Της Νιότης Τελευταίο

Και θα’ναι σαν όνειρο η ζωή,
και θα κυλά γοργά.

Κι η σάρκα της θα ανθίζει,
την ώρα που τον έρωτα συναντά.

Ψέμα στο ψέμα στο ψέμα,
μοιάζει σαν πλάκα που κάποιος μας κάνει.

Κι όμως, όσο ψεύτικη, όσο ονειρική κι αστραπιαία,
η ζωή αποτελεί την υπέρτατη, ίσως μοναδική, αυταξία.

Σε λίγες μέρες κλείνω τα 30. Τριάντα χρόνια από τότε που πρωτοέκλαψα σαν είδα τον κόσμο μας. Τριάντα γύρες γύρω από τον ήλιο μ’άμαξά μου τον πλανήτη γη. Έρχονται τα πρώτα άντα, τα βλέπω προ των πυλών. Γλυκόπικρο ποτήρι από κρασί το πάτημα στην νέα δεκαετία. Κατάφερα να συνεχίσω να υπάρχω, πότε πότε να ζω. Απέφυγα το κλαμπ των 27, ευτυχώς που δεν είμαι ροκ σταρ. Ετοιμάζομαι να κλείσω την πόρτα στη δεκαετία των 20 που ήταν η ρώμη του είναι μου. Μπρος στέκω σε μια νέα πόρτα, των 30 η πόρτα, που σαν την ανοίξω δεν ξέρω μα νιώθω τι θα μου΄ρθει. Στο μυαλό μου μικρός, στο σώμα μεγάλος. Κατεργάρης που το παίζει σοφός με τις ευλογίες των λέξεων είμαι. Αερική φωνή κι αδύναμη που τρέμει, λες κι από την πνιγερή παγωνιά, ανοίγει τα φτερά της στο φως του ήλιου κι αφήνεται να λαμπυρίσει.

Μακάρι να’ξερα τι λέω. Μακάρι να’ξερα που πάω. Μακάρι να’ξερα τι είμαι.

Σαν παλαβός τρέχω μες στο μυαλό μου, ψάχνοντας για έννοιες να με καθορίσουν. Κραδαίνω τις λέξεις και στοχεύω στο πετσί του νου. Τις εκσφενδονίζω με ορμή μέσα μου, σ’αυτή την κοσμική σάρκα, κι αυτές εξοστρακίζονται σε όλων των ειδών τις διαστάσεις. Πότε πότε πέφτω μπρούμητα, άλλες φορές ανάσκελα, πάνω στο κρεβάτι μου κοιτάζοντας τίποτα άλλο παρά το ταβάνι. Βάζω ένα μπιτ και ανεβαίνω πάνω του σαν να’μαι ο Αλαντίν και το αφήνω να με ταξιδέψει.

Έτσι κάνω, και χάνομαι για λίγο βαθύψηλα στις σκέψεις μέχρι να με πάρει ο ύπνος καμιά φορά. Αυτό το ταξίδι, το ταξίδι που αφήνω έρμαιο το συνειδητό κομμάτι του εαυτό μου στα άλλα του, τα υποχθόνια κομμάτια, πες το υποσυνείδητο, πες το ασυνείδητο, μήτε και που ξέρω τη διαφορά, και γιατί άλλωστε να την ξέρω, και τι σημασία έχει, τι σημασία έχουν όλα. Αυτό το ταξίδι είναι που’χω περισσότερο ανάγκη. Το ταξίδι όπου αφήνομαι έρμαιο σε όσα οι πηγές μου αναβλύζουν άκοπα.

Είμαι ο πρίγκιπας στο παραμύθι μου. Φοράω κοσμικά ρούχα, κοιτώντας μέ βλέπει κανείς τον κόσμο όλο, έχω μια κάπα σκοτεινή που μαζεύει τις ακτίνες του ήλιου κι ένα στέμμα φτιαγμένο απ’όλες τις σκόνες των νεκρών μου. Με περιλούζει μια αύρα στοχασμού κι απορίας, από κοντά μοιάζει με αφέλεια, από μακριά, ίσως απ’άλλους πλανήτες, να μοιάζει την ουσία της ζωής. Είμαι μια κβαντική ύπαρξη που την ίδια στιγμή είναι καλή και κακή, ηθική κι ανήθικη, σοφή μα και χαζή. Είμαι είμαι είμαι, είμαι τόσα είμαι, είμαι ρηχός μα και βαθύς, είμαι κοντός μα και ψηλός, είμαι σάρκα αλλά είμαι και πνεύμα, συνείδηση που ρέει είμαι, ποτάμι που κυλά, μια πάω γρήγορα, μια πάω αργά, μια συναντιέμαι με ποτάμια, μια με λίμνες, μια που θα συναντηθώ με τη θάλασσα και τον ωκεανό. Αχ και να’ξερα τον λόγο του κάθε τι. Αναρωτιέμαι ώρες ώρες αν είμαι ιδέες που έχουν σώμα ή σώμα που’χει ιδέες.

Δε γράφω ποιητικά στοχευμένα. Περισσότερο είχα την ανάγκη να αφεθώ σ’αυτό το κείμενο. Το ανοιχτό τετράδιο μου με τον κόσμο με εξωραΐζει. Με ωθεί σε νέα υψίπεδα, με βουτά σε σκοτεινά βάθη. Έρμαιο του εαυτού μου είμαι, σπασμένος είμαι, χακαρισμένος από εμένα τον ίδιο. Λάθος του συστήματος τεχνητής νοημοσύνης, η μηχανική μου εκμάθηση δεν λέει να πιάσει τόπο. Αδύναμος για τα απλά κυνηγώ πεμπτουσίες, πολύς στο λίγο μου και λίγος στο πολύ μου είμαι.

Μωρός που δε λέει να γίνει λίγο πιο ώριμος. Το σταφύλι δε μεστώνει και το μήλο δε λέει να πέσει. Κι ας περνούν τα χρόνια, κι ας αποδυναμώνεται το σώμα και το πνεύμα, ας πέφτουν τα μαλλιά κι ας ασπρίζουν, κι ας ξεφτίζει το φως μέσα απ’τα μάτια μου, ένα τομάρι κοιτώ στο είδωλο του καθρέφτη, έναν ράκο συναισθημάτων που τον ατίμασε ο κόσμος όλος. Οι λέξεις γίνονται μαστίγιο φορές πολλές. Κι αν με χτυπώ είναι για να με ξυπνήσω από τα παιδικά μου όνειρα, για να με βγάλω γυμνό στον κόσμο μας, λες κι είμαι άλλος Ιησούς, αδύναμος ηθικά ν’ανταπεξέλθει, όχι γιατί δε το θέλει, μα γιατί προσέκρουσε στην ηθική των πολλών.

Κλείνω τα 30 σε λίγες μέρες. Ακόμη κι αν στην εποχή μας χάθηκε η σημασία της ηλικίας, ακόμα κι αν δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα, είναι τα συναισθήματα τέτοια που νιώθω σαν να πέφτει ταφόπλακα στα όμορφα χρόνια της ζωής, ίσως τα μόνα που’χουν ουσία, στο μόνο κομμάτι του ψέματος και του ονείρου που’ναι θελκτικό. Η δεκαετία η πρώτη που μαθαίνουμε τα βασικά κι η δεύτερη που μας δείχνει την ομορφιά της ζωής, μας μαθαίνουν όσα καλούμαστε να κάνουμε πράξη στην τρίτη δεκαετία που τα μαθήματά της είναι κρυφά και για λίγους. Αναρωτιέμαι αν έμαθα κάτι την τελευταία δεκαετία. Ναι, σίγουρα έμαθα πολλά, αλλά έμαθα κάτι ουσιώδες;

Νομίζω πως περισσότερο ξέμαθα αυτά που’ξερα. Πιστεύοντας σε πλάνες τριγύρισα στα χρόνια αυτά μ’άξονά μου την αλήθεια κι όπου κι αν στάθηκα, σ’όποια στιγμή, κάτι πάντα υπήρχε, ακόμη και στα μεγαλεία, που μου άφηνε μια γεύση απογοήτευσης. Οι λάθος εικόνες γεννούν προσδοκίες που δεν επιτυγχάνονται, όχι γιατί οι προσδοκίες είναι υψηλές, αλλά γιατί είναι εμφυσημένες με έναν ρομαντισμό, τον ρομαντισμό της εποχής, που τις δηλητηριάζει στη γέννα τους. Τελικά, ίσως να μην είμαι τίποτα άλλο παρά ένα θύμα, τόσο από τον κόσμο γύρω μου όσο κι από τον εαυτό μου τον ίδιο.

Κι ο προγραμματισμός μου εξακολουθεί να με κάνει να γεννώ προσδοκίες βασισμένες σε λάθος εικόνες. Να, τώρα που μπαίνω στην τέταρτή μου δεκαετία, ακόμη κι αν δεν το λέω ανοιχτά, κι αν δεν το παραδέχομαι ούτε και στον εαυτό με ευκολία, πάλι έχω προσδοκίες από το άτομό μου. Αυτές οι προσδοκίες είναι που με κάνουν να γνωρίζω τον πόνο από πρώτο χέρι, που με κάνει να νιώθω λίγο ζωντανός μα για τον λάθος λόγο, που τρώνε λίγο λίγο την ελπίδα μου για ζωή. Είμαι αδαής που δε λέει να μάθει από τα πάθη του, όλο τα ίδια και τα ίδια, οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια μου είναι σακούλες φορτωμένες με μικρούς πόνους και χαμένα όνειρα. Κι η ζωή περνά και κυλά δίχως συμπόνια, χωρίς καμιά ένδειξη συναισθηματικού δεσίματος. Νιώθω λες και με χρησιμοποιεί, λες και δεν έχω αξία, ποτέ και για κανέναν και πρωτίστως για εμένα τον ίδιο. Τριάντα χρόνια ύπαρξης ασήμαντα για τον κόσμο, σημαντικά μόνο για εμένα. Η πραγματικότητά μου δεν υπάρχει για τους 8 δις, πόσο μάλλον για τον κόσμο στην ολότητά του, κι ό,τι κι αν λέω, είναι σαν να μην ειπώθηκε, σαν τον ήχο του δέντρου που πέφτει στο δάσος αλλά δεν είναι κανείς εκεί για να τ’ακούσει. Ό,τι λέω, το λέω για εμένα, μήπως και μου δείξω πράγματα, μήπως και μου βάλω μυαλό. Και σαν κι εμένα, είμαστε όλοι. Ασήμαντες υπάρξεις που είναι οι πρωταγωνιστές στην ταινία της ζωής τους ο καθένας, κάθε άνθρωπος κι ένα τέλος, ένας σκοπός και μια τελεία.

Η σκέψη μου βάφει με πινέλο έναν πίνακα μαύρο που μέσα του κρύβονται όλες οι εικόνες, της φύσης, της φιλίας, του έρωτα, της αγάπης, του πόνου, του φόβου, του άγχους, της οργής και του μίσους. Τον βάφει έτσι ώστε να κρύψει από τον εαυτό της όσα η ίδια ξέρει, θυσιάζοντας όλη την ομορφιά, κι όλη την ουσία της ζωής, λες κι από ντροπή, λες και κάτι έκανε λάθος, πήρε να πιστεύει σε λάθος πράγματα, κακή την πίστη, σφαλιάρες στα μούτρα της, η σκέψη ματωμένη πονά μα δε διστάζει να πει υπάρχω, μη πιστεύοντας ούτε η ίδια στην ύπαρξη αυτή, ακούγοντας όμως τη φωνή της, αναρωτιέται αν το υπάρχω είναι ένδειξη ελευθερίας ή σκλαβιάς.

Τι χρώμα έχει η φωνή μου σ’αυτό το τελευταίο κείμενο, την τελευταία της έκφραση ως νέα;

Παράπονο απέναντι σε ποιον και γιατί;
Παραίτηση μέχρι την επόμενη εξέγερση;
Σοφία κρυμμένη στο χάος της ή μια βλακεία και μισή, ματαιόδοξη που θέλει να λέγεται σοφή ενώ δεν είναι;
Πόνος αναίτιος ή μια ευχαρίστηση που πηγάζει από τον πόνο;
Ζει η σκέψη αυτή ή απλά υπάρχει;

Κρατώ για παρακαταθήκη μου από τα πρώτα 30 χρόνια το γεγονός πως δε λέω να χάσω τον εαυτό μου όσο και να με στενεύει ο κόσμος. Αυτή η παρακαταθήκη είναι η μόνη μου περγαμηνή.

Μπρος στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα;
Μπρος στο άγνωστο με βάρκα τον στοχασμό,
Ο καπετάνιος είμ’εγώ!

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Της Νιότης Τελευταίο

  1. Άκουσα το θόρυβο από ένα φύλλο ενός δέντρου που πέφτει μέσα στο δάσος και φρρρτ ήρθα 🙂 (τι λέω; χαχαχα)
    Σκέφτομαι πως έχεις βάλει στη γωνία τη χαρά του μικρού παιδιού (το τριαντάφυλλο) που αναβλύζει μέσα σου, γάργαρο αστείρευτο καθαρό νερό, και τη μαστιγώνεις. Και αυτή ως χαρά και ως μικρό παιδί όχι μόνο δεν σου δίνει σημασία αλλά το νιώθει ως παιχνίδι, ψυχαγωγείται με τους στοχασμούς σου και σου βγάζει συνέχεια τη γλώσσα ίσως καμιά φορά και να σε τσιμπά με τα αγκαθάκια του βλαστού
    Ναι, δεν έχεις χάσει τον εαυτό σου και αυτή ναι είναι η μεγαλύτερη περγαμηνή που μπορεί να έχει ένας Άνθρωπος.

    Τι είναι χαρά; Σκέφτομαι στα 3 χρόνια πριν την έβδομη δεκαετία μου πως είναι μια αύρα, δύναμη α(υ)ταξίας… Προσωπικά μακάρι να μη σταματήσω ποτέ να είμαι μωρός και ας μου στοιχίζει λάθη, αβλεψίες και ένα τσουβάλι ανωριμότητα, και ας με μαλώνουν καμιά φορά που πάνω στον ενθουσιασμό μου φλερτάρω (χαχαχαχα χρωστούμενο για όσους με έχουν μαλώσει ανάμεσα σε αυτούς και ο εαυτός μου χαχαχα)
    Αυτά τα δικά μου όμως… στα δικά σου τώρα :
    Στα -ήντα μάτια μου είσαι όμορφος, νέος, δυνατός, σοφός για την ηλικία σου και πανέτοιμος για να μπεις στα -άντα … με ένα ολάνθιστο ζωντανό τριαντάφυλλο …. το νου σου στο Μικρό Πρίγκηπα… αααα ναι και σε μένα γιατί μπορεί να σε φλερτάρω ως Θεά Ξανθιά κλαξδφ΄λακξδφπαοεςιξφαλκδφαλ΄δκξφα΄ξφπιεξφαλδκ

    Χρόνια πολλά να σαι καλά με όσα επιθυμεί η καρδιά σου 🙂

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s