Οι μέρες κυλάνε σαν ρυάκι.
Σκέψεις έρχονται και φεύγουν δίχως να αγκυροβολήσουν.
Συναισθήματα που το χρώμα τους δεν αποτυπώνεται πάνω στο χαρτί.
Μια κατάσταση που θυμίζει ζωή και πάλι.
Αν θέλει κανείς να ζει, τότε καλύτερα θα’ναι να αποφεύγει το γράψιμο. Γιατί; Γιατί υπάρχουν τόσα και τόσα που μπορεί να κάνει. Να κοινωνικοποιηθεί, να διαβάσει, να δει μια ταινία, να αφεθεί και να ξεχαστεί. Το γράψιμο από την άλλη είναι ένας τρόπος να παγώσουμε το χρόνο και τη συνειδησιακή μας κατάσταση. Ένα κείμενο, μπορεί να είναι μια φωτογραφία της ψυχής καμιά φορά. Έχω εδώ, σ’αυτό το μπλογκ, μπόλικες από δαύτες.
Όταν δε γράφω, πάντα κάτι άλλο, μάλλον καλύτερο, θα κάνω.
Μα είναι και φορές σαν κι αυτή, που κάτι με ωθεί στη λευκή σελίδα και το πληκτρολόγιο. Κάτι σαν βαθύτερη ανάγκη. Δεν είναι επιθυμία απλά. Είναι μια επιθυμία υψωμένη εις τον κύβο που αποκτά σάρκα κι οστά, βαραίνει πολύ μέχρι που γίνεται ανάγκη για αυτοέκφραση.
Και αυτή την ανάγκη που νιώθω πότε πότε, αναρωτιέμαι τι να την κάνουν άλλοι. Τι να κάνουν άραγε οι άλλοι όταν νιώθουν πως θέλουν κάτι να πουν, κάτι να δημιουργήσουν;
Στο σχολείο, τις ώρες που βαριόμουν, ζωγράφιζα στα κενά των σελίδων ή στο θρανίο διάφορες χαζομάρες. Τις πιο πολλές φορές, σχεδίαζα γραμμές που παίρναν τυχαίες κατευθύνσεις. Κάπως έτσι είναι και το γράψιμό μου σκέφτομαι. Ξεκινώ από ένα σημείο, και δίχως καλά καλά να υπάρχει αρχή, με βρίσκω να πετάγομαι, τσουπ, σε μια μέση δίχως λογική αλληλουχία, στα καλά καθούμενα, ενώ κάνω γύρες γύρω από τον εαυτό μου, σα σκύλος που κυνηγά την ουρά του, σταματώ με μια πιρουέτα.
Χορός αναρχικός που συνδυάζει διάφορα στυλ. Σύγχρονο, κλασικό και παραδοσιακό με λίγο free-style ραπ.
Πάντα όμως κολυμπώ στα ρηχά, μην τυχόν και δω μαυρίλα από κάτω. Όταν ανοίγομαι λίγο παραπάνω και νιώθω την ψύχρα στο μυαλό μου, βουτώ το κεφάλι μέσα στα νερά, βλέπω ένα σκοτεινό μαύρο που με τρομάζει, κι αμέσως βγάζω κεφάλι, δίνω δυνατές χεριές, και σε λίγες άπλες βρίσκομαι και πάλι σε ζεστότερα νερά, λιγότερο σκοτεινά, λιγότερα φοβιστικά.
Μια ανάγκη για έκφραση, και μια αναζήτηση στην άβυσσο εντός μου, με οδηγούν πάντοτε στα ίδια λημέρια. Ώρες ώρες σκέφτομαι ότι θα ήθελα να μπορώ να ανοίγομαι περισσότερο, να κάνω μακροβούτια, να πεταλουδίζω πάνω στα νερά, που όσο πάνε και παγώνουν περισσότερο, να νιώθω τον φόβο να με κυριεύει, κι εγώ να τον κοιτάζω κατάματα, μέσα στα σκοτάδια, ψάχνοντας το βλέμμα του. Η διαίσθηση να μου δείχνει το πρόσωπό του. Η διαίσθηση που ξέρει πολύ περισσότερα. Η διαίσθηση που μοιάζει να’ναι η έκτη αίσθηση, η αίσθηση του ασυνείδητου, που βλέπει και κατανοεί όσα δεν μπορούμε να καταλάβουμε με το φτωχό μας το μυαλό, που νομίζουμε ότι είναι και δυνατό.
Ποιος ξέρει ο άνθρωπος τι χάνει επειδή το υποσυνείδητο και το ασυνείδητο μένουν ανεξερεύνητα…
Πάμε σε ψυχολόγους, μιλάμε σε φίλους, ζωγραφίζουμε, γράφουμε, χορεύουμε, για να εκφράσουμε τι;
Όταν ανοίγουμε την κάνουλα για να βγει από αυτή την άπατη άβυσσο όλο το αβυσσαλέο μας είναι, τρομάζουμε και χαιρόμαστε ταυτόχρονα. Λέμε, καλά, εγώ; Εγώ είμαι όλα αυτά; Πώς τα έκρυβα μέσα μου;
Τελικά, ξέρει κανείς πραγματικά τον εαυτό του;
Εδώ και χρόνια, δεν κάνω άλλο από το να σκέφτομαι.
Φυλακισμένος μέσα στο νου μου, αναρωτιέμαι, όχι που πήγε απλά η αγάπη, αλλά που πήγε η ζωή.
Πώς να φτάσουν άλλοι, πώς να φτάσει ο κόσμος, που διάγει μέσα στην καθημερινότητα μια ζωή νηφάλια, με προγράμματα, θανάσιμες γραμμές και στόχους βαθύτερα από μένα;
Σίγουρα, άλλοι έχουν καλύτερες αναπνοές. Άλλοι έχουν μεγαλύτερη δύναμη, ψυχική, πνευματική, σωματική, και μπορούν να βυθίζονται εντός τους με άλλους τρόπους, πιο αποτελεσματικούς, που απαιτούν ενδεχομένως και λιγότερη σκέψη, λιγότερο χρόνο. Ίσως πάλι, εγώ μόνο κατ’επίφαση λέω πως βουτώ εντός μου. Ίσως, να βουτώ μέσα στο ψέμα, κι οι μόνες μου αλήθειες να’ναι τυχαίες αλήθειες που ψαρεύω στα ρηχά νερά της συνείδησης.
Αλλά είμαι βέβαιος, πως ο πολύς ο κόσμος, με τον τρόπο που ζούμε σήμερα, ούτε απ’έξω δεν περνά από αυτό που είναι.
Νομίζουμε πως ξέρουμε τον εαυτούλη μας. Ίσως γι’αυτό να κάνουμε και τόσα λάθη.
Τόσα βιβλία, τόσες σκέψεις, τόσα γραπτά, και κάθε μέρα νιώθω ότι είμαι ακόμη πιο ξένος, ακόμη πιο ακαταλαβίστικος από εμένα τον ίδιο.
Τελικά, όσο ζούμε μαθαίνουμε, ή όσο ζούμε ξεχνάμε;
Εσύ που διαβάζεις αυτές τις αράδες, μιλώ όχι σε σένα ως συνείδηση, μα στην ψυχή σου, στο πραγματικό σου είναι, ξέρεις τι είσαι; Ξέρεις ποιος ή ποια είσαι; Πέρα απ’όσα μπορείς να σκεφτείς ως απαντήσεις, υπάρχει περίπτωση να’σαι κάτι πέρα απ’αυτά; Κάτι που ακόμη κι αν δεν είχες λέξεις για να εκφραστείς, θα μπορούσες να’σαι εσύ;
Κανείς δεν ξέρει. Κι αν ξέρει δεν μπορεί να το προφέρει. Κι αν μπορεί να το προφέρει κανείς δεν τον άκουσε ποτέ. Κι αν τον άκουσε κάποιος τον ξέχασε την επόμενη στιγμή. Κι αν δεν τον ξέχασε, προσπάθησε, έβαλε τα δυνατά του για να το κάνει. Κι αν δεν τα κατάφερε, έκρυψε βαθιά μέσα του το νόημα των λόγων του. Κι αν δεν μπόρεσε να το κρατήσει κρυφό για πάντα. Κι αν είδε. Κι αν μίλησε. Τότε κι όσοι άκουσαν, τα ξέχασαν όλα αμέσως. Κι αν δεν το έκαναν, κι αν μίλησαν, τότε όσοι άκουσαν, αν ποτέ πραγματικά το έκαναν, με φρίκη έκλεισαν τα αυτιά τους. Κι αν την αλήθεια την άκουσε ο κόσμος όλος, τη σφράγισε βαθιά μέσα του. Τι κι αν τα βλέμματα των ανθρώπων την κοινωνούν σε όλους; Είναι επτασφράγιστο μυστικό που το ξέρει κι ο τελευταίος άνθρωπος της γης.
Για τι πράγμα μιλώ;
Κοίτα τον εαυτό σου στον καθρέφτη και δες πίσω από αυτόν. Τι είσαι πραγματικά;
Λοιπόν, η ζωή μας, είναι οι στιγμές μας. Στιγμές άπειρες αραδιασμένες σε ένα παρόν δίχως τέλος και αιώνιο. Το φτωχό μας μυαλό θέλει, ζητά απεγνωσμένα, μια γραμμική πορεία του χρόνου. Παρελθόν, παρόν και μέλλον. Χωροχρονικά όντα κοιτάνε στον βραδινό ουρανό το ψέμα μα βλέπουν την αλήθεια, κοιτάνε μέσα τους αναζητώντας απαντήσεις σε ερωτήσεις που ποτέ κανείς δεν έκανε, ακουμπάμε χέρια και πλάτες, πρόσωπα χαϊδεύουμε, νομίζουμε πως αγγίζουμε κάτι ενώ απλά εφαπτόμαστε μα και πάλι, οι γαλαξίες μας συγκρούονται δημιουργώντας συναισθήματα. Στροβιλιζόμαστε στον κόσμο ως κόσμοι κι οι αναπνοές μας γεννούν παράλληλα σύμπαντα.
Τι έγινε εδώ;
Δεν ξέρω.
Ποιος είσαι;
Δεν έχει σημασία.
Τι είσαι;
Δεν είμαι εσύ.
Τι είσαι;
Είμαι αυτό που πάνω του το εγώ πατά.
Πώς μοιάζεις;
Με ενέργεια.
Τι είδους ενέργεια;
Ενέργεια συμπυκνωμένη σε ύλη.
Είσαι πνεύμα;
Είμαι πνεύμα.
Είσαι ο κόσμος;
Είμαι το σύμπαν.
Είσαι ο λόγος;
Είμαι ο θεός.
Ο θείος είσαι;
Όχι, είμαι το δαιμόνιο.
Τι κάνεις;
Απλά υπάρχω.
Πόσο θα υπάρχεις;
Υπάρχω.
Πόσο θα υπάρχεις;
Υπάρχω πάντα κι απλά αλλάζω μορφές.
Τώρα πώς μοιάζεις;
Τώρα κατοικώ στο βαθύτερο σημείο του ανθρώπινου εγκεφάλου.
Υπάρχεις κι αλλού;
Υπάρχω παντού.
Πώς γίνεται;
Υπάρχω μα δίχως σκέψη.
Πώς γίνεται;
Πέρα από το εμείς, το εγώ και το εσύ, υπάρχει το αυτό.
Τι είναι το αυτό;
Είναι η ζωή η ίδια.
Τι είναι η ζωή;
Απλή, καθάρια, ατόφια κι απόλυτη ενέργεια.
Ξύπνα.
Ξύπνα, ξύπνα, ξύπνα!
Τι έγινε, που είμαι;
Εδώ είσαι, στη λευκή σελίδα. Σε πήρε ο ύπνος πάλι. Ασυναρτησίες έλεγες. Ευτυχώς δε σε διαβάζει ούτε ένας άνθρωπος, κι έτσι δεν κινδυνεύεις.
Δεν κινδυνεύω από τι;
Από το να σε πούνε τρελό.
Τρελός; Γιατί;
Γιατί σηκώνεις που και που την κουρτίνα και βλέπεις την αλήθεια του κόσμου.
Δεν ξέρω από κουρτίνες εγώ.
Ξέρεις, και πολύ καλά μάλιστα. Κουρτίνες είναι τα βλέφαρα του είναι μας. Κουρτίνες είναι τα φτερά που σκεπάζουν τα μάτια μας. Τα φτερά που’χουμε μαζεμένα, μη τυχόν και πετάξουμε. Τα’χουμε μαζεμένα κι ας πέφτουμε σα σταγόνες βροχής στην άβυσσο της ζωής. Πτώση. Προτιμότερη από την ελευθερία.
Ο άνθρωπος είναι αδύναμος ακόμη. Και μέχρι να εξελιχθεί κι άλλο, μέχρι να μπορέσει να δει την αλήθεια μέσα του, θα’χει λογικά χαθεί. Δεν προτιμήσαμε εμείς την πτώση μας. Την προτιμά κάτι βαθύτερο από αυτό που ονομάσαμε εαυτό μας. Ε, αυτό, δεν είναι λογικό. Κι όμως, το παράλογο είναι αυτό που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε, όχι αναγκαία αυτό που στερείται λογικής. Το μυαλό του ανθρώπου είναι λειψό, γιατί δε βρήκαμε τρόπο να το ανοίξουμε παραπάνω. Αν το ανοίγαμε, θα άνοιγαν κι οι φτερούγες μας, κι οι σταγόνες της βροχής θα έμοιαζαν ξάφνου με πεταλούδες της ύπαρξης.
Ζω, σημαίνει επίσης πέφτω. Όσο ζούμε, αυξάνοντας τον ρυθμό της ζωής μας, τόσο επιταχύνουμε την πτώση και τόσο η πρόσκρουση θα γίνεται πιο βίαιη.
Όσοι τη ζωή τη βλέπουν αλλιώς, και σταματούν που και που για να παρατηρήσουν κάτι, να νιώσουν λίγο περισσότερο, να σκεφτούν ενίοτε, αν τυχόν διαβάσουν κανένα βιβλιαράκι και τους γεννηθούν απορίες, αν δούνε μια ταινία και δακρύσουν, αν ακούσουν μουσική κι ανατριχιάσουν, αν χορέψουν και βγούνε για λίγο έξω από τον εαυτούλη τους, αν ζωγραφίσουν και νιώσουν ένα με το χέρι του θεού που αυτοί οι ίδιοι είναι, αν γράψουν και πούνε πράγματα τα οποία δεν ξέρουν καν ότι κρύβουν μέσα τους, τότε, δίχως να το συνειδητοποιούν, ανοίγουν τα φτερά τους, τα τεντώνουν, ξεμουδιάζουν, και τα χτυπούν δυνατά στον αέρα.
Το πνεύμα που βρίσκεται κρυμμένο βαθιά μέσα στο είναι του, μπορεί και να απελευθερωθεί, να πετάξει μακριά, ταξιδεύοντας στο άχρονο σύμπαν. Ακόμη κι όταν το σώμα τελικά θα καταρρεύσει, η ψυχή αφήνει το αποτύπωμά της, σαν γλυκιά μυρωδιά ενός πατημένου λουλουδιού, μιας παπαρούνας που ποδοπάτησαν αμέτρητοι άνθρωποι κι άπειροι χρόνοι.
Η ψυχή εντός μας είναι το ατσάλι της ύπαρξης. Πεθαίνοντας, το σώμα, η συνείδηση, οι εαυτοί μας, όλα θα χαθούν. Μπορούμε μόνο να αφήσουμε μια μυρωδιά στον κόσμο αν ξυπνήσουμε την ψυχή. Μια μυρωδιά όμορφη ή άσχημη ανάλογα με το τι δώσαμε πίσω στη ζωή, της οποίας δεν είμαστε απλά κομμάτι, αλλά ένα από τα πρόσωπά της. Είμαστε άνθρωποι κι όχι απλά έχουμε ζωή, αλλά είμαστε η ίδια η ζωή. Δεν είμαστε απλά μέρος της φύσης και του σύμπαντος, αλλά είμαστε η ίδια η φύση και το σύμπαν μορφοποιημένα σε ένα σώμα κι ένα πρόσωπο. Η ύλη που συντέθηκε για να προκύψει η πλατφορμίτσα που κοιτάζουμε στον καθρέφτη, υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει. Ο νους του ανθρώπου είναι απλά μια από τις πολλές σκηνές στις οποίες συντελείται το θαύμα της ζωής. Σε κάποιες σκηνές ανεβαίνουν κωμωδίες. Σε άλλες τραγωδίες. Σπάνια προκύπτει και σάτιρα. Είναι όλα δράματα.
Η ζωή μας είναι ένα δράμα, κι εμείς, οι πρωταγωνιστές που δεν ξέρουν σε τι έργο παίζουν, κι ούτε καν ότι αυτό ανεβαίνει.
Πρωταγωνιστές που πληρώνουν οι ίδιοι το μόνο εισιτήριο που κόβεται.
Πρωταγωνιστές και θεατές σε ένα άλογο θέατρο παραλόγου.
Είμαι ο πρωταγωνιστής που στις τόσες μπαρούφες που πετά επί σκηνής, λέει καμιά φορά, μέσα στην παραζάλη του, και κάτι που τον ξεπερνά.

Την καλησπέρα μου αγαπητέ φίλε, όμορφο Σαββατοκύριακο να έχεις.
Μου αρέσει!Αρέσει σε 1 άτομο
Να’σαι καλά Γιάννη, επίσης!
Μου αρέσει!Αρέσει σε 1 άτομο