Είναι ο εαυτός.
Είναι ο εαυτός του καθενός.
Παλεύω να απελευθερωθώ.
Να ελευθερωθώ απ’τον εαυτό μου, από τα κουτάκια του, τις λογικές του, τα όνειρά του.
Ένας καθρέφτης είναι ό,τι μας χρειάζεται όλο κι όλο.
Μα όχι ο πραγματικός.
Έχουμε ανάγκη από έναν ψυχολογικό καθρέφτη, που αντανακλά το είναι μας.
Χρόνια τώρα χτίζω κάτι, μα δεν ξέρω τι.
Τι είναι αυτό που δημιούργησα;
Έχει πολλές στρώσεις και μοιάζει με κρεμμύδι.
Θα’θελα πολύ να το κόψω στη μέση και να δω τι κρύβεται μέσα του.
Να το δω για να θυμηθώ πώς μοιάζει.
Γιατί ξέρω τι κρύβει. Κρύβει εμένα, όχι τον Θανάση, αλλά τον Σάκη.
Τον Θανασάκη που ήταν μικρό παιδί.
Αυτός κρατάει τα ηνία, με ωθεί εδώ κι εκεί, και παλεύει ενίοτε με ό,τι προσπαθούν οι νεότεροι εαυτοί να του επιβάλλουν.
Δεν είμαστε ένα πράγμα.
Είμαστε ένα συνεχές.
Ο εαυτός είναι ένα μακρύ ποτάμι που πηγάζει από την κύηση και καταλήγει στον ωκεάνιο θάνατο της ζωής.
Ζω, σημαίνει αλλλάζω.
Αλλάζω ανεπαίσθητα, δίχως να το παρατηρώ, δίχως να το καταλαβαίνω.
Κάθε στιγμή που περνά, κύτταρα πεθαίνουν, κύτταρα γεννιούνται, τόσο στο μυαλό μας μέσα όσο και στο σώμα.
Πόσες φορές άλλαξα άραγε;
Πόσες φορές αυτές οι μικρές μου αλλαγές έφεραν κάποιες άλλες, μεγαλύτερες, πιο εύκολα παρατηρήσιμες;
Ο καθρέφτης μπορεί να δείξει τι γίνεται εντός μας μέσα στο πέρασμα του χρόνου.
Το πώς έρχεται κάθε ένα τουβλάκι και σχηματίζει τις στρώσεις του κρεμμυδιού.
Κι οι εαυτοί μας, αυτές οι στρώσεις που μας περικλείουν, έρχονται για να μας φυλακίσουν σε νέα μπουντρούμια.
Μεγαλώνουμε, κι αλλάζουμε. Είναι η φύση κι ο τρόπος που κυλά. Κι είναι λογικό, κι ίσως καλό.
Κανένα παιδί δε θα μπορούσε να επιβιώσει στον κόσμο μας αν δε μεγάλωνε, αν δεν αποκτούσε στρώσεις, γνώσεις και σοφία.
Μα είναι τόσο έντονες πότε πότε οι διαμάχες των εαυτών μέσα μας.
Ο συναισθηματικός εαυτός, ο πιο ατίθασος, ίσως περισσότερο ανώριμος, μας τραβά από εδώ κι από εκεί, μας ρίχνει, μας σηκώνει, μας κάνει να νιώθουμε πως ζούμε, μας κάνει τρελούς ξεκλειδώνοντας δυνάμεις που δεν ξέρουμε πως έχουμε.
Ο λογικός εαυτός, ο πιο ενήλικος, ο σοβαρός που ξέρει πώς να συμπεριφέρεται κοινωνικά δίχως να τραβά τα μάτια, μας δίνει το χέρι να σηκωθούμε από τα πατώματα που μας ρίχνει η καλοπέρασή μας, και μας λέει, καλά έκανες και ήπιες, χόρεψες και ξενύχτισες, μα τώρα είναι η ώρα να ξεκουραστείς, να πλυθείς και να πας στη δουλειά.
Ξέρουμε ποιος έχει δίκιο αλλά δεν μπορούμε να ζήσουμε με αυτόν τον εαυτό, έχουμε ανάγκη περισσότερο τον άλλο.
Κι αυτές είναι δυο πτυχές μονάχα των εαυτών μας.
Βλέπω μέσα μου τι γίνεται και προσπαθώ να καταλάβω.
Χρόνια τώρα, προσπαθώ να σοβαρευτώ μα δυσκολεύομαι σε σημείο που με κουράζει.
Να κοιμηθώ νωρίς, να ξυπνήσω με ξυπνητήρι, να φάω καλά και υγιεινά, να γυμναστώ, να δουλέψω, να σκεφτώ αλλά με μέτρο, να νιώσω με μέτρο, να ζήσω με μέτρο.
Τα δόντια, να βουρτσίσω. Όχι την ώρα που πλένω τα πιάτα. Το πρωί γιόγκα και διαλογισμό, λίγο γράψιμο για να τα πω με τον εαυτό μου, ποιον απ’όλους; Τον κύριο ας πούμε. Αν δουλέψω, το μυαλό μου να’ναι συγκεντρωμένο. Αν βγω, να μην αργήσω. Αν ονειρευτώ, να μη πετάξω ψηλά.
Ο εαυτός ο καχύποπτος, ο φοβητσιάρης, ο προνοητικός που τείνει να παίρνει το πάνω χέρι όσο μεγαλώνουμε και μπαίνουμε στα δεσμά του για τα καλά, αδυνατώντας να θυμηθούμε ποιοι ήμασταν. Τι ήμασταν κτλ κτλ.
Ο εαυτός που κάνει όνειρα συνετά, που μοιάζουν περισσότερο με πλάνα δίχως ψυχή μέσα τους, βήμα πρώτο, δεύτερο, τρίτο. Πλάνο α, β, γ. Κρατά την εθελούσια έξοδο καλά κρυμμένη στο κάτω συρτάρι, να μην την παρατηρεί το μάτι του μυαλού, για ώρα ανάγκης.
Ο εαυτός που στοχάζεται με λογικά κριτήρια τη ζωή, τις κοπέλες, τους φίλους, την κοινωνία, τον κόσμο, την ζωή την ίδια.
Ο εαυτός που σε πνίγει αργά αργά και βασανιστικά, δε σε αφήνει να πέσεις, μα δε σε σπρώχνει και να πας πολύ μπροστά, σε κρατά σφιχτά να περπατάς αργά μα σταθερά, πιστεύοντας ότι ξέρει που σε πηγαίνει κι ας μην έχει καν ιδέα.
Κι απ’την άλλη, ο εαυτός που θέλει να νιώθει στο εκατό τοις εκατό ό,τι κι αν κάνει, με ό,τι κι αν ασχολείται, θέλει να δίνεται εκεί με πάθος δίχως συμβιβασμούς. Θέλει να χάνεται, να ξεχνά τον εαυτό του και τον κόσμο.
Ο εαυτός που τσιμπά σε κάθε αγκίστρι και έχει μια μνήμη χρυσόψαρου.
Ο εαυτός που μόνο μαζί του περνάς καλά.
Ο εαυτός που ξέρει να μιλά δείχνοντας αγάπη, συμπόνια, σεβασμό. Κι ας στοιχίζει λίγο αυτό στον εγωισμό καμιά φορά.
Ο εαυτός που θέλει να παίξει, να βγει, να γελάσει, να ζήσει.
Ο εαυτός που θέλει να ονειρεύεται δίχως μέτρο, που χάνεται στις ονειροπολήσεις, που μισεί τα κουτάκια και που γοητεύεται από κάθε ύπαρξη, βρίσκοντας την ομορφιά στον πυρήνα της.
Ο εαυτός που θα θέλαμε να μας κυριεύει μα που το ενδεχόμενο αυτό θα δημιουργούσε άλλα προβλήματα.
Ο εαυτός που μας λείπει, τουλάχιστον σε κάποιους, σίγουρα σε εμένα.
Αυτοί οι εαυτοί κοντράρονται, παλεύουν, ρίχνονται στα πατώματα, έχουν αίματα στα μούτρα.
Κι οι άλλοι εαυτοί, κάθονται στις κερκίδες του σταδίου «Στάδιον Εγκέφαλος» και ζητωκραυγάζουν, μια για τον έναν, μια για τον άλλο.
Θέλω να ξυπνάω νωρίς, να έχω τη ρουτίνα μου, να νιώθω πως κάνω το καλύτερο για εμένα και ό,τι με αγαπώ.
Μα θέλω και να κοιμάμαι αργά, κάνοντας κρεπάλες, με βιβλία, με την κοπέλα που αγαπώ, με παιχνίδια ή με φίλους.
Θέλω να βρω σοβαρή εργασία, μα θέλω και να ζήσω στα άκρα κάνοντας αυτό που αγαπώ, μετατρέποντας το χόμπι σε επάγγελμα.
Θέλω να γυμναστώ και να χτίσω υγεία και σώμα, μα θέλω και να παίζω και να μη με νοιάζει το αποτέλεσμα παρά μόνο η αίσθηση.
Θέλω να φάω, βίγκαν και υγιεινά, μα εδώ κι έναν χρόνο χαίρομαι που στη δουλειά δεν έχουμε βίγκαν επιλογές παρά μονάχα χορτοφαγικές, και τσιμπάω κανένα αυγό στα κλεφτά, λέγοντας πως είμαι flexible vegan λόγω συνθηκών.
Θέλω να βγω και να περάσω καλά γυρνώντας νωρίς, μα θα ήθελα και να μη με νοιάζει πότε θα γυρίσω, κι αν θα γυρίσω.
Θέλω να αγαπώ και να προστατεύομαι, μα θέλω και να αγαπώ δίχως όρια.
Θέλω να ζω κι όχι απλά να υπάρχω, μα νιώθω πως υπάρχω δίχως να ζω.
Οι εαυτοί με τραβολογούν σε αυτά που νομίζουν ότι είναι καλά για εμένα. Με βάζουν σε πλαίσια και κουτάκια. Μου δίνουν κατεύθυνση και μου λένε διάλεξε δρόμο που να πηγαίνει προς τα εκεί. Δε με ρωτάνε καλά καλά πώς νιώθω, με κάνουν να μοιάζω με ρομπότ. Κι όμως, δεν ήμουν έτσι, ήμουν αλλιώς, ήμουν άνθρωπος. Άνθρωπος ικανός για λάθη που τα πραγμάτωνε.
Τώρα, μοιάζει να το πηγαίνω καλά, μα ποιος μου λέει πως ακολουθώντας τη σωστή πορεία στη ζωή, δεν κάνω το μεγαλύτερο λάθος;
Μου λείπει να αυτοκαταστρέφομαι.
Μου λείπει να αφήνομαι στους φίλους.
Μου λείπει να έχω ανάγκη τον κόσμο.
Έχω κάνει καλύτερό μου φίλο εμένα, απολαμβάνοντας τις ώρες της μοναχικότητας που φορές πολλές φανερώνεται και βιώνεται ως μοναξιά.
Έχω δημιουργήσει τις ρουτίνες μου, για να προχωρώ έστω και αργά αργά στην κατεύθυνση που θέλω.
Έχω βάλει τα πράγματα σε τάξη κι έχω σχεδόν τον πλήρη έλεγχο.
Μα μέσα μου οι φωνές κραυγάζουν, οι εαυτοί με σηκώνουν την ώρα που πέφτω να κοιμηθώ και με κρατούνε ξύπνιο.
Η αυτοπειθαρχία είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία. Την όποια επιτυχία θέτει ο καθένας μας.
Κι εγώ προσπαθώ να πειθαρχώ στον εαυτό μου, σε αυτόν που το παίζει σοφός, θυσιάζοντας όλα αυτά στα οποία με ωθούν τα ένστικά μου.
Κι ενώ νιώθω καλά, νιώθω κι άσχημα ταυτοχρόνως, καταλαβαίνοντας τι γίνεται μέσα μου, και τι διακυβεύεται.
Υπάρχουν κι άλλες αξίες στη ζωή πέρα από την αυτοπειθαρχία. Και ίσως η επιτυχία να μην είναι όσο σημαντική νομίζουμε.
Άλλωστε, παρόλο που έχουμε το ελεύθερο να επιλέγουμε τους προσωπικούς μας στόχους κι έτσι ταυτίζουμε την επίτευξή τους με την επιτυχία, γιατί να μη στεκόμαστε κριτικοί απέναντι στους εαυτούς μας, που μας τρελαίνουν, για τη στοχοθεσία που κάνουν;
Αναρωτιέμαι, κατά πόσο είμαι κι εγώ θύμα αυτής της αναδυόμενης κουλτούρας που εκθειάζει το καλό, το υγιεινό, το συστημικό και λειτουργικό. Και τι μπορεί να χάνω, θυσιάζοντας σε βωμό αόρατο το κακό που κατοικεί μέσα μου, το βρώμικο, το αντιδραστικό και δυσλειτουργικό.
Οι φωνές που ακούω είναι οι φωνές των εαυτών που έχουν δημιουργηθεί μέσα μου στο πέρασμα του χρόνου, και αν και δε φαίνονται, κατοικούν ωστόσο κάπου μέσα στο ασυνείδητο.
Ο καλύτερός μου φίλος μα κι ο μεγαλύτερος εχθρός φορά το ίδιο ζευγάρι μάτια που βλέπω στον συμβατικό μου καθρέφτη.
Τους ξέρω καλά. Μα και τους ψάχνω περισσότερο.
Ο ένας μου λέει, διάβασε Σεφέρη, διάβασε Ελύτη, με έριξε με τα μούτρα στην Οδύσεια του Καζαντζάκη.
Ο άλλος μου λέει, η υψηλότερη μορφή ποίησης, δεν είναι η διανοητική, μα η συναισθηματική. Πάρε και διάβασε καταραμένους ποιητές που κάηκαν στη φωτιά του είναι τους και άφησε το πνεύμα τους να σε φωτίσει καίγοντάς σε.
Η ποίηση είναι καλή μόνο όταν υπάρχει πίεση από πίσω. Πίεση της ανάγκης για αυτοέκφραση. Όχι για φρου φρου κι αρώματα, ούτε για ανοίγματα της σκέψης μέσω της καινοτόμας γλώσσας.
Αυτή την ποίηση τη γεύομαι τελευταία μόνο από τους The Bad Poetry Social Club, όχι από τα ονόματα τα μεγάλα του χώρου. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Οι καιροί αλλάζουν, το ίδιο κι ο κόσμος, το ίδιο κι οι συνειδήσεις μας. Οι εαυτοί πολλαπλασιάζονται.
Πιάνω τον εαυτό μου να επιδιώκει να γίνει απολλώνιος ενώ τον βλέπω να είναι βαθύτατα διονυσιακός.
Ποιος έχει δίκιο;
Σπάω το κεφάλι μου με τον Καζαντζάκη αλλά με τραβούν περισσότερο τα μυθιστορήματά του από την ποίησή του, δίχως αυτό να σημαίνει ότι η ποίηση δεν είναι καλή, απλά μου δείχνει τι σόι πάστα ανθρώπου είμαι.
Είμαι ο φίλος του εχθρού μου κι ο εχθρός του φίλου μου.
