Λογοτεχνία χιλίων λέξεων

Δεν τη λες και Λογοτεχνία, μα μέσα της μπορεί να κρύβει μια τέχνη, την τέχνη της έκφρασης.

Αν ζητούσαμε από εκατό ανθρώπους να μας ορίσουν τι πάει να πει λογοτεχνία, ίσως να παίρναμε εκατό διαφορετικές απαντήσεις.

Η λογοτεχνία κρύβει μέσα της όλο τον κόσμο, τις δυνάμεις που τον διακατέχουν, μα και τη γενικότερη, τη μεγάλη ψυχή της ζωής που εκφράζεται μέσα από τον νου του κάθε ατόμου που στάζει με μελάνι, με αίμα, ή απλά με bits και bytes, το μεγάλο σεντόνι της μνήμης μας.

Διαβάζω εδώ και κάποια χρόνια λογοτεχνία και φιλοσοφία. Δεν έχω κάνει όσο μεγάλα ανοίγματα θα ήθελα να κάνω, ούτε καν τόσο που αφήνω να εννοείται μέσα από τα πρόχειρα γραπτά μου. Όσο διαβάζω, τόσο μαγεύομαι. Όσο διαβάζω, τόσο νιώθω πως η ψυχή μου βαθαίνει. Όσο διαβάζω, τόσο θέλω να γράψω. Μα το να γράψει κανείς, δεν είναι τόσο εύκολο όσο το να διαβάσει. Ακόμη και το διάβασμα, είναι μια ενεργή παθητικότητα. Λαμβάνεις μηνύματα, αλλά για να το κάνεις, πρέπει να δεις τη λέξη, την πρόταση, να σχηματίσεις εικόνες και νοήματα στον νου σου, να καταλάβεις. Το γράψιμο από την άλλη, απαιτεί να λερώσεις το λευκό σεντόνι, να γεννήσεις τη μια λέξη μετά την άλλη, και να προσδώσεις νόημα στην αλληλουχία τους, ό,τι νόημα δύναται να δημιουργηθεί. Το γράψιμο, όπως ίσως και η κάθε μορφή τέχνης, είναι ατόφια δημιουργία. Από το κενό της ανυπαρξίας, κάτι περνά στην ύπαρξη, λαμβάνει χώρο και τόπο, και με το που ξεπηδά από τη σκέψη του γράφοντος, λαμβάνει ζωή δική του. Αυτό το κάτι, είναι αυτό που δεν μπορέσαμε να κρατήσουμε μυστικό, και φανερώθηκε, συνειδητά ή μη, για να μας διδάξει.

Κι όσο κι αν διαβάζω, κι όσο κι αν γράφω, ποτέ δεν νιώθω αρκετός για να με πω καλό. Ίσα ίσα, όσο διαβάζω, νιώθω πως ξέρω όλο και λιγότερα κι ενώ θα’πρεπε να χορταίνω, εγώ νιώθω την πείνα της γνώσης να μεγαλώνει. Όσο κι αν γράφω, νιώθω πως δεν λέω τίποτα απ’όσα πραγματικά θέλω να πω, γιατί το καπάκι του είναι μου ανοίγει για μια στιγμή μόνο, κι εγώ, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά εντός μου, καταλαβαίνω πως κρύβεται εκεί ένα σύμπαν άλλο από αυτό στο οποίο υπάρχουμε. Ένα σύμπαν εξίσου μεγάλο. Τι να προλάβω να γράψω φέρνοντας στην επιφάνεια της σκέψης; Τραβάω με κουβάδες κάθε τόσο λίγο λίγο από το ασυνείδητό μου για να το δει το μάτι της συνείδησης με σκοπό να καταλάβει ο εαυτός τον εαυτό του. Ούτε το γράψιμο με χορταίνει, μόνο μου ανοίγει την όρεξη. Αν σταματώ να πληκτρολογώ σε κάθε κείμενο, είναι γιατί κουράστηκα να γράφω. Όχι γιατί δεν είχα τίποτα άλλο να πω.

Διαβάζοντας τις σκέψεις των άλλων μέσα από τους κόσμους που δημιούργησαν, μπαίνω στο τρυπάκι να συγκρίνω τον εαυτό μου μαζί τους. Ίσως ένας λόγος που γράφω να’ναι και για να συνομιλήσω σε ένα άλλο επίπεδο με τις συνειδήσεις αυτές, να συνομιλήσω ρίχνοντας στο τερέν τον δικό μου μονόλογο που χοροπηδά μόνος του και δίνει φάλτσες μπουνιές στον αέρα. Θα’θελα πολύ να φτάσω στην ποιότητα της σκέψης όσων θαυμάζω. Μα η σκέψη η δική μου, παραμένει ερασιτεχνική, παίζοντας στις κάτω κάτω κατηγορίες. Κι αν προχωρά, κι αν εξελίσσεται, κι αν σκαμπανεβάζει, πάει αργά αργά σα καλό χελωνάκι. Κι ενώ νιώθω τόσο λίγος απέναντι στους άλλους, τους τολμηρούς που έφτυσαν τον εαυτό τους στο σεντόνι, παράλληλα νιώθω και τυχερός, που μπόρεσα να βρω αυτή τη διέξοδο, γιατί περί τέτοιας πρόκειται, ώστε να ξεδίνω, να αφήνω κάπου κάπου το μυαλό μου να αδειάζει, να του δίνω τη δυνατότητα να δει τι το καίει.

Δε σκέφτομαι για να γράψω, παρά μονάχα γράφω για να σκεφτώ. Κι η φωνή, αυτή που αποτυπώνεται στην πληκτρολογημένη γραφή, είναι μια φωνή που δεν μπορεί να σταθεί μόνη της στον πραγματικό μας κόσμο, και που’χει την ανάγκη να διαστέλλεται συνεχώς, κάνοντάς με να με βλέπω μ’άλλο μάτι.

Όσοι με ξέρουν, γνωρίζουν καλά πως δεν μπορώ να μιλήσω όπως εκφράζομαι γραπτά. Κι έτσι πιστεύω γίνεται με τους περισσότερους. Η προφορική έκφραση με την γραπτή διαφέρει, κι αυτό γιατί, κι εδώ σταμάτησα για να σκεφτώ μια στιγμή, στην προφορική δεν έχουμε τον απαιτούμενο έλεγχο, κάτι μας πιέζει να συνεχίσουμε, να κλείσουμε, να μη σταθούμε μια στιγμή, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που το κάνουμε στη γραπτή έκφραση. Γράφοντας, έχω όλα αυτά τα γράμματα μπρος μου, τις λέξεις και τα νοήματα, που πλέκονται κι εμπλέκονται, κάνοντάς με να νιώθω κάτι ανάμεσα σε ράπτη και αράχνη. Παρατήρησα κι εγώ στον εαυτό μου, ότι μέσα από το γράψιμο, βγαίνει στην επιφάνεια ένα άλλο πρόσωπο, ένα πρόσωπο ίσως πιο αληθινό ακόμη κι από αυτό που βλέπω κάθε πρωί που κοιτιέμαι στον καθρέφτη. Η φωνή που εκφράζεται γραπτώς, είναι μελαγχολική μα μεστή, και διακατέχεται από μια αίσθηση κατεπείγοντος. Σαν κάτι να την καίει, κάτι να τη στενεύει, έχει τη χροιά, που προκύπτει από δυνάμεις μέσα μου, που με λυτρώνει λίγο λίγο σε κάθε πρόταση. Στο τέλος κάθε κειμένου, νιώθω κάτι σαν οργασμό. Όχι σωματικό αλλά πνευματικό. Νιώθω ότι τα είπα πάλι, κι ας είναι χαοτικά όλα αυτά που’πα, κι ας μην καταλαβαίνω καλά καλά ούτε εγώ τι έγραψα.

Μετά από τόσο διάβασμα και τόσο γράψιμο, έχω καταλήξει στο ότι σημασία δεν έχει να γράφεις όπως θέλεις, μα να γράφεις όπως νιώθεις. Γράφω δίχως πρότερη σκέψη. Απλά ανοίγω το καπάκι κι ό,τι προλάβει να βγει. Κι αν αυτό που βγαίνει έχει νόημα, δεν έχει τόση σημασία. Σημασία έχει ότι βγήκε, ότι ήρθε στην επιφάνεια.

Αν κάποιος/κάποια διαβάσει έστω και πέντε, άντε δέκα, κείμενά μου, θα δει ότι δε δουλεύω παρά μόνο χίλιες λέξεις. Πάντα τις ίδιες χρησιμοποιώ, απλά τους αλλάζω θέση. Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό. Ίσως να μη γνωρίζω περισσότερες. Ίσως απλά ο τρόπος γραφής μου να’ναι τέτοιος που πάει κατευθείαν στην εύκολη λύση. Ίσως να’ναι ο ασφαλέστερος δρόμος για να μετουσιωθεί το συναίσθημα και η διαίσθηση σε λόγο.

Παρακολουθώ πάλι ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής κι αναρωτιέμαι, τι νόημα έχει το να καθίσει κανείς να γράψει ένα βιβλίο. Να σκεφτεί την ιστορία, το κεντρικό μήνυμα, να χτίσει ήρωες, να δημιουργήσει έναν ολόκληρο κόσμο. Πιστεύω ότι όλη αυτή η προσπάθεια γίνεται ίσα για να βάλουμε κάποιες από τις φωνές του νου μας μέσα στα λόγια των ηρώων και ιδίως των πρωταγωνιστών. Λίγοι είναι αυτοί που έγραψαν για κάτι περισσότερο από αυτό το απλό ενδεχόμενο. Ίσως μέσα από αυτά τα, πάντοτε πρόχειρα, κείμενά μου, να’χω πει περισσότερα απ’όσα θα μπορούσα να πω με τα βιβλία που γράφονται μέσα μου. Δεν έχω καταφέρει ακόμη να με πείσω να καθίσω και να γράψω σοβαρά. Ίσως γιατί μόνιμα κυνηγώ ένα μπαλάκι, το μπαλάκι της ήσυχης, δίχως πίεση, ζωής. Ίσως ποτέ να μη γράψω σοβαρά τις ψεύτικες ιστορίες μέσα στις οποίες θέλω να βάλω τα αληθινά μου λόγια, μα αυτή η διέξοδος, εδώ στο μπλογκ, είναι αυτή που ταΐζει την ψυχή μου το ψωμί και το τυρί που αυτή λαχταρά. Τα εδέσματα και η ποικιλία μπορεί και να μην έχουν τόση σημασία γιατί θα’ρθουν να ομορφύνουν τη θρέψη, όχι για να καταπραΰνουν την πείνα.

Δεν είναι λογοτεχνία λοιπόν με καμιά σημασία του όρου. Είναι ωστόσο η τέχνη της αυτοέκφρασης που βασίζεται στην αυτόματη γραφή που’χει πολλές ταχύτητες. Άλλες φορές πάει με πρώτη, άλλες με δευτέρα, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη. Άλλες φορές την πιέζω λίγο, άλλες φορές δεν μπορώ να τη συγκρατήσω. Είναι η συνειδησιακή ροή που σα χείμαρρος ξεχύνεται στο σεντόνι, λερώνοντάς το, κι αφήνοντας κάποια στίγματα που προσπαθούμε να κατανοήσουμε. Μπορεί να ακούγεται λίγο μα’ναι πολύ, γιατί είναι μια μορφή ψυχανάλυσης από τον εαυτό στον εαυτό του που οδηγεί στην ψυχοθεραπεία, δίχως τη βοήθεια των ειδικών. Εννοείται πως αυτό είναι μια συμπληρωματική διαδικασία και δε θα έπρεπε να αποτελεί εναλλακτική στην ψυχοθεραπεία, μα αν θέλουμε να’μαστε ειλικρινείς, πόσο εύκολο είναι να υποστηριχτεί από ανθρώπους της σειράς, της πρώτης γραμμής σαν κι εμάς, μια θεραπεία που στοιχίζει μισούς μισθούς μετά φόρων. Ίσως το γράψιμο να αποτελεί μια καλή εναλλακτική αν δεν υπάρχει καμιά άλλη επιλογή. Μα και κάθε μορφή τέχνης, όπως η ζωγραφική, ο χορός και το τραγούδι, μας γεννούν αντίστοιχα συναισθήματα κάνοντάς μας να νιώθουμε ζωντανοί, φτάνοντάς μας πότε πότε ακόμη και σε μια μερική λύτρωση που φανερώνεται στο δάκρυ ή το χαμόγελο.

Δεν είναι λογοτεχνία λοιπόν γιατί δεν είναι υψηλή η ποιότητα του λόγου. Δεν υπάρχει καν λεξιλόγιο επαρκές, ούτε και βάθος σκέψης, ακόμη και το συναίσθημα μπορεί να’ναι νερωμένο τόσο που χάνει τη γεύση του. Μα υπάρχει μια διαύγεια στην πρόθεση ώστε να ανοιχτεί η ψυχή κι ο νους της, να΄ρθουν στην επιφάνεια μέρη του συνειδητού, υποσυνείδητου κι ασυνείδητου, να πλεχτούν μαζί ώστε να προκύψει κάτι που μέχρι τώρα δεν είχε γίνει αντιληπτό άμεσα. Είναι άρα μια τέχνη της ειλικρινούς έκφρασης. Η τέχνη του να χρησιμοποιηθούν τα εύκαιρα εργαλεία και υλικά ώστε να σχηματισθεί κάτι στο λευκό σεντόνι που να μπορεί να με κάνει να δω καθαρότερα τι γίνεται εντός μου. Η τέχνη της ειλικρινούς έκφρασης που χρησιμοποιεί τον λόγο για να εμφανίσει και να καθαρίσει τα του οίκου της.

Δεν είναι Λογοτεχνία, είναι όμως η λογοτεχνία των χιλίων λέξεων.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s