Βόλτα

Τι μπορεί να συνεχίζει να ζει μέσα στον άνθρωπο στο πέρασμα των χρόνων;

Είναι οι αναμνήσεις του που κάθε φορά που τις επισκέπτεται τις βλέπει και μ’άλλα μάτια, τις μεταφράζει διαφορετικά κι έτσι τις αλλάζει δίχως να το καταλαβαίνει.

Ξύπνησα μες τα δάκρυα τις προάλλες. Είδα στο όνειρό μου τον παιδικό μου φίλο Γ. ο οποίος έγινε ή πρόκειται στα κοντά να γίνει πατέρας. Τον αγαπούσα σαν αδερφό μου και τον αγαπώ σαν να’χει πια χαθεί απ’τη ζωή μου. Είδα σ’αυτή την ασυνείδητη μικρή ταινία μήκους να περνώ χρόνο μαζί του μετά από πολλά χρόνια και να τον αγκαλιάζω από τη χαρά μου που μεγάλωσε αρκετά για να γίνει άντρας και πατέρας. Ίσως αυτή η διαπίστωση υποσυνείδητα μέσα μου ήρθε και μου’δωσε ένα χαστούκι θυμίζοντάς μου όλα όσα κάποτε ήμουν. Τις επόμενες ώρες της μέρας σκεφτόμουν μόνο το παρελθόν, σαν να άνοιξε το καπάκι των αναμνήσεων, τις άφηνα να με συγκινούν και να μου υγραίνουν τα μάτια.

Μετά την αποφυλάκιση, νομίζω είναι αναγκαίο να δώσω ένα χέρι βοηθείας σε έναν άνθρωπο που ξέρω πολύ καλά, στον παντοτινό μου παιδικό εαυτό. Αυτή τη φορά, θα πάω μια βόλτα μέσα μου και θα προσπαθήσω να εκφράσω ό,τι έμενε ως τώρα απλά σαν εικόνα. Μια βόλτα στο παρελθόν λοιπόν. Μια βόλτα στην οποία θα χρειαστώ κάποιον να με συντροφεύσει, κι ίσως και να μου μιλήσει.

Εαυτέ μου είσαι εδώ; Εαυτέ μικρέ, εσύ που κάποτε με μεγάλωσες, σε ποια γωνιά του μυαλού μου κρύβεσαι; Θανάση μ’ακούς; Θανασάκη; Σάκη; Ναι, αυτό είναι το σωστό σου όνομα γιατί μ’αυτό σε έμαθαν όλοι όσους γνώρισες μέχρι τα 18. Σάκη; Μ’ακούς αγόρι μου; Που είσαι; Έλα προς τα έξω. Γίνε η φωνή μου με την παιδική τσιριχτή σου φωνούλα, πιάσε μου το χέρι και τράβα με πίσω. Τράβα με στον κόσμο σου, τον πραγματικό κόσμο της ευτυχίας. Έλα και πάρε με από εδώ.

Δεν ξέρω αν είναι καλύτερα να ξεκινήσω από το τέλος ή από την αρχή μα θα ξεκινήσω με το πρώτο μου όνειρο. Ήμουν γύρω στα 3-4, κι είδα στον ύπνο μου κάτι που έμοιαζε με παιδικό επεισόδιο. Ήταν μια αλεπού που έμπαινε σε ένα ζαχαροπλαστείο για να κλέψει γλυκά. Έλα όμως που υπήρχε μια πόρτα στο ζαχαροπλαστείο που οδηγούσε στην αστυνομία. Η καημένη η αλεπού δεν ήξερε τι να κάνει και τι να νιώσει. Αμηχανία. Δε θυμάμαι τι έγινε μετά, την έπιασαν άραγε; Είναι μόνο μια εικόνα που φανερώνει μια κατάσταση μα έχει κάπως χαραχτεί μέσα μου με τρόπο που κάτι μου λέει αλλά δεν ξέρω τι.

Με θυμάμαι να ψάχνω συνέχεια στο σπίτι για να βρω τα τσοντοπεριοδικά των γονιών μου. Να βγαίνω στην αυλή και να κλοτσάω ασταμάτητα μια μπάλα. Λίγο δίπλα να σκάβω το χώμα και να φτιάχνω δρομάκια για τα φορτηγά, τις μπουλντόζες και τα άλλα αυτοκινητάκια μου. Απέναντι, σε μια γωνιά στο σπίτι του γείτονα, έβαζα σε τάξη τούβλα που μάζευα απο’δω κι απο’κει, έφτιαχνα κάτι σαν καλύβες με τούβλα, ξύλα, χαρτόνια και νάιλον, έστρωνα ένα κιλιμάκι που έπαιρνα από τη γιαγιά μου και ξάπλωνα με τις ώρες εκεί, στο μικρό μου βασίλειο.

Θυμάμαι μια φορά που κρύφτηκα κάτω απ’το ντιβάνι της γιαγιάς, κι έμεινα εκεί για ώρες ώστε να δω τι θα γίνει. Θα καταλάβαιναν άραγε ότι λείπω; Κι όμως, με έψαχναν. Ο θείος μου, που τον έλεγα Τάτη για πολλά χρόνια, όνομα με το οποίο τον βάφτισε η αδερφή μου, κοίταξε κάτω απ΄το ντιβάνι αλλά για κάποιο λόγο δεν με είδε, είχα μαζευτεί σαν μπάλα. Πρέπει να’χε περάσει λίγη ώρα που με έψαχναν κι είπα φτάνει τόσο, φτου ξελευθερία.

Στη γιαγιά μου και στον θείο μου άρεσε να κάθομαι κοντά τους και να βλέπουμε όλοι μαζί τηλεόραση. Με πείραζε ο θείος μου και μου’λεγε δείξε τον κώλο σου κι εγώ τον έδειχνα όταν έφευγα για να πάω στην μάνα μου. Πάντα γελούσαν. Πάντα χαιρόντουσαν όταν με έβαζαν να τραγουδώ κάτι λαϊκά τραγούδια, ειδικά ένα που μου άρεσε πολύ και το’βαζε ο θείος στο αμάξι με μια από εκείνες τις παλιές κασέτες.

Μια μέρα θυμάμαι να βγαίνουμε με την αδερφή μου από το σπίτι, θα ήταν μεσημέρι, ίσως φθινόπωρο. Πήγαμε βόλτα στο βουνό που βασίλευε γύρω μας. Θυμάμαι να της λέω, ή τουλάχιστον νομίζω πως της είπα, ότι πρέπει να φύγουμε από το σπίτι. Μετά από λίγη ώρα γυρίζαμε πίσω κατεβαίνοντας επιδέξια έναν βραχώδη γκρεμό. Ήμασταν δεν ήμασταν 4 και 6. Ζούσα τη ζωή μου ατίθασα, πάνω σε ένα ποδήλατο ή τουλάχιστον με μια μπάλα στα πόδια. Σωστό χωριατόπαιδο που πήγαινε με τη γιαγιά του στις κότες για να τις ταΐσει και να μαζέψει τα αυγά τους. Πάντα πρόσεχα τον κόκορα που ήταν αναξιόπιστος.

Το παιδικό ήταν κοντά στο σπίτι. Θυμάμαι ένα σωρό φωνές που δε σταμάταγαν ποτέ και τη γεύση του βραστού φαγητού. Σούπα λαχανικών με λίγο κρεατάκι που με έκανε να θέλω να ξεράσω. Τουλάχιστον η δασκάλα πάντα με άφηνε να την αγκαλιάζω και να τη χουφτώνω. Αργότερα στο νηπιαγωγείο τρέχαμε να βουρτσίσουμε τα δόντια μετά το φαγητό ενώ θυμάμαι ένα μαλακισμένο να με πιέζει να φάω όλη την λουκανόπιτα, ακόμη κι αυτά τα κομμάτια της που δεν ήταν καλά ψημένα. Ωραίες οι λουκανόπιτες εκείνες, ακόμη θυμάμαι τη γεύση τους, τις έπαιρνα με τη γιαγιά από τον κοντινό φούρνο όταν με πήγαινε σχολείο. Νομίζω ότι σταμάτησα να πιστεύω στον Αϊ Βασίλη σε εκείνη την τρυφερή ηλικία των 4. Ήμουν το πιο ψηλό παιδάκι και με έντυσαν στα κόκκινα. Με τράβηξαν πρώτα στα κρυφά για να μου πουν τι θα κάνω, σωστή συνομωσία. Φόραγα κι έναν σκούφο, τον γνωστό, και μια γενειάδα. Είχα δυο μεγάλες τσάντες με δώρα. Χτύπησε το κουδούνι, βγήκαν τα άλλα παιδάκια, τους μοίρασα τα δώρα. Νομίζω αυτό το συναίσθημα της προσφοράς και τα χαμόγελα που με πλήρωναν πίσω άξιζαν περισσότερο από το να πάρω το δώρο που ήθελα. Τη δεύτερη χρονιά στο νηπιαγωγείο έγινα αρχηγός με έναν φίλο μου, τον Δ., του οποίου ο παππούς μας μάθαινε μαθηματικά από τα 4. Θυμάμαι τον θείο μου τον Γ. να με ρωτά πόσες γκόμενες έχω και να τις μετρώ στα δάχτυλα, σίγουρα τα γέμιζα, 10 τουλάχιστον. Μάλλον εννοούσα πόσες κοπέλες μου αρέσουν, κι ας έβαζα και τις ξαδέρφες μου μέσα.

Μέσα σ’ολα αυτά, θυμάμαι και τον τρόμο που ζούσα κάθε φορά που ο πατέρας μου γυρνούσε σουρωμένος στο σπίτι. Φώναζε, έσπαγε, δημιουργούσε μπελάδες. Ξέρω από μικρός πως είναι να ντρέπεσαι για τον πατέρα σου και να μην μπορείς να κρυφτείς πουθενά. Ειδικά τότε που γυρνούσαμε από τη θάλασσα, και ντάλα όπως ήταν πήγε ο μαλάκας και μας έβγαλε έξω από τον δρόμο αφού πρώτα κάναμε με το πορτοκαλί βανάκι μας δυο τούμπες στον αέρα, ρίχνοντάς μας σε έναν λάκκο. Κοιμόμουν και ξύπνησα τρομοκρατημένος. Το αμάξι ανάποδα, η αδερφή κι η μάνα μου είχαν ήδη βγει, κι εγώ τον θυμάμαι να μου τραβάει το πόδι όταν πήγα να βγω, κι είναι αυτό το τράβηγμά του ακόμη δυνατό, τόσα και τόσα χρόνια τον νιώθω να με τραβά προς τα κάτω. Ύστερα από λίγο περπατούσαμε στο δρόμο προς το χωριό, η μάνα μου πρέπει να’χε αίματα στο κεφάλι της. Μας πήρε ένα αμάξι και μας πήγε στο τοπικό κέντρο υγείας. Θυμάμαι την μάνα μου να την παίρνουν με το φορείο. Μετά οι εικόνες σβήνουν. Μας έδειξαν μέχρι και στον Παπαδάκη. Ζούσαμε τη ζωή μας στα άκρα από μικρά.

Στην καλή μας γειτόνισσα που η γιαγιά δε γούσταρε για πολλά χρόνια πήγαινα με την αδερφή και την μάνα μου, την θεία Κ. και τον θείο Ν. που με αγαπούσαν σαν εγγόνι τους. Θυμάμαι να μου δίνουν ντομάτες από τον μπαχτσέ τους και νιώθω άσχημα τώρα που συνειδητοποιώ ότι δεν τις έτρωγα ολόκληρες, μόνο ρούφαγα το ζουμί τους. Ο ένας από τους τρεις τους γιους, αυτός στον οποίο είχα αδυναμία κι ας μην ήξερα που έπεφτε η Αμερική, πάντα μου έφερνε παιχνίδια όποτε ερχόταν και θυμάμαι ακόμη την ντροπή που’χα όταν με βάλαν τσίτσιδο σε μια μεγάλη πράσινη λεκάνη για να δροσιστώ από την κάψα του ήλιου. Μάλλον παραήμουν ψηλός παρότι τεσσάρων για κάτι τέτοιο, αλλά οι φωτογραφίες έχουν πλάκα πάντα. Τώρα καθόμαστε στο μπαλκόνι τους και αμπελοφιλοσοφούμε παρέα με την τρέλα της γειτονιάς. Αναρωτιέμαι πως μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος όταν σε ξέρει από τόσο δα, να σε βλέπει τώρα να συμπεριφέρεσαι ως ενήλικας.

Είναι τόσες πολλές οι αναμνήσεις που δεν νομίζω να προλάβω.

Θυμάμαι να πηγαινοέρχομαι με το ποδηλατάκι μου στο παρκάκι της γειτονιάς, την τσουτσουρούκα, να’ναι καλά το βρυσάκι της, και τη γιαγιά μου να με ταΐζει ψωμί και τυρί. Θυμάμαι την αγαλλίαση που ένιωθα όταν πήγαινα βόλτα στον στάβλο, τα χρώματα του βασιλεμένου ουρανού αργά το απόγευμα ανάμεσα στα κουδουνίσματα και στα μουγκρητά των αγελάδων. Ο θείος μου άρμεγε κι άκουγα ρυθμικά το φστ φστ, το γάλα που γέμιζε τον τσίγκινο κουβά. Όταν γυρνούσαμε το βράδυ με έβαζε στα πόδια του να πιάνω το τιμόνι που νομίζω ότι το άφηνε μετά από ένα σημείο τελείως στη δύναμη των χεριών μου.

Τρώγαμε παντσέτες ψημένες στα κάρβουνα της σόμπας στις 12 το βράδυ κι εγώ την άλλη μέρα είχα σχολείο. Έκανα ότι κοιμάμαι όταν ερχόταν η μάνα μου να με πάρει στον πάνω όροφο μήπως και την καταφέρω να με αφήσει να κοιμηθώ δίπλα στη γιαγιά. Απ’τα έξι μου και μετά, κέρδισα δίκαια μια θέση στον δίπλα καναπέ. Τότε ήταν η ηλικία που προτιμούσα να βλέπω διαφημίσεις με παιδικά παιχνίδια παρά τα ίδια τα προγράμματα της τηλεόρασης. Καμιά φορά κοιμόμουν με τον θείο μου που μύριζε βαριά λόγω της δουλειάς του.

Όταν ήμουν μικρός, πάντα κάτι έκανα. Κάτι θα έφτιαχνα, κάπου θα πήγαινα, βαριόμουν τα μαθήματα. Το μόνο που ήθελα ήταν να’μαι έξω, χειμώνα καλοκαίρι ξυπόλυτος, αρρώσταινα σπάνια, ενώ τώρα κατάντησα να είμαι μονίμως άρρωστος.

Παίζαμε με τα κορίτσια της γειτονιάς μήλα, αυγά, κρυφτό κι άλλα τέτοια διάφορα. Μια μέρα καρφώθηκα με το ποδήλατο σε ένα αμάξι που έτυχε να περνά τον δρόμο, χέστηκα πάνω μου, ίσως τότε να ξεκίνησαν όλα με το πειραγμένο μου μυαλό.

Κατέβαινα Θεσσαλονίκη για ψώνια με την μάνα μου και με θυμάμαι να γκρινιάζω όλη την ώρα ενώ το καλύτερό μου ήταν όταν το ρουχάδικο είχε σκαμπό για να κάτσω. Πάντα μου έπαιρνε κάτι αλλά νομίζω ποτέ αυτό που ήθελα. Μια φορά μου πήρε κάτι σαν Playstation, αλλά εντελώς κινέζικο και ψεύτικο, είχε διάφορα παιχνίδια εκ των οποίων θυμάμαι το ένα ήταν να σκοτώνεις πάπιες με ένα χειριστήριο πιστολιού. Πολύ κακός τρόπος να περνάς το χρόνο σου.

Τα κάλαντα, στα οποία πήγαινα τις περισσότερες φορές με τον φίλο μου τον Π., τα λέγαμε μέσα από παγωμένα χείλια, με βρεγμένα πόδια που δε λογάριαζαν τα χιόνια μπρος στην απληστία των χρημάτων. Ευτυχώς ο πρώτος σταθμός ήταν πάντα η θεία μου η Ο. η οποία είχε την καλοσύνη να μας τα λέει η ίδια και να μας τα θυμίζει. Πρέπει να ήμασταν δυο κακοφωνίξ, λίγο ενοχλητικά παιδάκια που έθεταν προτεραιότητες για το ποια σπίτια πρέπει να επισκεφθούν οπωσδήποτε και ποια ίσως. Από μικροί ήμασταν κωλόπαιδα, όλο στο δρόμο, όλο κάποιους να πειράζουμε, να μπαίνουμε σε αυλές άλλων σπιτιών και να ανιχνεύουμε. Μαθαίναμε τα σώματά μας ο καθένας στη γωνιά του ενώ χορεύαμε σε ρυθμούς RnB και HipHop, καμιά φορά νομίζω και ψυχεδέλικα, να’ναι καλά οι μεγαλύτεροι αδερφοί του Π. που μας προμήθευαν χωρίς να το ξέρουν. Δε θυμάμαι πόσο ήμουν αλλά μια από εκείνες τις χρονιές πήρα το πρώτο μου Playstation με λεφτά από τα κάλαντα και τότε ήταν που ξεκίνησε το πάρτι. Αν είχαμε εξετάσεις στο δημοτικό ίσως και να έμενα. Θυμάμαι τους δασκάλους μου να λένε συνεχώς στη μάνα μου, είναι έξυπνο παιδί, ό,τι ακούει στην τάξη το συγκρατεί, αλλά πρέπει να διαβάζει περισσότερο στο σπίτι. Ήμουν τυχερός που κανείς δεν ασχολούνταν μαζί μου στο σπίτι για το αν διάβασα ή όχι. Ίσως μόνο στην ιστορία με εξέταζε η μάνα μου αλλά κι αυτό από αγγαρεία το έκανε. Μου άρεσαν τα θρησκευτικά και η ιστορία. Τα μαθηματικά επίσης. Αλλά σαν το Pro Evolution στο Playstation δεν ήταν τίποτα. Μια χρονιά κατάφερα με τις οικονομίες από τα χαρτζιλίκια να πάρω το San Andreas και τότε άλλος ένας κόσμος ανοίχτηκε μπροστά στα μάτια τα δικά μου και του φίλου μου του Σ. Μας θυμάμαι να παίζουμε, μια ο ένας μια ο άλλος, κοιτώντας σε μια μικρή τετράγωνη οθονίτσα στην κουζίνα, μια μέρα που μας έδιωξαν απ’το σχολείο γιατί είχε πολλά χιόνια. Οι καλύτερες μέρες ήταν όταν ακυρωνόντουσαν τα μαθήματα κι όταν πηγαίναμε εκδρομές.

Αγαπούσα να κάνω πάρτι και να’χω ετοιμασίες. Το καλύτερο δώρο που μου έχουν κάνει ποτέ ήταν ένα πλαστικό ποδοσφαιράκι με κάτι παίχτες πάνω σε σούστες. Ήταν από τον φίλο μου τον Χ. ο οποίος ήταν κοντούλης και τρελός μια ζωή μα καλό παιδί με φιλότιμο. Ακόμη νιώθω τύψεις που δεν του’χω πει συλλυπητήρια για τη μάνα του που πέθανε από κόβιντ.

Όταν ήμασταν παιδιά, τίποτα δε μας άγγιζε. Ή καλύτερα, τίποτα δε μας άγγιζε για καιρό. Δεν έχω δείρει ποτέ κανέναν και μόνο ξύλο έχω φάει κυρίως από τους ίδιους μου τους φίλους. Μπούλιγνκ δέχτηκα αλλά έκανα επίσης, με άλλα μέσα, δίχως τη χρήση άμεσης βίας. Νομίζω είναι λίγο στη φύση μας να γινόμαστε μαλάκες και κωλόπαιδα, ειδικά αν δεν έχουμε πάρει την καταλληλότερη ανατροφή. Κι όμως, μέσα από αυτή την αγριότητα οι άνθρωποι μεγάλωναν, μεγαλώνουν και θα μεγαλώνουν.

Στα 5 και στα 6 πήγαινα καράτε και το μόνο που θυμάμαι είναι πως μια φορά με πήρε ο ύπνος όταν μας έδειχνε ο δάσκαλος ασκήσεις. Σε αγώνες που πηγαίναμε παίρναμε μετάλλια έτσι κι αλλιώς οπότε έχω καμιά 20αριά και νιώθω σαν να μην είναι δικά μου.

Αργότερα ξεκίνησα ποδόσφαιρο στα τσικό της τοπικής ομάδας. Πως γίνεται να ήμουν τόσα χρόνια εκεί και να μην έμαθα να παίζω, πως γίνεται να μη θυμάμαι τίποτα πέρα από τις τρέλες, σαν τότε που νευρίασα προς το τέλος του πρώτου ημιχρόνου και άρχισα να φωνάζω, έβγαλα τη μπλούζα μου και την πέταξα στο τέρμα καταλήγοντας στα αποδυτήρια. Νομίζω με κράζαν δυο καλοί μου φίλοι σε όλο το ματς. Δε θυμάμαι. Η μόνη καλή ποδοσφαιρική μου στιγμή ήταν τότε που σε ένα ματς που νικήσαμε 12-1 έκανα χατ τρικ με κάθε τρόπο. Γυριστό, κεφαλιά και σουτ. Τέλεια. Ούτε για τη θέση που έπαιζα δεν είμαι σίγουρος, πρέπει να κινούμουν από τον πάγκο ως τα αριστερά της άμυνας. Γούσταρα όμως όλη τη διαδικασία. Τις προπονήσεις, τότε που πηγαίναμε στο γήπεδο και μας μάγευε η μυρωδιά του πρασίνου του, τις διαδρομές για το γήπεδο που παίζαμε, τα σουβλάκια όταν γυρνούσαμε. Σε ένα ματς που νικούσαμε με δυο γκολ επάνω, έβαλε ο κόουτς το τρίτο τέρμα να παίξει κι αυτός λίγο να χαρεί. Μέχρι να βάλει τα γάντια έφαγε το πρώτο, και στο επόμενο λεπτό το δεύτερο. Ήμασταν τυχεροί που σε πέντε λεπτά έληγε το παιχνίδι και δε χάσαμε κιόλας. Κι όμως, εκείνη η ομάδα που δεν είχε ουσιαστικά καμιά σοβαρή αλλαγή παρόλο που κατέβαινε με αποστολή 25 ατόμων, κατάφερε να βγει πρώτη μια χρονιά με δυο μόνο ήττες. Πήραμε μετάλλιο σε μια εκδήλωση στο επαρχείο του Λαγκαδά. Μόνο ένας, πολύ καλός φίλος, κατάφερε να παίξει επαγγελματικά, παρόλο που κι άλλοι το μπορούσαν, αρκεί να το’χαν πιστέψει και κυνηγήσει.

Τα πρώτα χρόνια στο δημοτικό καθόμουν με την Γ. την οποία γούσταρα στα κρυφά. Μια μέρα, έπειτα από τρία χρόνια, πήρα το θάρρος να της γράψω ένα γράμμα, αφού πρώτα είχα βρει ένα στο θρανιάκι μας και υπέθεσα λανθασμένα πως ήταν δικό της. Ποια κοπέλα με γούσταρε δεν έμαθα ποτέ αλλά το πόσο ρεζίλι έγινα όταν μάθανε οι φίλοι μου για το γράμμα δε λέγεται. Με έκαναν οι μαλάκες να κλαίω. Έκλαιγα και κλαίω εύκολα όταν υπάρχει λόγος. Ίσως είμαι πιο ευαίσθητος απ’ότι πρέπει, ίσως αυτή είναι η δύναμη κι αδυναμία μου.

Μια άλλη τρέλα που’χαμε τα παιδιά του χωριού ήταν αυτή με τα ζώα. Στην αρχή ψάχναμε για κουνέλια, αγοράζαμε κατακίτρινα παπάκια από την λαϊκή, κάποιοι έβαζαν και καπάντζες στα δέντρα για να πιάνουν καρδερίνες. Τι ωραία που μασουλούσαν τα κουνέλια τον γιουτζέ. Μετά αρχίσαμε να έχουμε περιστέρια και να τα πετάμε στον ουρανό. Βούτες, ντουνέκια και μισίρια. Μαθαίναμε έτσι να φροντίζουμε τη ζωή, μαθαίναμε την αξία της. Είχα σκοτώσει κατά λάθος ένα περιστέρι κι είχα νιώσει έτσι την ματαιότητα της ύπαρξης. Ακόμη έχω τύψεις. Αλλά η χαρά του να βγάζεις τα δικά σου γιαβράκια, τα δικά σου μικρά πουλιά, να γίνεσαι αρωγός για να δημιουργηθεί νέα ζωή, δε συγκρίνεται. Είναι καθαρή δημιουργία, ατόφια. Πηγαίναμε στον περιστερώνα του καθενός, δίναμε ονόματα στα πουλιά, καθαρίζαμε, κατασκευάζαμε. Παράλληλα, ήμασταν χωρίς να το ξέρουμε, εκτροφείς σαϊνιών και γερακιών. Τροφαντά περιστέρια πετούσαν στον ουρανό και ήταν μεζές καλός για τα άγρια πουλιά. Με κάτι μαύρες σακούλες καρφωμένες πάνω σε σκουπόξυλα ωθούσαμε να περιστέρια τρομάζοντάς τα ώστε να πετάξουν ψηλότερα. Τα κοιτούσαμε να ανεβαίνουν και να ανεβαίνουν, να χάνονται στον ουρανό. Μετά βγάζαμε ακόμη λίγα για να πετάξουν, να δώσουν το σύνθημα στα πρώτα να κατέβουν. Λίγο σιτάρι μπρος στο κουμάσι, βγαίναν και τα υπόλοιπα που ήταν μέσα στον περιστερώνα, έβλεπαν τα δεύτερα που πετούσαν χαμηλά ότι έπεσε φαΐ, έβλεπαν και τα πρώτα κι άρχιζε το πάρτι. Φςςς, φςς, βουτούσαν από ψηλά κι έσχιζαν τον αέρα με κλειστά φτερά ανοίγοντάς τα μόνο στο τέλος, τρία μέτρα πριν τη σύγκρουση. Τι χόμπι κι αυτό. Θυμάμαι τον Μελή, το αγαπημένο μου περιστέρι να μου τσιμπά τα δάχτυλα και να κουνάει το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά όταν πήγαινα να τον πειράξω στη φωλιά του. Μια μέρα, μια αδέσποτη σκύλα που την λέγαμε Μιτρέγκα, κυνήγησε κι άρπαξε από το δρόμο την ανυποψίαστη θηλυκιά του Μελή, την Παγώνα. Τρέχαμε πίσω από το σκυλί με τον φίλο μου τον Γ. αλλά δεν την προφτάσαμε και την χάσαμε. Άλλες φορές, όταν τα σαΐνια μας άρπαζαν πουλιά πηγαίναμε να τα βρούμε στο βουνό, εκεί που τα είδαμε να πηγαίνουν, λες κι υπήρχε ελπίδα για ζωή μετά από κάτι τέτοιο. Ποτέ δεν βρίσκαμε τίποτα, παρά μόνο φτερά και πούπουλα. Μάθαμε τουλάχιστον έτσι λίγο παραπάνω το βουνό μας.

Μπρος στην εκκλησία του χωριού, υπήρχε το καλύτερο γήπεδο. Πόσες ώρες, με ζέστη και κρύο, κάτω από λιοπύρια, με βροχή και με χιόνια, δεν παίξαμε εκεί. Πόσες μπάλες δεν μας έσκασαν αμάξια και κάτι κωλόγεροι σαν τον Κατοικία. Πόσα τζάμια δε σπάσαμε στα γύρω μαγαζιά. Αναρχία και καλή ζωή. Η πρώτη φορά που θυμάμαι να γυρίζω αργά στο σπίτι ήταν όταν ήμουν 6. Είχα πάει από το απόγευμα στο σπίτι του φίλου μου του Σ. και βλέπαμε παιδικά μέχρι αργά. Όταν η μάνα του με ρώτησε αν ξέρει η μάνα μου που είμαι είπα ψέματα εννοείται για να κάτσω παραπάνω. Όταν ξεκίνησα για να γυρίσω σπίτι μαζί με το ποδήλατο θυμάμαι την μάνα μου να βγαίνει από ένα αμάξι, να μου δίνει ένα χαστούκι και να μου λέει, πήγαινα στην αστυνομία να δηλώσω ότι χάθηκες. Τη δεύτερη φορά που θυμάμαι να κάθομαι ως αργά, ήταν όταν έπαιζα μπάλα στην πλατεία με τον φίλο μου τον Δ. Η γιαγιά του έβγαινε στο μπαλκόνι από απέναντι και φώναζε, Διαμαντή! Διαμαντή!, ποτέ δεν τον άφηνα να φύγει, ξαπλώναμε πάνω σε κάτι θαμνάκια, δεν ξέρω πως, και μιλούσαμε με τις ώρες. Ήμουν 9 κι ήταν 7 κι η ώρα πήγαινε 3 τα χαράματα. Τι ωραία ζωή στο χωριό, τόσο ωραία που η ελευθερία της μπορεί να γυρίσει εις βάρος σου σα μπούμεραγκ.

Ένα καλοκαίρι οργανώσαμε ολυμπιακούς αγώνες. Ο Β. ήταν ο καλύτερος στο ακόντιο, στο τρέξιμο κάποιοι έκλεψαν. Εγώ δε θυμάμαι αν πήρα κάποιο μετάλλιο. Διήρκησαν λίγο. Τα τουρνουά ποδοσφαίρου με ομάδες από κάθε γειτονιά ήταν τα καλύτερα όμως, αυτά τα θυμάμαι. Αυτοσχέδια τέρματα που έκλειναν δρόμους. Σκάρες κατάλληλες για μπάλα, παιχνίδι χωρίς τακτική που στηριζόταν στο ατομικό ταλέντο, κόντρες, χτυπήματα και γκολ. Όμορφα καλοκαίρια.

Κάποιο άλλο από αυτά τα καλοκαίρια ο φίλος μας ο Χ. μας εισήγαγε στην έννοια του μπάντμιτνον. Τι παράξενο παιχνίδι. Στην αρχή μας νικούσε όλους και χαιρόταν. Σε λίγο καιρό τον νικούσαμε όλοι κι έκλαιγε. Έμοιαζε σαν τον Ρούνεϊ κι είχε πολλή πλάκα. Μέχρι τα 10 δεν μπορούσε να φτάσει τη μπάλα από το τρίποντο στο καλάθι κι από την εφηβεία του και μετά έχει γίνει γομάρι δυο μέτρα και διπλάσια κιλά από εμένα. Ο Δ. έγινε αναρχικοπάνκ αλλά εγώ στα μάτια του βλέπω τον Δ. που ήξερα, όταν παίζαμε στο σπίτι της γιαγιάς του με τις ώρες Pokemon.

Αναρωτιέμαι πόσες ώρες έχω ξοδέψει στα παιχνίδια. Μια άλλη μάστιγα ήταν τα Pokemon, όσο περισσότερο έπαιζες, τόσο καλύτερος μπορούσες να γίνεις, αρκεί να καταλάβαινες δυο τρία πράγματα. Πάντα ήμουν ανταγωνιστικός, ίσως περισσότερο απ’ότι έπρεπε, στα παιχνίδια. Και ποτέ μου δεν έμαθα να χάνω γι’αυτό και τώρα έχω σταματήσει να παίζω τελείως. Αν παίξω ποτέ κάτι, δεν το παίρνω στα σοβαρά, για να μη με πληγώσω. Είμαι πολύ εγωιστής, κι αν και παραδέχομαι εύκολα την ήττα και την αδυναμία μου, αυτό δε σημαίνει ότι δε με πονούν.

Ήμουν ένα κακομαθημένο παιδάκι που έβριζε πολύ. Μάνες κι αντίχριστους στην αρχή, τώρα μόνο χριστοπαναγίες, το μόνο που με ανακουφίζει όταν χτυπάω το μικρό μου δαχτυλάκι στις γωνίες. Κι όμως, με θυμάμαι επίσης να κάθομαι στην αρχή της κατηφόρας μπρος στο σπίτι μου, παρέα με τον γάτο μου τον Μάτση, κάτω από μια λάμπα καρφωμένη σε κολώνα της ΔΕΗ. Με θυμάμαι να κάθομαι με τις ώρες και να χαϊδεύω τον γάτο μου. Με θυμάμαι να σκέφτομαι αλλά αδυνατώ να θυμηθώ τι. Κάποιες φορές δάκρυζα, γιατί άραγε; Εκείνος ο γάτος μου έμαθε πολλά. Έζησε μόνο 5 χρόνια αλλά μου δίδαξε ότι δεν πρέπει να τον ρίχνω από το μπαλκόνι, να μην τον βάζω στο γκιούμι με το νερό και να κλείνω το καπάκι, να μην του κόβω τα μουστάκια γιατί δεν μπορεί να μυρίσει. Μου έμαθε το σημαντικότερο τη μέρα που πέθανε. Ανέβαινα προς το σπίτι, ένα από τα σπίτια του χωριού στην ψηλότερη ζώνη, και άκουσα κάτι στα σκοτάδια να αγκομαχά. Πήγα να δω τι είναι κι ήταν ο Μάτσης, έβγαζε αφρούς από το στόμα. Τον πήρα αγκαλιά, τον πήγα σπίτι, φωνάξαμε έναν κτηνίατρο να του κάνει μια ενέσα αλλά ο Μάτσης δεν τα κατάφερε. Πέθανε. Με την τελευταία αυτή του πράξη μου δίδαξε πώς είναι να χάνεις κάποιον που αγαπάς πολύ. Πώς είναι να μην λες στην αδερφή σου κάτι τόσο κακό με άμεσο τρόπο αλλά με έμμεσο, σιγά σιγά. Τον θάψαμε; Δε θυμάμαι. Ίσως τον βάλαμε σε ένα τσουβάλι. Δεν του άξιζε τέτοιο τέλος. Όταν ήταν γατάκι τον βάζαμε σπίτι πάνω στα κρεβάτια μας. Ήταν ατίθασος κι αυτός κι είχε τυφλωθεί από το ένα μάτι. Του είχα ξοδέψει τις μισές ζωές εγώ και τις άλλες του τις έφαγαν οι άλλοι γάτοι της γειτονιάς. Του άρεσε να τριγυρνά, να ψάχνει γάτες να πηδήξει, να κυνηγά έντομα, βατράχια και ποντίκια. Μετά τον Μάτση, είχαμε για καιρό μια από τις κόρες του, την Τατιάνα που γεννοβολούσε κάθε τόσο.

Όλα αυτά τα’γραψα μια μέρα που’χα ρέντα. Σήμερα είναι μια άλλη μέρα. Κάθομαι στο τραπέζι μου και κοιτάω την οθόνη του λάπτοπ. Έξω βρέχει, βροχή ολλανδική, κι είναι πάνω κάτω όπως το φανταζόμουν. Ζω τις προσδοκίες μου σιγά σιγά.

Λοιπόν, έβλεπα πολλή τηλεόραση κι έκανα κοπάνες από τα αγγλικά, τα οποία πάντα ήταν προγραμματισμένα σε ακατάλληλη ώρα, για να δω τους Ατρόμητους και το Rebelde way. Τόσα χρόνια, τόσα χρήματα, και δεν έμαθα τίποτα. Ό,τι ξέρω από αγγλικά το έχω μάθει μέσα από τα παιχνίδια και κυρίως μέσω του L2. Ένας θεός ξέρει πως κατάφερα να γίνω κάτι που μοιάζει με άνθρωπο. Ποτέ δεν έμαθα από πειθαρχία, και η αυτοπειθαρχία μου αν και χτίζεται μέρα με τη μέρα, δεν αρκεί ακόμη για να ξεκλειδώσει από μέσα μου δυνάμεις που’χω ανάγκη.

Η ζωή στο χωριό κυλούσε άνετα. Δίχως φόβο. Δίχως ανησυχίες. Αν υπάρχει κάποιο νόημα στη λέξη πατρίδα, αυτό θα πρέπει να σχετίζεται με τα παιδικά μας χρόνια, με έναν άλλο, πρότερο, πολύ αρχικό μας εαυτό. Είναι αυτή η σχέση ζωής που πλέον λείπει και μας κάνει να νιώθουμε όχι μόνο ξένοι απέναντι στον εαυτό μας αλλά και μόνοι. Τέλος πάντων, τα χρόνια κυλούσαν κι εγώ μεγάλωνα. Ήρθαν οι πρώτες κοπέλες, μια δίδυμη που μπέρδευα με την αδερφή της, μια κοντούλα με γυαλάκια. Πάντα αγαπούσα κοντούλες. Εκείνη την περίοδο χώρισαν και οι γονείς μου. Χάρηκα για τον χωρισμό τους γιατί δεν πήγαινε άλλο η κατάσταση. Χάρηκα και για τη μάνα μου που σήκωνε κεφάλι έναντι σε όσους την καταπίεζαν στεγνά κι αδιάντροπα. Δεν πήγα όμως μαζί της. Δεν ακολούθησα την μάνα μου και την αδερφή μου για αρκετούς λόγους. Ο κυριότερος; Μάλλον δεν ήθελα να χάσω την ζωή μου στο χωριό.

Στο γυμνάσιο άλλαξα παρέες. Ο φίλος μου ο Π. έφυγε για Θεσσαλονίκη, κάθε φορά που σκέφτομαι πόσο ωραία περνούσαμε σαν μικρά αδερφάκια βουρκώνω. Σταμάτησα να μιλώ στον Γ. γιατί ένιωσα να με προδίδει. Έμαθα πως κάπνιζε ενώ είχαμε ορκιστεί να μην το κάνουμε. Και το έμαθα από αλλού. Αφού του κράτησα μούτρα για το μυστικό του, νευρίασα ακόμη περισσότερο επειδή έβαλε εγωισμό κι αυτός. Μάλλον θα’χε βαρεθεί τα παιδιαρίσματά μου, πρέπει να ήμουν 13 εγώ κι αυτός 15. Ήταν η ηλικία που έμαθα τι πάει να πει θάνατος όταν χάσαμε έναν καλό μας φίλο, τον Α.. Στην ηλικία αυτή πάνω κάτω σταμάτησα να κινούμαι τόσο έξω κι άρχισα να περνώ περισσότερο χρόνο μαζί με φίλους στον ψηφιακό κόσμο. Λιώναμε μέρα νύχτα στο ίντερνετ καφέ και φάγαμε μια περιουσία, το χτίσαμε στην κυριολεξία. Δημιουργούσαμε χαρακτήρες και υποδυόμασταν ρόλους, όλα όσα θα θέλαμε να γίνουμε, και γινόμασταν. Στα παιχνίδια και νιώθαμε και ήμασταν δυνατοί σε αντίθεση με την πραγματική ζωή. Στα παιχνίδια είχαμε αξία και η αξία μας αναγνωριζόταν. Ο ανταγωνισμός και το κάψιμο απέδιδαν καρπούς και το τίποτα γινόταν κάτι. Αν είχα ρίξει τις ώρες του παιχνιδιού στο διάβασμα τώρα θα’μουν κι εγώ σε κάποιο πανεπιστήμιο της Αμερικής όπως ο φίλος μου ο Γ., τουλάχιστον έτσι λέω στον εαυτό μου για να μου δώσω ένα μικρό χαστούκι.

Τα καλοκαίρια της εφηβείας στο χωριό κρατούσαν ιδιαίτερα πολύ. Κρατούσαν πολύ στην αρχή βέβαια γιατί μετά οι μέρες χάνονταν πανεύκολα. Ένα καλοκαίρι με τον φίλο μου τον Δ. το φάγαμε στις γύρες γύρω από το σπίτι του έρωτά του. Ξόδευε πολλά σε κάρτες, έπαιρνε τηλέφωνο την κοπέλα η οποία είχα την εντύπωση πως δεν ήθελε ούτε να τον δει, αλλά αυτός εκεί, πάντα πεισματάρης και με αυτοπεποίθηση κυνηγούσε μάλλον το άπιαστο. Μου δίδαξε κάτι παρόλ’αυτά που ίσως και να μην χρειαζόταν. Αν θέλεις κάτι πολύ, απλά κυνήγα το, κι ας μην πρόκειται να κάτσει ποτέ. Τι φλόγα μας περιλούζει;

Τα πανηγύρια στο χωριό μου ήταν απόλαυση, η γιορτή των γιορτών. Ο τοπικισμός μου τον οποίο προσπαθώ να κρύψω κι από εμένα τον ίδιο εκεί στηρίζεται, σε αυτές τις λίγες μέρες του χρόνου, τις τελευταίες του Ιούνη και τις μέρες του καρναβαλιού που ο τόπος μου μού έμοιαζε να γίνεται το κέντρο του κόσμου. Πάντα νιώθουμε πιο σημαντικοί απ’ό,τι είμαστε και πώς να κάνουμε κι αλλιώς.

Μια μέρα, ο κόσμος μου άρχισε να γκρεμίζεται σιγά σιγά. Θα’μουν 14, μέχρι τότε έμενα με τη γιαγιά και τον θείο. Βγήκα από το μπάνιο και τους άκουσα να λένε πως έχουν κουραστεί, πως θα έπρεπε να πάω στην μάνα μου. Δεν ξέρω αν το εννοούσαν, αλλά ήταν μια μαχαιριά που δεν περίμενα, μια μαχαιριά όχι στην πλάτη μα στην καρδιά. Από τότε και μετά, άρχισα να νιώθω κάτι παραπάνω από μόνος. Πήρα απόφαση μετά από λίγες μέρες να πάω στο πάνω σπίτι, αυτό που έμενε κανονικά η οικογένειά μου πριν φύγει. Κι έμεινα μόνος από τα 14. Κατέβαινα μόνο για φαγητό. Σιγά σιγά, από ένα νευρόσπαστο παιδάκι που’μουν μέχρι τότε, έγινα ένας αντιδραστικός έφηβος που τα έβαζε με όλους κι όλα, και πάνω απ’όλα με τον εαυτό του. Τα έγραφα όλα στα αρχίδια μου και με ένοιαζε μόνο ο εαυτός μου. Αν πριν δε διάβαζα σχεδόν καθόλου, τότε ήταν που σταμάτησα να διαβάζω τελείως κι απλά αντέγραφα τις ασκήσεις από τους φίλους στο σχολείο. Έπαιζα παιχνίδια όλη μέρα στον υπολογιστή και στο Playstation. Έκανα διάλειμμα μόνο για να πάω για μπάλα. Έβγαινα έξω και γύρναγα ό,τι ώρα ήθελα. Άρχισα να ψάχνομαι. Κι ό,τι έβρισκα που έμοιαζε να πηγαίνει κόντρα στα πράγματα που γνώριζα το πίστευα δίχως δεύτερη σκέψη. Έβαζα κι έβλεπα με τον φίλο μου τον Π. τον Λιακόπουλο. Αυτή η συνωμοσιολογική ρητορική ήταν αυτό που χρειαζόμουν. Πάντα κάτι παραπάνω υπάρχει, πίσω απ’ό,τι βλέπουμε. Έτσι σκεφτόμουν. Για 3-4 χρόνια, μέχρι να μπω στο δεύτερο έτος των σπουδών μου πίστευα σε ηλιθιότητες που στηρίζονταν σε κάποια δεδομένα αλλά τα τραβούσαν από τα μαλλιά για να γίνουν κάτι παραπάνω. Γνώρισα μια κοπέλα, 10 χρόνια μεγαλύτερη, στο facebook. Μου φαινόταν τόσο διαφορετική, τόσο έξυπνη, και εννοείται σέξυ. Έβλεπα τι ανεβάζει, πώς μιλά και σκέφτεται και υιοθετούσα το αντισυμβατικό της στυλ. Κάπου στα 16 σταμάτησα να πιστεύω στον Θεό. Τα έβαλα και με την εκκλησία. Τα έβαζα και με τους πολιτικούς, τους καθηγητές μου, το σύστημα. Είχα πει σε έναν καθηγητή ότι τον πληρώνω εγώ με τους φόρους μου και γι’αυτό δικαιούμουν να ξέρω πότε θα μπαίναμε στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου της βιολογίας, παρόλο που αυτό είχε τέσσερα. Το’χα λούσει γιατί μπέρδεψα το τρία με το πέντε. Σε έναν άλλο μου καθηγητή, τον μαθηματικό που με έβαλε άθελά του σε μια μικρή τάξη, απλά γιατί πληρώναμε το φροντιστήριο κι ένιωθα άβολα, έπρεπε να διαβάζω, του’πα να μην μου σπάει τα νεύρα, γιατί είχε μια μανία να ρωτάει για το επόμενο βήμα της άσκησης, την ώρα που την περνούσαμε από τον πίνακα στα τετράδιά μας. Γιατί τόσο άγχος δίχως λόγο ρε δάσκαλε; Ό,τι κι αν πήγε λάθος όμως, δε θα συγχωρέσω ποτέ το ελληνικό κράτος και το γαμημένο το σύστημα παιδείας μας που μας ωθεί μακριά από την αγάπη για το διάβασμα και τη γνώση. Δε συνάντησα ποτέ στη ζωή μου έναν δάσκαλο που να είδε κάτι μέσα μου και να με στήριξε έστω κι ελάχιστα για να το βγάλω στην επιφάνεια. Δεν ήμουν απλά μόνος στο σπίτι, ήμουν και στο σχολείο. Όπως ήμουν μόνος και στο καράτε, και στα φροντιστήρια, και στο κατηχητικό. Άρχισα να αυτοπροσδιορίζομαι ως αναρχικός και αντιεξουσιαστής χωρίς να έχω ιδέα τι σήμαιναν αυτά. Ευτυχώς αργότερα που γνώρισα τέτοια άτομα έβγαλα αυτές τις ανούσιες ταμπέλες.

Όταν ήμουν 17 είχα τις πρώτες μου αυτοκτονικές σκέψεις. Όχι, δεν ήθελα να το κάνω, αλλά το φανταζόμουν. Φανταζόμουν πως θα ήταν αν πέθαινα, πως θα ήταν αν τους ετοίμαζα ένα βίντεο με όλα όσα ήθελα να τους πω, τι θα ένιωθαν όταν θα το άφηνα ως παρακαταθήκη μου. Γυρνούσα που και που με το λεωφορείο από το χωριό των άλλων μου παππούδων και με πρόσωπο κολλημένο στο παράθυρο, ένα κεφάλι με μπούκλες, γιατί αυτό ήμουν τότε, και με ακουστικά που έπαιζαν ροκ μουσική, σκεφτόμουν τι σημασία έχει η ζωή μου.

Το καλοκαίρι πριν την τρίτη λυκείου συνέβη το καλύτερο πράγμα που μου’χε τύχει ως τότε. Ίσως είναι το καλύτερο που μου’χει συμβεί γενικά. Γνώρισα, ή με γνώρισε, γνωριστήκαμε τέλος πάντων με την κοπέλα την οποία θεωρώ πρώτη και σημαντικότερη στη ζωή μου. Ήμουν 17 μισό και της έριχνα δυο χρόνια και δυο κεφάλια, σχεδόν. Ήμουν τόσο ανώριμος για αγάπη και τόσο πονεμένος, τόσο απαισιόδοξος και καταθλιπτικός που δεν μπορούσα να δω καθαρά τι είχα στα χέρια μου. Ήρθε και σαν την πριγκίπισσα του παραμυθιού μου έδωσε το φιλί της ζωής. Το χάδι της ανέστησε κάτι από μέσα μου. Άρχισα να νιώθω πιο δυνατός, να βλέπω καθαρότερα τη ζωή και να προσπαθώ. Το όνομά της ξεκινά από άλφα. Η Α. με βοήθησε, παρόλο που ήταν τόσο νεαρή, να πιστέψω πάλι σε εμένα, και όταν με ρώτησε θυμάμαι ποια είναι τα όνειρά μου, της είπα πως δεν ονειρεύομαι γιατί δε θέλω να πονώ λόγω της αποτυχίας τους. Με βοήθησε και σε αυτό κι έτσι το όνειρο των 17 μου ήταν να περάσω στο Οικονομικό του Α.Π.Θ., τόσο για εμένα όσο και γι’αυτή. Κάπως ήρθαν έτσι τα πράγματα που το όνειρο αυτό πραγματοποιήθηκε. Εδώ να πω κι ένα μεγάλο ευχαριστώ στον φίλο μου τον Ρ. και την πρώην του της Μ. οι οποίοι έγιναν μεσολαβητές ενός μεγάλου έρωτα. Έτρωγα εκείνο το καλοκαίρι δυο 15αρες κάρτες cosmote τον μήνα, που πάει να πει τρεις χιλιάδες λεπτά ομιλίας. Μιλούσαμε όλη μέρα, όπου κι αν ήμασταν, οπουδήποτε. Τα βράδια ξημερώναμε μαζί. Κοιμόμασταν κι είχαμε ανοιχτό το κινητό. Μαθαίναμε μαζί τα σώματά μας και τις δυνατότητές μας. Παίζαμε ερωτικά και συναισθηματικά. Μαθαίναμε τη ζωή μαζί. Είναι απίστευτο αλλά διάβαζε κι έγραφε ήδη. Εγώ είχα διαβάσει ως τότε μόνο μίκι μάους. Καθόταν και μου διάβαζε τα γραπτά της κι αν και δε θυμάμαι τίποτα, θυμάμαι παρόλα αυτά την λεπτή τους φωνούλα, τα σκαμπανεβάσματά της, τα συναισθήματα που γεννούσε μέσα μου. Τα βράδια της έλεγα σ’αγαπώ, σ’αγαπώ, σ’αγαπώ, για κανένα μισάωρο, νομίζω μια φορά πως κράτησα μια ώρα, για να την νανουρίσω. Τα πρωινά ξυπνούσα στις 6:30 για να την πάρω τηλέφωνο, να την σηκώσω για να ετοιμαστεί, πάντα απορούσα γιατί τόσο νωρίς. Μετά την ξανάπεφτα και ξύπναγα αργά, και τις 8 και. Είχα βρει έναν εξαιρετικό τρόπο για να μην πηγαίνω σχολείο την πρώτη ώρα αλλά και να μην παίρνω απουσία. Πήγαινα κατά τις 9 παρά στην τάξη και το έπαιζα κουρασμένος γιατί διάβαζα το βράδυ. Λίγο ψέμα, λίγο αλήθεια, έβγαλα τη χρονιά όπως έπρεπε. Στην τρίτη λυκείου είχα γίνει πρόεδρος στην τάξη και αντιπρόεδρος στο 15μελές του σχολείο μας. Και τα δυο από τύχη κι από σπόντα. Ήταν η καλύτερη χρονιά μου, διάβαζα με το ζόρι όσο μπορούσα, ίσα ίσα να βγάλω την ύλη για τις πανελλαδικές. Έκανα κοπάνες για να παίξω Pro ή Counter. Κάθε Σάββατο κατέβαινα Θεσσαλονίκη για να δω την κοπέλα μου που την υπεραγαπούσα. Κι ήταν αυτό το υπέρ που τα κατέστρεψε όλα. Μεγαλώνοντας με τρόπο διαφορετικό, κατάφερα να γίνω ο άνθρωπος – συναισθηματική βδέλλα. Μια ψυχή με είδε και μου χαμογέλασε κι εγώ κόλλησα πάνω της ίσως περισσότερο απ’ότι έπρεπε. Όλα αυτά τα χρόνια, πάντα νιώθω ευάλωτος και πάω και κολλάω κάθε τόσο σε κάποιον. Όταν είμαι μόνος, είμαι ολομόναχος. Έχω αρχίσει να σκέφτομαι πως ό,τι έχω κάνει ως τώρα, ό,τι έχω ονειρευτεί κι έχω επιδιώξει βασίζεται εκεί. Στην έλλειψη του πατέρα, στην ανωριμότητα των γονιών, στην απόρριψη από τους ανθρώπους μου, στην μοναξιά μου. Γιατί να θέλω να σώσω τον κόσμο όταν το κυριότερο είναι πως πρέπει να σώσω τον εαυτό μου; Λες κι ο κόσμος θέλει να σωθεί. Γιατί να θέλω να γίνω ο πατέρας που δεν είχα, λες και θα γίνω ο πατέρας του εαυτού μου. Κουβαλάμε την ιστορία μας σαν να’ναι γράμμα χωρίς σφραγίδα.

Κάπου τον Φλεβάρη, λίγο αφότου έκλεισα τα 18, χώρισα με την κοπέλα κι από τότε ίσως κατοικώ εκεί, σε αυτές τις στιγμές του χωρισμού που ήθελα να της διδάξω κάτι. Τέρμα οι βόλτες στο βιβλιοπωλείο και τα πάρκα. Όλη κι όλη η ιστορία δεν κράτησε παρά 8 μήνες. Τους δυο τελευταίους μαλώναμε. Όταν τη ρώτησα αν θέλει να χωρίσουμε μου είπε ναι. Όταν τη ρώτησα αν θέλει να είμαστε μαζί μου είπε και πάλι ξαι. Πήρα την απόφαση να την αποδεσμεύσω από τη μάστιγά μου. Κι έτσι χωρίσαμε για να’ναι αυτή καλά. Ένιωθα λίγο σαν πρωταγωνιστής ταινίας και τα συναισθήματα μου πιάνανε κόκκινο. Δεν ξεκόψαμε ωστόσο. Για καιρό μιλούσαμε και ενίοτε βρισκόμασταν, στην αρχή σαν πρώην, στη συνέχεια σαν φίλοι, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Το πρώτο βιβλίο που διάβασα το διάβασα για να της την μπω. Ήταν ένα βιβλίο της Βαμβουνάκη και το μόνο που μου’χει μείνει είναι η φράση: το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης, που παραπέμπει στη μελαγχολία. Μάλλον έχω μπόλικη από αυτή. Τα πρώτα κείμενα που έγραψα τα έγραψα για να της δείξω κάτι. Ίσως ότι σκέφτομαι, ίσως ότι είμαι μόνος, ίσως ότι προσπαθώ. Μάλλον είμαι μονογαμικός. Συναισθηματικά μονογαμικός γιατί όλα αυτά τα χρόνια δε βρήκα μεγαλύτερο έρωτα. Με ήθελε πίσω για περίπου ένα χρόνο κι εγώ της έλεγα πως ενώ το ήθελα κι εγώ, ωστόσο δεν έπρεπε να τα ξαναβρούμε. Ήθελα να της δείξω πως πρέπει να τιμούμε αυτό που έχουμε και να μην το διώχνουμε μακριά. Πως για λόγους αυτοσεβασμού δε θα γυρνούσα ποτέ κοντά της, τι κι αν την έψαχνα όλα τα φοιτητικά μου χρόνια στα πρόσωπα των περαστικών. Είναι απίστευτο πως ένας εφηβικός έρωτας μπορεί να ορίσει τη ζωή σου. Ό,τι δυσκολία κι αν μου έτυχε, πάντα είμαι ευγνώμων που βρέθηκε ο κατάλληλος άνθρωπος την κατάλληλη στιγμή και με ξύπνησε από τη συναισθηματική απραγία. Το ρήμα αγαπώ είναι ενεργητικό και δεν είναι απλά ζήτημα ικανότητας μα και δεξιότητας. Κι είναι τόσο δύσκολο το σ’αγαπώ στην πράξη. Είμαι τύπος που δεν το λέει σχεδόν ποτέ. Μου έχουν μάθει να αγαπώ μέσα από τις πράξεις, τις εκούσιες και τις ακούσιες, που κι αυτές δεν αρκούν. Χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω εμείς οι άνθρωποι για να μάθουμε να αγαπούμε. Και πολλές φορές μια ζωή δε φτάνει για κάποιον ώστε να μάθει να αγαπά.

Τόσα χρόνια παιδεύομαι με αυτό το ρήμα, το τόσο απλό μα και τόσο περίπλοκο.

Πλάκα είχε όταν στο πρώτο μου ταξίδι με κοπέλα, γύρω στα 25 μου, πήγα και με τις δυο κοπέλες που σήμαιναν κάτι για εμένα. Ήμουν με τη Ζ. στο αεροδρόμιο και τι πιο λογικό από το να δω την Α. με το αγόρι της. Πήγαιναν, επίσης, πρώτη φορά διακοπές ως ζευγάρι, στον ίδιο προορισμό, τις ίδιες μέρες. Για κάποιον λόγο η Α. δεν τράβηξε τη σέλφι που της ζήτησα όταν καθόμασταν πάλι λόγω τύχης όλοι μαζί στο αεροπλάνο της επιστροφής. Η Α., ο Κ., πίσω από την Α. εγώ και δίπλα μου η Ζ.. Δεν πιστεύω σε θεούς και κουραφέξαλα. Ούτε σε μοίρες και κάρματα κτλ. Μα η ζωή μου παίζει πούστικα παιχνίδια με όλες αυτές τις τυχαίες της αναγκαιότητες.

Παρατηρώντας τον εαυτό μου, διαβάζοντας ό,τι βγαίνει από μέσα μου, αναρωτιέμαι τι σκατά είμαι. Νιώθω σαν ένα πληγωμένο πουλί, σαν ένα πουλί από γυαλί που ράγισε μα που παλεύει όλη του τη ζωή να διορθώσει τον εαυτό του.

Κάποτε ήταν η οικογένεια, μετά οι φίλοι, μετά ο έρωτας και οι κοπέλες. Τώρα είναι ο εαυτός μου αυτός ο τελευταίος μου γλυκός εχθρός που παίζει παιχνίδια τρέλας μέσα μου.

Τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να συμφιλιωθώ με ό,τι μου έτυχε. Να συγχωρήσω τους πάντες κι ας με πίκραναν, ακόμη κι άθελά τους. Να τους σεβαστώ όλους κι όλες. Κι ίσως έτσι, μόνο έτσι, να καταφέρω κάποτε να τους αγαπήσω πάλι, όπως τους αξίζει, όταν θα’μαι υγιής κι ο ίδιος. Δε χωρά πραγματική αγάπη εκεί όπου δεν υπάρχει υγεία, εκεί όπου το συναισθηματικό χωράφι μας δεν είναι έτοιμο για σπορά.

Ο Σάκης μου θύμισε το παρελθόν, μου έδειξε τα βήματα που με οδήγησαν σε μονοπάτια. Θέλω να καταλάβω, όχι απλά για να κατανοήσω, αλλά και για να κυριαρχήσω. Δεν υπάρχει κάτι λιγότερο στην πορεία μέσα μας. Επιβιώνουμε, αναπαραγόμαστε, κυριαρχούμε, πρώτα και κύρια στο ίδιο μας το άτομο.

Ήταν αυτή η βόλτα μια ανέμελη, δίχως σκοπιμότητες προσπάθεια εξιλέωσης; Ήταν αυτή η βόλτα ένα χτύπημα κάτω από τη ζώνη απέναντι σε εμένα τον ίδιο; Τι σημασία έχει; Εγώ το ονομάζω δύναμη και τρέλα κι εύχομαι τα καλύτερα σε όσους πέρασαν από τη ζωή μου, μου έμαθαν τόσα κι άλλα τόσα, με πόνεσαν και με δυνάμωσαν. Τους εύχομαι να υγιαίνουν τόσο σωματικά όσο και πνευματικά κι ας έχουμε γίνει ξένοι πλέον. Άλλωστε, δε μας συνέβη τίποτα παραπάνω από αυτό το απλό κομμάτι που λέμε ζωή. Μας προέκυψε, ζωή.

3 σκέψεις σχετικά με το “Βόλτα

  1. Το φατσοβιβλίο μου έδωσε την ευκαιρία να ξαναβρεθώ με εφηβικούς φίλους και φίλες. Με κάποιους είπαμε ένα γεια, και ως νέοι πια άγνωστοι ξαναχαθήκαμε. Υπήρξαν όμως ένα δύο άτομα που ήταν σαν να μην πέρασε μια μέρα. Συναντηθήκαμε, μετρήσαμε σημάδια πάνω μας, εμπειρίες γνώσεις, επιτεύγματα απώλειες κλπ…. και η οικειότητα, η αμεσότητα, η αθωότητα των αισθημάτων μας ήταν εκεί.
    Θέλω να σου πω πως πέρασα πολύ όμορφα στη βόλτα σου. Προσωπική μου άποψη θα νιώσεις τρομερά υγιής και δυνατός αν καταφέρεις να κρατάς πάντα από τον χέρι αυτό τον άτακτο μπόμπιρα. Σε αυτή τη βόλτα γνώρισα όλα τα προτερήματα και τα ταλέντα σου.
    ουφ… προσπαθώ να κρατήσω το στόμα μου κλειστό για την Α. Φυσικά και το έχεις χειριστεί τελείως λάθος κατά τη γνώμη μου. σσσσ άχνα δεν βγάζω … χαχαχαχα
    αχνα δεν βγάζω … κλασικό τραγούδι

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Ωραίο τραγουδάκι όπως πάντα Μάνια μου!

      Δεν ξέρω αν το χειρίστηκα λάθος ή σωστά, δεν νομίζω ό,τι μπορεί να κριθεί και στο τέλος τέλος, δεν έχει και τόση σημασία. Άλλωστε, όλοι έχουμε τέτοιες ιστοριούλες να μας συνοδεύουν, ιστορίες που μας σημάδεψαν.

      Το παράξενο της υπόθεσης είναι ότι ξεκίνησα να γράφω γι’άλλα, και γι’άλλα κατέληξα να μιλήσω. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της βόλτας, ίσως είπα δυο-τρία πράγματα σε μερικούς ανθρώπους που σημαίνουν πολλά για μένα χρησιμοποιώντας bits και bytes.

      Στην τελική, τη ζωή τη ζούμε μόνο μια φορά, προς τα μπροστά, κι ό,τι κάναμε χθες, ό,τι κάνουμε σήμερα, μπαίνει στο τσουβαλάκι που κουβαλάμε στην πλάτη μας, κι αν μας βαραίνει λίγο, δεν είναι τόσο για κακό.

      Τι θα ήταν άραγε ο άνθρωπος αν οι εμπειρίες του δε γίνονταν αναμνήσεις, τι θα’ταν αν τα συναισθήματα όπως ο έρωτας κι ο πόνος δε μετουσιώνονταν σε σοφία;

      Όπως πάντα, ευχαριστώ για το σχόλιο και φυσικά θα’θελα πολύ να μου πεις γιατί το χειρίστηκα λάθος, θα μου δείξεις την άλλη οπτική που αδυνατώ να’χω, κι ίσως αυτό με βοηθήσει στις επόμενες σχέσεις μου, που γενικά είμαι πολύ κακός.

      Όσο για τον μπόμπιρα, θέλω δε θέλω, το λέω ή όχι, τον έχω να με δυναστεύει… 🙂

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s