να χάνω. Μαθαίνω να αποδέχομαι την αδυναμία μου να τα ελέγξω όλα. Μαθαίνω πως δεν είμαι Θεός, και καλά κάνω. Έχει ο άνθρωπος αστείρευτες δυνάμεις εντός του. Είναι σίγουρο. Αυτό δε σημαίνει ωστόσο πως ό,τι φαντάζεται, ό,τι προσδοκά, θα γίνει και πραγματικότητα.
Οφείλουμε παρόλα αυτά να ονειρευόμαστε. Γιατί, τι θα ήταν η ζωή δίχως όνειρο;
Ίσως η σοφία του ανθρώπου κρύβεται στην αντίδρασή του στη ματαίωση. Στην αποδοχή της αδυναμίας, στο «πάμε παρακάτω». Ίσως πάλι, η σοφία να ξέρει ότι η ζωή καλά θα κάνει να πηδά απ’όνειρο σε όνειρο. Μια ζωή με γαλήνη, είναι δυστοπικό σενάριο. Για να μπεις στον ενάρετο κύκλο της ζωής, ίσως να ξεκινήσεις απ’τον φαύλο. Κι απ’τον έναν, μπαίνεις στον άλλο πολλές φορές καθώς τα χρόνια περνούν. Ο άνθρωπος όμως δεν είναι φτιαγμένος για να ζει σε μια κατάσταση μονάχα, να βιώνει μια γκάμα μόνο συναισθημάτων. Αν τείνουμε στην αυτοκαταστροφή μας, είναι γιατί αγαπούμε τα προβλήματα, μα το κάνουμε με έναν τρόπο που φαίνεται ως αν αυτά να μας βρίσκουν, κουκουλώνοντας καλά καλά την αλήθεια που λέει ότι εμείς τα μαγνητίζουμε.
Έκανα ένα άνοιγμα πέρσι στο κείμενο γενεθλίων μου. Έπαιρνα αποφάσεις. Μίλαγα, πάλι, με λόγια μεγάλα, λόγια στομφώδη. Τι κατάφερα με όλα αυτά;
Κι όμως, μπορεί να χρησιμοποίησα έναν λόγο με δυναμικά στοιχεία, με λέξεις που φανέρωναν ότι πλέον είμαι αποφασισμένος. Έκλεινα τα τριάντα, ήθελα να νιώσω επιτέλους άντρας. Μα τι χαζός. Πάντα θα νιώθω παιδί, κι αν τύχει κι ατυχήσω και φτάσω τα ογδόντα, πάντα θα νιώθω παιδί, γιατί είμαι παιδί. Ένα παιδί που μεγαλώνει και στέκει να κοιτά τον κόσμο τριγύρω όλο απορία. Μα καλά, δε σας φαίνεται περίεργο που ο ουρανός είναι μπλε; Οι εικόνες που χάνονται καθώς το τρένο τρέχει; Το κελάηδισμα των πουλιών; Το χιόνι; Το άρωμα; Το δάκρυ; Το κερί που καίει; Παιδί ετών τριάντα-ένα σιγά σιγά. Και τι πειράζει;
Αυτός ο επιτηδευμένος λόγος ωστόσο, μου έδωσε όντως δύναμη, έκανα πράγματι αλλαγές που’θελα από καιρό. Σημασία δεν έχει η ηλικία, σημασία έχει να παίρνεις αποφάσεις, όποιες κι αν είναι αυτές, και να προβαίνεις σε πράξεις. Σημασία δεν έχει η ηλικία, σημασία έχει να παίρνεις την ευθύνη του εαυτού σου. Αυτό είναι που σε κάνει ώριμο, κι ας παραμένεις στο βάθος ανώριμος. Το να καταλάβεις ότι μόνος έρχεσαι, μόνος φεύγεις, κι όλο αυτό αξίζει, παρόλα αυτά.
Τι ωραία που’ταν τότε που με φρόντιζαν οι δικοί μου. Που δεν είχα άγχος. Που τα προβλήματα μου ήταν το μαμ, κακά και νάνι. Μα και τι ωραία που’ναι τώρα, που’μαι ένας άνθρωπος μεγάλος, που έχω τη δυνατότητα να πάρω αποφάσεις για τη ζωή μου, που μπορώ να δω αποτελέσματα απ’τις σκέψεις, τα λόγια και τις πράξεις μου. Που μπορώ να βοηθήσω, όπως έχω ο ίδιος βοηθηθεί από τόσο και τόσο κόσμο. Αυτό πάει να πει ζωή, παίρνεις, δίνεις. Δανείζεσαι, επιστρέφεις. Χρέη πολλά, αμαρτίες μεγάλες. Να, τόσα δημιούργησα ζωή, πάρ’τα όλα κι άσε με ήσυχο. Να, τόσο πολύ αμάρτησα, άγιασέ με τώρα όπως κι εσύ οφείλεις.
Τα χρόνια περνούν. Συν ένα κεράκι στην τούρτα. Λίγο ακόμη κοντύτερα στο θάνατο και τη λύτρωση. Μα μέχρι τότε, εγώ εδώ, σωστός φρουρός, σταθερός με αγέρωχο βλέμμα. Η καρδιά μου μόνο ξέρει το πόσο τρέμει, το πόσο φοβάται. Το βλέμμα κι αν κρύβει πόνο βαθύ, οφείλει πάρ’αυτα να χαμογελά γλυκά. Κι έτσι κάνει. Εγώ εδώ, στην πρίζα, ένα φυσικό μηχάνημα που δημιουργήθηκε για να κάνει ποιος ξέρει τι. Στην πρίζα, στο ρεύμα, ο ηλεκτρισμός με διακατέχει, με συντηρεί στη ζωή, μου τη φέρνει στα χέρια, και μου λέει άσε τα πολλά πολλά και ζήσε!
Κι αναρωτιέμαι, μέσα απ’όλη την πορεία μου ως τώρα, ζω πραγματικά τη ζωή;
Η υπερανάλυση, δε βοηθά. Η μπόλικη παρατήρηση, μπορεί να δημιουργήσει άλλα προβλήματα. Βρίσκει αλήθειες, ναι, μα μήπως είναι όλα μια φενάκη; Η λογική μπορεί να μας κυριεύει, μα είναι το βίωμα που’χουμε ανάγκη. Ο άνθρωπος που ζει, δεν αναρωτιέται αν ζει. Όταν κινείσαι μέσα στον κόσμο, δεν προλαβαίνεις καν να σκεφτείς τι σου συμβαίνει. Έχουμε ανάγκη το διάλειμμα, το να αράξουμε, να ξεκουραστούμε, να αφουγκραστούμε το είναι το δικό μας και του κόσμου. Έχουμε ανάγκη να δούμε, να καταλάβουμε, να κατανοήσουμε. Μα έχουμε κι ανάγκη, να αγγίξουμε, να λερωθούμε, να ματώσουμε σωματικά πριν ματώσουμε ψυχικά. Έχουμε ανάγκη τη ζωή, γιατί αλλιώς είναι σαν να ζούμε ήδη πεθαμένοι.
Το χειρότερο που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος με τη ζωή του, είναι το να μην τη ζει, κι ας μην ξέρω τι πάει να πει αυτό.
Αναρωτήθηκα στο παρελθόν αν υπάρχει μεγαλύτερη αμαρτία απ’αυτή. Κι όντως, κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει κανέναν ως αμαρτωλό, αλλά μέσα μας ξέρουμε, το νιώθουμε βαθιά, το διαισθανόμαστε. Ο άνθρωπος ολοκληρώνεται όταν βιώνει λίγο πολύ τα πάντα. Όλη την γκάμα των συναισθημάτων. Τι θα ήταν η ζωή χωρίς πόνο; Τι θα ήταν η ζωή χωρίς αγάπη; Τι θα ήταν η ζωή χωρίς την ελευθερία; Τι θα ήταν η ζωή δίχως την πίεση; Θα βρίσκαμε τροφή αν δεν πεινούσαμε; Θα ερωτευόμασταν αν δε θέλαμε να πεθάνουμε; Θα γράφαμε ποίηση αν δεν πιεζόμασταν;
Ας δώσει ο καθένας και η καθεμιά τις δικές τους απαντήσεις. Δεν υπάρχει καθολικό σωστό και λάθος εδώ, ή ίσως και να αυταπατώμαι.
Θα’ρθει μια μέρα που όλα αυτά θα είναι απλά λόγια. Λόγια αναρτημένα κάπου, λόγια τυπωμένα κάπου. Θα’ρθει μια μέρα που το σώμα και η συνείδηση μέσα απ’τα οποία η ζωή στοχάστηκε με αυτό τον τρόπο, θα έχουν σαπίσει, θα’χουν χαθεί. Μα μέχρι τότε, ας περιπλανηθώ κι ας παραμένω χαμένος στις σκέψεις και στον κόσμο. Μέχρι τότε, ας αμφιβάλλω για το γεγονός πως ζω, πως περνώ τις καλύτερές μου μέρες πάνω στη γη. Άνθρωπος είμαι και σφάλλω. Φυσικό μηχάνημα που ο ηλεκτρισμός το κρατά στη ζωή. Πνεύμα που ρίχνει σπόρους στον νου, τους καλλιεργεί, κι απολαμβάνει τους καρπούς των φυτών τους, την ομορφιά των λουλουδιών τους. Άνθρωπος, παιδί που δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει, να αποδεχθεί ότι μεγαλώνει, όπως λίγο πολύ κάνουν όλοι.
Ψάχνοντας την αλήθεια, έχουμε τόσο πολύ ανάγκη το ψέμα. Κι είναι απίστευτο, κι όμως αληθινό, η αλήθεια αναδύεται μέσα απ’το αντίθετό της. Τελικά, μήπως το ψέμα δεν είναι αυτό που πιστεύαμε; Μήπως το ψέμα, είναι προϋπόθεση της αλήθειας;
Τα παιδιά, λατρεύουν τις ψεύτικες ιστορίες, περισσότερο απ’τους μεγάλους, γιατί διαισθάνονται τη δύναμη που αυτές κρύβουν μέσα τους. Μια δύναμη που φέρνει στην επιφάνεια ουσία τέτοια, που μόνο μέσω των μύθων μπορεί να ειπωθεί. Η αλήθεια είναι σκληρή, κι εμείς αδύναμοι.
Πώς να τη σηκώσουμε στις πλατούλες μας;
Δώσε μου ψέμα να χαρώ, να χαθώ μέσα του, να μάθω και να γίνω σοφότερος.
Δώσε μου ψέμα να μεθύσω, τον κόσμο να κατανοήσω.
Δώσε μου ψέμα να καταβροχθίσω, τον εαυτό μου στα μάτια ν’αντικρίσω.
Η αλήθεια είναι μιγαδικός αριθμός, ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, αποτέλεσμα του ψέματος υψωμένο στο τετράγωνο.
Κάνω το μηδέν χούλα χουπ και στροβιλίζομαι εντός του!
Στροβιλίζομαι και ηλεκτρίζομαι.
Ηλεκτρίζομαι και στροβιλίζομαι.
Καρδιά η ψυχή.
Στροφές τριανταμία.
Ψυχή κι η καρδιά.
