Ή επί τας ή επί τας

Όχι, δεν τίθεται, δεν μπορεί να τεθεί το ζήτημα του ποιος κερδίζει και ποιος χάνει σε αυτή τη ζωή.

Είμαστε όλοι χαμένοι.

Χαμένοι από χέρι.

Ακόμη κι αν κάποιος νομίζει πως είναι νικητής, κι αν αισθάνεται έτσι για λίγο, επί της ουσίας, αργά ή γρήγορα, στην ασπίδα θα κουβαληθεί.

Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε. Το μεσοδιάστημα το ονομάζουμε ζωή και του προσδίδουμε αξία. Και καλούμαστε μέσα σε αυτή τη διάρκεια, που τη μια μπορεί να μοιάζει αιώνια, τη άλλη αστραπιαία, να κάνουμε κάτι. Να προσδώσουμε της ζωής ένα νόημα. Να την κάνουμε τέτοια που δεύτερη να μην έχουμε ανάγκη.

Ο Ελύτης μας το’δωσε με το Παράπονο:

Εδώ στου δρόμου τα μισά
          έφτασε η ώρα να το πω
Άλλα είν’ εκείνα που αγαπώ
          γι’ αλλού γι’ αλλού ξεκίνησα

Στ’ αληθινά στα ψεύτικα
          το λέω και τ’ ομολογώ
Σαν να ‘μουν άλλος κι όχι εγώ
          μες στη ζωή πορεύτηκα

Όσο κι αν κανείς προσέχει
          όσο κι αν τα κυνηγά
Πάντα πάντα θα ‘ναι αργά
          δεύτερη ζωή δεν έχει.

Όσο κι αν κανείς προσέχει, όσο κι αν τα κυνηγά, πάντα πάντα θα’ναι αργά, δεύτερη ζωή δεν έχει. Αυτοί οι στίχοι με πλημμυρίζουν με τρόπο που βουτώ στα δάκρυα. Γιατί όλα τα όνειρα, όλες οι επιδιώξεις, οι στόχοι κι ο σκοπός, ποτέ δεν εκπληρώνονται, έχουν λόγο ύπαρξης μονάχα επειδή μας τραβούνε μπρος, αλλά αν κανείς εναποθέσει όλες τις ελπίδες του πάνω τους, τότε μπορεί να φυλακιστεί σε φαντάσματα ονείρων που τον στοιχειώνουν.

Ό,τι, λοιπόν, κι αν καταφέρει κανείς να κάνει με το χρόνο του, έρχεται κάποτε μια στιγμή που κοιτάζει πίσω στο παρελθόν και δεν αναγνωρίζει σχεδόν τίποτα. Μόνο με θολές αναμνήσεις κι αδύναμες αισθήσεις νομίζει πως νιώθει ότι ξέρει ποιος ήταν, μα το μυαλό μας κάθε φορά που ανατρέχει στο παρελθόν, το αλλάζει με έναν τρόπο φρεσκάροντάς το, κάνοντάς μας έτσι να δημιουργούμε πάνω στα ξεχασμένα.

Κανείς δε βγαίνει νικητής από τη ζωή, γιατί κανείς δεν μπορεί να τη ζήσει ολάκερη. Είναι της φύσης μας χαρακτηριστικό, να αλλάζουμε συνεχώς, δυναμικές υπάρξεις σαν είμαστε, να πεθαίνουμε και να γεννιόμαστε κάθε μέρα. Κανείς δεν μπορεί να ζήσει τη ζωή του ολάκερη, γιατί είναι πολλές οι εκδοχές του ποταμού εαυτού που θα τη ζήσουν. Και κανείς δεν μπορεί να συγκρατήσει μέσα στην ψυχή του όλες τις ανάσες που οι εαυτοί του πήραν.

Γινόμαστε έτσι χαμένοι, παντοτινά χαμένοι σε ένα άδικο παιχνίδι που τους κανόνες του αδυνατούμε να καταλάβουμε. Σκεφτόμαστε τόσα απλά, μονοσήμαντα, κι όμως, η ζωή κρύβει πολλά επίπεδα, πολλά σύμπαντα εντός της, που το ψωριάρικο μυαλό μας αδυνατεί να κατανοήσει.

Επί τας η ψυχούλα του καθενός, είτε σημαντική υπήρξε η ζωή του, είτε ασήμαντη, μπρος στο άχρονο του χρόνου, σε μια αιωνιότητα κάλπικη, κοντοστέκεται πριν θαφτεί με τις αναμνήσεις όλων μας. Αργά ή γρήγορα, όλοι θα ξεχαστούμε. Θα μας βρουν πρώτοι και δεύτεροι θάνατοι, και δε θα μείνει τίποτα από εμάς πίσω. Πόσες ζωές και συνειδήσεις δεν υπήρξαν ως τώρα; Πόσοι έρωτες, πόσες χαρές, πόσοι πόνοι; Πόσες ματιές δε χαθήκαν σε αβύσσους κι αγκομαχητά που κανείς δεν άκουσε γιατί κανείς δεν ήταν εκεί για να τ’ακούσει;

Η ζωή, ενώ είναι θαύμα, είναι παράλληλα και τραγωδία. Κι είναι τραγωδία γιατί ξέρουμε το τέλος της. Κι είναι θαύμα γιατί ξέρουμε την ομορφιά της. Κι είμαστε όλοι πεζοί καβαλάρηδες αυτού του παραδόξου, του μόνου αληθινού. Την περπατάμε τη ζωή και καβαλούμε τον θάνατο στο τέλος μιας πράξης που δεν ακούει κανείς το χειροκρότημα.

Πώς σηκώθηκε ο άνθρωπος στα δυο του πόδια κι είδε τον ουρανό με τ’άστρα; Πώς βούτηξε μέσα στην ψυχή του και το χάος της με στόχο να κατανοήσει τον εαυτό του και τη ζωή την ίδια; Πώς μπρος στο θάνατο χορεύει και μεθυσμένος από έκσταση τον καβαλά; Και πώς, τέλος, αφήνεται να πιστέψει στο ψέμα της εφήμερης μόνο νίκης απέναντι σε μια αιώνια ήττα;

Ώρες ώρες με τρομάζει ο άνθρωπος, ο εαυτός μου, γιατί βουτά με κομμένη ανάσα και δίνει χεριές μέχρι τα μηνίγγια μου να με πονέσουν. Και νιώθω πως εκεί που μένω από οξυγόνο, το φως γύρω μου χάνεται κι οι δυνάμεις μου μ’αφήνουν, αλλά πάντα, με έναν τρόπο που δεν κατανοώ, με βρίσκω έπειτα από λίγο πάλι στην επιφάνεια της συνείδησης. Τόσο κοντά στον θάνατο ή την τρέλα μα και τόσο κοντά στη ζωή και τη σοφία.

Δεν είναι διττή η ζωή μας. Ένα ψευτοδίλημμα είναι μόνο. Κι ό,τι κι αν δείξει το κέρμα, πάντα έρχεται αυτό που δε στοιχηματίσαμε.

Πώς μπορούν οι σκέψεις τούτες και η διαπίστωση μιας βαθύτερης αλήθειας να μας δώσουν ένα γερό χαστούκι και να μας ξυπνήσουν; Πώς μπορούν τα συναισθήματα που μας γεννούν όλες οι πρότερες λέξεις και τα νοήματά τους, να σκαφτούν εντός μας και να αυλακώσουν νέα χωρίσματα; Πώς μπορούν τα σήματα αυτά να δημιουργήσουν κόμβους μέσα από τους οποίους η σκέψη θα χτίσει νέα μονοπάτια; Πώς ο πόνος, η απελπισία, η αδιαφορία μπορούν να δώσουν πράγματα θετικά για εμάς, δημιουργώντας μας καταστροφικά;

Πολλές οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις μόνο μέσω της διαίσθησης μπορούν να μας φανερωθούν, αλλά δεν επικυρώνονται ποτέ. Ο άνθρωπος φτάνει σε νέα ακρότατα σιγά σιγά, κι εμείς, οι γενιές του σήμερα, είμαστε τα τελευταία κύματα του είδους μας πριν αυτό μετεξελιχθεί φτάνοντας κοντύτερα στη θεοποίηση. Ίσως η σκοτοδίνη που μας πλημμυρίζει να σταθεί μια από της αφορμές για αλλαγή σε βάθος. Μια αλλαγή στο χωράφι της συνείδησης που θα κάνει τα περασμένα μεγαλεία να μοιάζουν με μικρότητες.

Ο άνθρωπος, όπως ο Θεός του, πεθαίνει. Κάτι μέσα από το πτώμα του πρόκειται να γεννηθεί. Κάτι που θα δώσει λύση στο παράπονό του, αγκαλιάζοντας τη μοίρα του, ζώντας στο έπακρο το θαύμα και κάνοντας την τραγωδία να μοιάζει ασήμαντη. Ίσως να φτάσει και στο σημείο που θα αλλάξει τη φύση του μετουσιώνοντας την τραγωδία σε δράμα. Τότε είναι που το θαύμα θα γίνει αληθινό κι εμείς, οι χαμένες συνειδήσεις, θα γίνουμε αναμνήσεις αιώνιες στην πράξη.

Με αυτή την πικρή ελπίδα, ας ανέβουμε πάνω στην ασπίδα μας, κι ας βολευτούμε κοιτάζοντας τον ήλιο, πριν μας κάψει.

10 σκέψεις σχετικά με το “Ή επί τας ή επί τας

  1. Για το δράμα του θανάτου: Αν στην ανυπαρξία μου, (έχοντας γνώση και του χαμένος από χέρι) είχα τη δυνατότητα επιλογής, πάλι ένα ταξίδι ζωής θα επέλεγα, αλά αν θα είναι η Ιθάκη του Κ.Καβάφη η οι μοιραίοι του Κ.Βάρναλη εξαρτάται κυρίως από τα υλικά που συνθέτουν την ύπαρξή μας, και λίγοι τυχεροί θα μπορούν να πουν:
    »μακρινές εικόνες πια θαμπές,
    τώρα που όλα χάνονται,
    οι μόνες που μένετε πιστές!

    Συντρόφισσες πληγές μου
    γίνατε όλες , καλές και κακές,

    Αρέσει σε 2 άτομα

  2. Έχω μπει σε μια νέα τροχιά, θέλοντας και μη .. δεν έχω την ψυχική ηρεμία να διαβάσω τις δύο τελευταίες αναρτήσεις σου, τις διάβασα στα γρήγορα…
    Αυτή τη διάβασα λίγο πιο αργά, με πράσινο ζεστό τσάι στο «καφέ» ενός γυμναστηρίου. Άνθρωποι γυμνάζονται, μεγάλη ηλικιακή γκάμα, διάφορα σώματα ..
    Κάπου εκεί και το παλιό μου παλτό, έχει ριχτεί σε μια μάχη τον τελευταίο καιρό …
    Σήμερα ένας φίλος του γιατρός του έστειλε αυτό το τραγούδι «Όσο ζεις λάμψε, καθόλου μη λυπάσαι. Η ζωή διαρκεί για λίγο»

    Είχε γραφεί σε επιτύμβια κυλινδρική στήλη με ύψος 40 εκατοστών. Αξίζει να σημειωθεί πως οι στίχοι βρίσκονται στην κοινή ελληνική της ελληνιστικής εποχής, ενώ η επιτύμβια στήλη ανακαλύφθηκε στην πόλη Αϊδίνιο (όπως λέγεται σήμερα η άλλοτε πόλη των Τραλλέων) το 1883. Σήμερα, η στήλη φυλάσσεται στο Εθνικό Μουσείο της Δανίας.

    Όσο ζεις λάμψε, καθόλου μη λυπάσαι. Η ζωή διαρκεί για λίγο.
    Σε φιλώ ()

    Αρέσει σε 2 άτομα

  3. Δύσκολο και πάλι το θέμα σου σήμερα, Θανάση μου. Δύσκολο και από αυτά που φοβόμαστε να θίξουμε.
    Η ζωή αποκτά αξία στο πεπερασμένο νόημά της. Δεν θα είχε την παραμικρή αξία αν ήταν αέναη, χωρίς τέλος. Αυτό ακριβώς το τέλος είναι, που της δίνει αξία, νόημα, ομορφιά. Σίγουρα υπάρχει και η σκοτεινή πλευρά, όπως γίνεται πάντα στη φύση.
    Εναπόκειται σε μάς με τι φόρεμα θα ντύσουμε αυτό το διάστημα που θα ζήσουμε. Σίγουρα υπάρχουν οι εξωτερικοί παράγοντες. Ναι, μεγάλοι, ισχυροί. Που θα παίξουν το δικό τους ρόλο. Δεν τους αγνοούμε.
    Καλησπέρα φίλε μου, χαίρομαι για τις κουβέντες που ανοίγεις στο μπλογκ σου.

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Γεια σου Γιάννη κι ευχαριστώ για το σχόλιο!

      Είναι φορές που κάτι μας πλακώνει και κοιτάμε στην αντίθετη πλευρά από εκεί που ίσως να έπρεπε. Αλλά κι αυτές οι φορές, κάτι έχουν να φέρουν στην επιφάνεια. Το φως και το σκοτάδι, το φως κι η έλλειψή του, είναι πάντοτε μέσα μας.

      Σε χαιρετώ και χαίρομαι που σου αρέσουν τα θέματα που καταπιάνομαι!

      Αρέσει σε 1 άτομο

  4. Όσο γερνάμε, Θανάση, τόσο πιο μελαγχολική γίνεται κάποιων από εμάς, η παρατήρηση και η διάθεση. Αυτό είναι απόρροια τού τι έχει ζήσει κανείς και πως. Τα ανεκπλήρωτα μένουν και κρέμονται πάνω μας βαρίδια πικρά.
    Την καλησπέρα μου.

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Δε κρύβεται η μελαγχολία Γιάννη, τη διακρίνει κανείς στα μάτια του συνανθρώπου του. Τα βαρίδια άλλοι τα νιώθουν πιο ελαφριά, άλλοι βαρύτερα. Μου άρεσε η παρομοίωση. Να’σαι καλά!

      Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s