Πρώτες Σκέψεις

Αυτές οι πρώτες σκέψεις, δεν είναι ούτε τόσο πρώτες, και σίγουρα ούτε και λίγες.

Αφού έδωσα στον εαυτό μου ένα μήνα αδείας από το γράψιμο, επιστρέφω σε αυτό με ένα κεφάλι που ξεχειλίζει από σκέψεις και μια καρδιά που χτυπάει πιο βαθιά και πιο γρήγορα.

Πριν από έναν μήνα ακριβώς, μετά το τελευταίο μου κούρεμα, πήρα το αεροπλάνο για Ολλανδία. Μια ώρα καθυστέρησης στην πτήση θεωρείται αυτό το καλοκαίρι καλό σημάδι που προμηνύει πως όλα θα πάνε καλά. Κι όντως πήγαν, σχεδόν.

Στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης έβλεπες μόνο τουρίστες, έλειπαν τόσο πολύ οι οικείες φυσιογνωμίες και οι λαλιές που ένιωθα κι εγώ κάτι σαν τουρίστας, κάτι σαν κοσμοπολίτης. Εκεί που πήγα να σταθώ, στην ουρά του check-in, άκουγα κυρίως ολλανδικά μα έβλεπα ανθρώπους όλων των χρωμάτων. Μου άρεσε αυτή η εικόνα γιατί ήξερα ότι η χώρα στην οποία θα πήγαινα είναι μια χώρα ανοιχτή στον κόσμο, όχι μόνο όταν αυτοί είναι τουρίστες όπως κάνουμε στην Ελλάδα, αλλά και όταν έρχονται να ζήσουν μαζί με εμάς, χωρίς αυτό το εμάς να είναι τόσο καθαρό με εθνικά χαρακτηριστικά.

Πρώτη παρατήρηση, οι Ολλανδοί, οι πιο ντόπιοι Ολλανδοί τέλος πάντων, είναι όντως πολύ ψηλοί. Δεύτερη παρατήρηση, σαν να ακούγεται πνιχτή αυτή η γλώσσα με τα τόσα χου και χου.

Ανέβηκα στο αεροπλάνο με ανάμικτα συναισθήματα. Λίγο σαν αποφυλάκιση, λίγο σαν βουτιά στα βαθιά. Με ανυπομονησία, μα όχι τόση όση είχα άλλες φορές. Με έναν αμυδρό ενθουσιασμό για τη νέα ζωή. Και κυρίως με μια πίκρα για ό,τι αφήνω πίσω, και πάνω απ’όλα την ανάγκη να αφήσω πίσω τον παλιό μου εαυτό, τον οποίο αγαπούσα παρόλο που ήταν βουτηγμένος στη μελαγχολία.

Όταν φεύγεις από τον τόπο σου, τον όποιο τόπο, όσο κι αν τον αγαπάς ή τον μισείς, ή αγαπάς να τον μισείς και μισείς που τον αγαπάς, δε γίνεται να φεύγεις και να’σαι τραλαλί τραλαλό. Δεν είναι καλό σημάδι να’σαι μόνο μες στην καλή χαρά γιατί μάλλον δε συνειδητοποιείς ακριβώς τι συμβαίνει, τι αλλαγές πρόκειται να γίνουν.

Διάβασα λίγο στο αεροπλάνο για να σταματήσω να σκέφτομαι μα κάθε τόσο έκανα διαλείμματα. Είναι απίστευτο να ξεκινάς με ήλιο στην Ελλάδα, και με ζέστη εννοείται, και να τον χάνεις έπειτα από λίγα λεπτά για να τον ξαναβρείς μετά από μέρες. Ο ουρανός κράτησε δε κράτησε καθαρός για τριάντα λεπτά. Μετά από αυτό, πετούσαμε πάνω από μια απέραντη, ελαφρά γκρίζα, σχεδόν λευκή μουντάδα συννέφων που δεν έλεγε να σταματήσει. Ξανάδα γη μόνο όταν ετοιμαστήκαμε για προσγείωση πάνω από την Ολλανδία και το πρώτο πράγμα που’δα από κάτω μου ήταν μια σειρά από ανεμογεννήτριες. Ναι, τι πιο χαρακτηριστικό από αυτό, από το να δεις ανεμογεννήτριες στη χώρα των ανέμων. Επίσης, μετά από αυτές, φάνηκαν τα πρώτα κανάλια, λωρίδες επί λωριδών, με νερά μαύρα που καθρέφτιζαν το γκρίζο του ουρανού. Σε λίγο έβγαινα από το αεροπλάνο κι ένιωθα την πρώτη δροσιά εισπνέοντας ολλανδικό αέρα. Από τους 35 στους 17 βαθμούς μέσα σε 3 ώρες.

Στο αεροδρόμιο, σε μια γωνιά στο πλάι, δίπλα από τον χώρο παραλαβής αποσκευών έκαναν πάρτι αμέτρητες βαλίτσες, σε όλα τα μεγέθη και χρώματα. Ένας θεός ξέρει τι έκαναν όλες αυτές οι βαλίτσες εκεί χάμω. Αφού περίμενα σχεδόν μια ώρα, βγήκε ταλαιπωρημένη κι η δική μου βαλίτσα, κι η πίκρα μου μεγάλωσε όταν την είδα ακρωτηριασμένη. Της έλειπαν δυο ροδίτσες από τις τέσσερις, οι δυο καλές της, κι εγώ την κουβαλούσα σαν κουφάρι ασήκωτο, 34 κιλών, κάπως ανάποδα. Για δυο μέρες μετά από αυτή την ηρωική προσπάθεια, τα χέρια μου δεν έλεγαν να ξεπιαστούν.

Με τα πολλά έφτασα από Άμστερνταμ στο Ρότερνταμ, όπου με φιλοξένησε ένας φίλος. Έμεινα για πέντε μέρες εκεί και πήρα εικόνες και πληροφορίες για την νέα κατάσταση στην οποία βρέθηκα. Όταν πας κάπου έξω, για να μείνεις, είναι πάντα προτιμότερο να’χεις φίλους ή έστω και γνωστούς, από το να πηγαίνεις τελείως μόνος, δίχως να ξέρεις κανέναν.

Μετά το Ρότερνταμ ήρθα στην Ουτρέχτη όπου και βρίσκομαι τώρα. Έμεινα πάλι σε φίλο, πάλι για πέντε μέρες, πριν πάω για άλλες τόσες σε ένα hostel. Η πιο σημαντική υπηρεσία του hostel φάνηκε πως ήταν οι τσάμπα ωτοασπίδες, το κατάλαβα το δεύτερο βράδυ που τις έβαλα και κατάφερα να κοιμηθώ. Έχω ξαναμείνει σε hostel, είναι ωραία η φάση, αλλά το συγκεκριμένο έδινε πολύ λίγα ζητώντας πάρα πολλά. Γενικά, εδώ στην Ολλανδία, τουλάχιστον όσο δεν εργάζεσαι, έχεις την εντύπωση πως κι ο αέρας που εισπνέεις χρεώνεται. Η ζωή είναι πιο ακριβή σε σχέση με την Ελλάδα, χωρίς παρόλα αυτά το σούπερ μάρκετ να’χει και τόσο μεγάλες διαφορές. Αν και για να’μαι ειλικρινής, είναι καιρός τώρα που δεν πήγα στην Ελλάδα σε κανονικό σούπερ για έρευνα αγοράς. Άρα, ίσως λόγω πληθωρισμού να’χουν ανέβει και οι τιμές εκεί αντίστοιχα με τις τιμές εδώ. Με την αυτάρκεια που έχω μάθει λόγω στενότητας τα τελευταία χρόνια, βρίσκω πάντα τρόπο να ζω με λιγότερα από 150 ευρώ για τρόφιμα τον μήνα, οπότε και δεν τρελαίνομαι με τις τιμές, αν και βλέπω γύρω μου το τι συντελείται και προς τα που οδεύουν τα πράγματα. Μετά το hostel, ήρθα σε μια ιδιωτική φοιτητική εστία, με νοίκι λίγο πάνω από τα 8 εκατοστάρικα, και με φιλοξενεί μια φίλη που πήγε διακοπές στην Ελλάδα. Σε μια εβδομάδα από τώρα, θα πάω πίσω στον δεύτερο φίλο, και θα μείνω εκεί μέχρι τις 19 που θα μπω στο δικό μου στουντιάκι, σε αντίστοιχη ιδιωτική φοιτητική εστία. Η κατάσταση με τα σπίτια εδώ είναι το λιγότερο τραγική. Η ζήτηση είναι τόσο μεγάλη και η προσφορά τόσο χαμηλή που οι τιμές έχουν φτάσει στα ύψη και παρόλα αυτά δεν καλύπτεται η ζήτηση, δεν μπορεί να καλυφθεί. Λίγο τα airbnb, λίγο ο ρυθμός αύξησης της ζήτησης, λίγο η προσφορά που ώρες ώρες νιώθεις πως επίτηδες δε μεγαλώνει, έχουν δημιουργήσει μια κατάσταση πνιγερή, με συνθήκες που σε κάνουν να διπλοσκέφτεσαι αν αξίζει να έρθεις στην πόλη. Κι αυτό είναι ένα μόνο δεντράκι που καίγεται, ανάμεσα στα τόσα και τόσα του δάσους σπιτιών σε όλες τις πόλεις της Ευρώπης που έχουν κάποια προοπτική.

Η Ουτρέχτη έχει ένα ωραίο κέντρο, με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική που αναδεικνύει τα κανάλια της και είναι μια πόλη σχετικά μικρή σε όρους απόστασης. Η μόνη κίνηση στους δρόμους αφορά στα ποδήλατα που περιμένουν στα φανάρια ενώ τα αυτοκίνητα είναι τόσο μα τόσο λίγα σε σχέση με ό,τι είχα συνηθίσει στην Ελλάδα. Τα Μ.Μ.Μ. όπως τρένα και λεωφορεία δεν είναι ποτέ γεμάτα και είναι γι’αυτό άνετα. Εντύπωση μου έκανε ότι τα τρένα είχαν μια κάποια βρωμιά κι ασχήμια που δεν περίμενα, ενώ και τα λεωφορεία δεν είναι πέραν των προσδοκιών, ενώ μου άρεσε πολύ το γεγονός ότι όλοι οι επιβάτες ανεβαίνουν από την πρώτη πόρτα, όση ώρα και να χρειαστεί, και χτυπώντας την κάρτα τους χαιρετούν τον οδηγό κοιτώντας τον στα μάτια. Κατεβαίνοντας από το λεωφορείο, κοιτάζεις μπροστά προς τον οδηγό και τον χαιρετάς, ως οφείλεις σαν άνθρωπος απέναντι σε άνθρωπο, για την εξυπηρέτηση που σου έκανε. Αυτό είναι το αγαπημένο μου ως τώρα μιας κι όταν το έκανα στην Ελλάδα που και που, ένιωθα λίγο αμήχανα, ενώ εδώ είναι το πιο φυσικό πράγμα.

Κάτι άλλο που διαπίστωσα είναι ότι αν είσαι 1,84 εδώ στην Ολλανδία μάλλον είσαι λίγο πιο χαμηλά από το μέσο όρο, που πάει να πει ότι νιώθω για πρώτη φορά στη ζωή μου κοντός, κάτι καθόλου ωραίο. Ας με συγχωρήσουν οι ευγενέστατες και καλόκαρδες Ολλανδές που τις λέω καμιά φορά δεινοσαυράκια όταν είναι 1,85 – 1,90 ψηλές και νταρντάνες. Επίσης, κάτι άξιο αναφοράς είναι ότι την ολλανδική γλώσσα την χαρακτηρίζει το Χ. Όχι τόσο το χι, όσο το χου, το βαρύ χχου που σου καθαρίζει τον λαιμό από βαθιά. Έχουν τόσο πολύ χου χου μέσα στις λέξεις που περισσότερο ακούς αυτό παρά οτιδήποτε άλλο. Τουλάχιστον εμένα μου κάνει εντύπωση. Η γλώσσα είναι κάτι ανάμεσα στα αγγλικά και τα γερμανικά ενώ είναι εγγύτερα στα δεύτερα. Όχι κι ό,τι καλύτερο κατ’εμέ μα τι να κάνεις.

Λοιπόν, θα το πω μια φορά, και θα εξηγηθώ για να μην παρεξηγηθώ. Στην Ολλανδία έχω δει περισσότερους μουσουλμάνους απ’ότι ανέμενα. Ήξερα πως είναι πολυπολιτισμική χώρα, έχοντας καρύδια από κάθε καρυδιά, αλλά η δεύτερη πολυπληθέστερη πολιτισμικά ομάδα μετά τους ντόπιους Ολλανδούς, είναι οι μουσουλμάνοι. Μέχρι τώρα, έχω μείνει στις λεγόμενες τουρκογειτονιές, που δε θεωρούνται από τις καλύτερες, παρόλο που η ασφάλειά τους είναι μεγαλύτερη κι από τις καλύτερες γειτονιές της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας. Αλλά η μαντίλα πάει σύννεφο, όπως και η παντόφλα Adidas ή Nike με κάλτσα. Μπορεί να ακουστούν ρατσιστικά αυτά που θα πω αλλά κάθε φορά που βλέπω μαντίλα, ακόμη κι αν η κοπέλα υποστηρίζει ότι τη φορά γιατί είναι θρήσκα, εγώ βλέπω ένα λουλούδι περιτοιχισμένο που δεν αφήνει τον κόσμο να δει την ομορφιά του. Κάθε φορά που βλέπω δυο-τρεις μουσουλμάνους μαζί να αράζουν, νιώθω μια μικρή ενόχληση, ειδικότερα όταν η προκατάληψη βρίσκει λόγο στήριξης, όταν δηλαδή συμπεριφέρονται με τρόπο που να μου ξενίζει. Ναι, αυτό που νιώθω είναι ξενοφοβία, αλλά δεν είναι ξενοφοβία απέναντι σε κάθε τι ξένο, γιατί με Αφρικανούς ή Κινέζους ή Λατίνους όχι μόνο δεν νιώθω άσχημα αλλά νιώθω και καλά. Είναι ισλαμοφοβία; Παρόλο που οι μουσουλμάνοι πριν χίλια χρόνια μας μάθαιναν εκ νέου τον Αριστοτέλη και στάθηκαν έτσι ουραγοί για την Αναγέννηση, έχουν καταφέρει να υποβιβάσουν τον πολιτισμό τους λόγω της πίστης στο δόγμα τους. Είμαι σίγουρος πως το Κοράνι έχει πάρα πολλά να μας διδάξει, πολλές όμορφες ιστορίες να μας πει, όπως και η Βίβλος ή το Ταλμούδ. Όλα αυτά όμως όταν τα μελετούμε με κριτική ματιά, δίχως να πιστεύουμε ό,τι διαβάζουμε, απλά γιατί είναι γραμμένο σε ιερές σελίδες. Δεν ξέρω αν είμαι ρατσιστής, εθνικιστής ή σεξιστής. Εγώ πιστεύω πως δεν είμαι. Ή μάλλον θέλω να μην είμαι. Αλλά ξέρω ότι ο άνθρωπος είναι ατελές ον, ξέρω ότι φοβάται το διαφορετικό. Ξέρω, επίσης, ότι απλοποιεί πράγματα και καταστάσεις. Δεν είναι όλοι οι μουσουλμάνοι ένθερμοι υποστηρικτές του Κορανίου και θρησκόληπτοι. Όπως, ευτυχώς, ούτε και οι χριστιανοί. Κι αν κι είμαι πρώην χριστιανός, δεν μπορώ να αποβάλλω κάθε τι χριστιανικό από μέσα μου, γι’αυτό και νιώθω άνετα να κινούμαι ανάμεσα στον κόσμο όπως μας τον διαμόρφωσε αυτή η θρησκεία. Ίσως γι’αυτό να μη μου αρέσουν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι που παρόλο που είναι αδερφοί μου, εγώ δυσκολεύομαι να μη νιώσω άσχημα όταν τους ακούω να μιλούν, πολλές φορές να φωνάζουν, στη γλώσσα τους. Ναι, κι εμείς οι μεσογειακοί είμαστε φωνακλάδες, αδυνατούμε να μιλήσουμε χαμηλόφωνα και να σεβαστούμε τους γύρω μας, ίσως αυτό καταδεικνύει τη συγγένιά μας, αλλά δεν κοιτάζουμε στα πρόσωπα τους άλλους λες κι είναι εχθροί.

Τέλος πάντων, ελπίζω η επαφή μου με τον μουσουλμανικό κόσμο να με κάνει να ξεπεράσω αυτά τα κόμπλεξ. Ναι, και στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια βλέπουμε ανθρώπους που λιμνάζουν αδυνατώντας να ζήσουν με αξιοπρέπεια, αλλά εδώ το πρόβλημα, αν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοιο, είναι μεγαλύτερο. Στα σούπερ μάρκετ, ο μέσος όρος ηλικίας είναι τα 18, άντε τα 19 βαριά βαριά. Εργάζονται κυρίως παιδιά μεταναστών, κυρίως μουσουλμάνων. Η μαντίλα είναι σήμα κατατεθέν τους. Αυτό που με πειράζει είναι η κυνικότητα που κρύβεται κάτω από όλα αυτά. Μίλησα για το θέμα με τη φίλη που με φιλοξενεί, η οποία είναι πιο ευαισθητοποιημένη με τέτοια ζητήματα, και μου εξήγησε πως η κατάστασή τους είναι αυτή, γιατί δεν παίρνουν ευκαιρίες ανάλογες με άλλες πολιτισμικές ομάδες. Το ίδιο το κράτος αποφεύγει να δώσει ευκαιρίες, κάνοντας την πίστα γι’αυτούς πιο δύσκολη. Έτσι, δίχως υποστήριξη στην εκπαίδευση, καταλήγουνε ποσοστιαία να σπουδάζουν λιγότερο σε σχέση με άλλους. Άρα, τους κρατούν έμμεσα πιο χαμηλά ως στρώματα, και τους εκπαιδεύουν τόσο ώστε να καλύπτουν τις χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας. Ακόμη κι αν κάποιος το παίζει πατριώτης με την κακή έννοια, έχει ανάγκη πλέον τους μετανάστες, κι απ’ότι φαίνεται εδώ, τους μετανάστες από μουσουλμανικές χώρες ώστε να τους χρησιμοποιήσει για να κρατήσει τεχνηέντως χαμηλά τους μισθούς. Είμαστε υπέρ των μεταναστών, γιατί πάνω απ΄όλα είναι άνθρωποι σαν κι εμάς κι αξίζουν κάτι καλύτερο, αλλά πλέον οι χώρες, προσπαθώντας να αποφύγουν το διαχωρισμό των κοινωνιών τους σε τάξεις ίδιου πολιτισμικού αποχρώματος, ωθούν τους ντόπιους σε υψηλότερες θέσεις ενώ καλύπτουν τις ανάγκες τους με μετανάστες που ούτως ή άλλως θα την κάνουν τη δουλειά γιατί την έχουν ανάγκη.

Εκεί που θέλεις να βοηθήσεις πρόσφυγες και μετανάστες, θα αναγκαστείς παρόλα αυτά να βάλεις ένα όριο στον αριθμό τους, ώστε να μπορείς να τους αφομοιώσεις ως χώρα, ή έστω, ακόμη κι αν δεν μπορείς να το πετύχεις αυτό γιατί δεν το θέλουν πολλές φορές ούτε οι ίδιοι, θα πρέπει να θέσεις όρια ώστε να μην μπορεί αυτή η ομάδα να εκφραστεί πολιτικά με τρόπο που να έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα της χώρας. Οι άνθρωποι αυτοί θα πρέπει μέσω κατάλληλης διαδικασίας να παίρνουν υπηκοότητα έπειτα από κάποια χρόνια, ώστε να έχουν δικαιώματα και να γίνονται κι αυτοί, για παράδειγμα, λίγο Ολλανδοί σαν τους άλλους. Αν όμως έχεις ένα 10-15% μουσουλμάνων σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, κι αν έχει αποκτήσει, κάτι το οποίο πρέπει να γίνεται μετά από κάποια χρόνια, πολιτική εκπροσώπηση, τότε αυτή η ομάδα μπορεί να συνεργαστεί ώστε να ασκήσει πίεση πολιτική στην εξουσία της χώρας. Ναι, πρέπει να βοηθούμε τους ανθρώπους όλου του κόσμου, αλλά θα πρέπει να ξέρουμε να προφυλασσόμαστε κιόλας. Γιατί; Γιατί απλούστατα οι πολιτισμικές διαφορές μας μπορούν να προκαλέσουν μεγάλα προβλήματα αν υπάρχουν νομικά κενά. Αν δεν έχουμε τρόπο να ζούμε ειρηνικά μεταξύ μας, σεβόμενοι ο ένας τον άλλο, μπορούμε να καταλήξουμε σε συγκρούσεις και να μοιάσει πως βγάζουμε μόνοι μας τα μάτια μας.

Για παράδειγμα, στη Γερμανία υπάρχουν γύρω στα 10 εκατομμύρια μουσουλμάνων και μόνο 1,5 Ελλήνων. Η πολιτική, οικονομική, κοινωνική δύναμη των πρώτων είναι μεγαλύτερη των δεύτερων. Πως είναι δυνατόν να περιμένουμε φιλικές προς τη χώρα μας στάσεις όταν το εσωτερικό πρόβλημα που μπορεί να προκύψει για τη Γερμανία από στάσεις σαν κι αυτές είναι πιθανό και μεγάλο; Πως είναι δυνατόν να μην παίζουν διπλωματικά οι πολιτικοί, ειδικά όσοι κάνουν εξωτερική πολιτική, παίζοντας σε διπλό ταμπλό;

Τέλος πάντων, δεν ήθελα όλο το κείμενο να αφορά μόνο αυτές τις σκέψεις, του επερχόμενου προβλήματος που αφορά το μουσουλμανικού στοιχείο έναντι του ευρωπαϊκού που είναι κυρίως χριστιανικό. Στο κάτω κάτω, δεν είναι οι μουσουλμάνοι το πρόβλημα, δεν μπορεί να είναι αυτοί. Το μεγάλο πρόβλημα που δημιουργεί τα μικρότερα στις κοινωνίες μας αφορά το ποιος ή ποιοι κάνουν κουμάντο. Αυτοί που έχουν τη δύναμη, την πολιτική και την οικονομική, τι σχεδιάζουν για εμάς χωρίς εμάς. Όχι, δεν αναφέρομαι σε πέντε, δέκα ή και χίλια άτομα. Ούτε στους μασόνους, τους Αμερικανούς ή τους Κινέζους. Αναφέρομαι σε όλους αυτούς που έχουν δύναμη αρκετή ώστε να επηρεάζουν τα πράγματα και τις εξελίξεις. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, κι εγώ, κι ο μουσουλμάνος, κι ο Ουκρανός, κι ο Ρώσος, κι όλοι οι ανθρωπάκοι της γης είμαστε θύματα κάποιων άλλων, ανώτερων από εμάς όντων, που η τύχη κι ίσως η τάση να ζουν σε βάρος μας, τους έφερε εκεί που τους έφερε. Τι γίνεται με αυτούς; Αντί να βλέπουμε κάτι το οποίο στα μάτια μας παρουσιάζεται ως πρόβλημα, καλύτερα θα’ταν να ψάξουμε για τον μεγαλύτερο εχθρό. Ίσως τον μόνο εχθρό.

Ίσως να μην υπάρχει καν εχθρός.

Βλέπω πως η Ελλάδα έχει κατακλυστεί από τουρίστες. Τουρίστες πιο πολλούς που ξοδεύουν πιο πολλά. Από τη μια χαίρομαι γι’αυτό. Από την άλλη όμως στενοχωριέμαι. Γιατί; Γιατί το κόστος τουρισμού στην Ελλάδα μεγαλώνει εις βάρος των ανθρώπων που ζούνε στη χώρα αυτή, γιατί δε θα’χουν τη δυνατότητα να την χαρούν όπως για παράδειγμα οι Γερμανοί ή οι Αμερικάνοι. Καλός ο τουρισμός, δε λέω, αλλά γιατί να πρέπει να στηρίξουμε τις εξαγωγές της χώρας μόνο σε αυτή την υπηρεσία; Άλλωστε, ο λαός δε βλέπει άμεσα τα οφέλη του τουρισμού, μόνο μετά από κύματα νιώθει την επιρροή του. Κι αυτό είναι ζήτημα αν θα γίνει. Προς το παρόν, ο τουρισμός στην Ελλάδα στηρίζεται στις πλάτες νέων ανθρώπων που ζουν πολλές φορές σε κοντέινερ και πληρώνονται ψίχουλα σε σχέση με αυτά που προσφέρουν σε νησιά όπως η Μύκονος, η Σαντορίνη, ακόμη και η Κρήτη.

Τα χρήματα έρχονται στη χώρα. Επενδύσεις γίνονται και θα γίνουν κι άλλες. Αλλά τι θα γίνει με την κοινωνία; Τι θα γίνει με τους απολιτικούς πολιτικούς που θέλουν να στηρίζουν τη δύναμή τους στη διχόνοια που σπέρνουν σε όλους; Τώρα είναι καλοκαίρι, όλα καλά, περνάει ο χρόνος σε χαμηλότερους βαθμούς έντασης. Τι θα γίνει όμως τον χειμώνα που τα προβλήματα θα γιγαντωθούν; Η ακρίβεια; Ο ιός; Η απειλή από τα ανατολικά; Η απειλή εσωτερικά;

Οι έχοντες, οι προνομιούχοι, οι αυλικοί αλλοτινών εποχών, αυτοί που κάνουν κουμάντο στο υποβασταζόμενο ελληνικό σώμα θα την παλέψουν, κι ίσως διαιωνίσουν τη θέση τους. Άνθρωποι του μόχθου όμως, θα πρέπει να σηκώσουν τα βάρη που προκύπτουν από λάθος κινήσεις σε κρίσιμα ζητήματα. Ποιος πληρώνει δυσανάλογα τον φόρο; Ποιος δεν έχει κατάλληλη δημόσια υγεία; Ποιον θα καλέσουν στην πρώτη γραμμή όταν κι αν ποτέ χρειαστεί; Κι όλα αυτά γιατί; Όλα αυτά στηριζόμενα στην εθνική συνείδηση; Οι αυτοκρατορίες του παρελθόντος ήταν πιο μπροστά σε αυτό. Έπαιρναν μισθοφόρους για τις βλακείες τους. Στην περίπτωση των νέων εθνών-κρατών, ποιος θα βγάζει μια ζωή τα κάστανα από τη φωτιά; Κι αν το σχεδόν σάπιο σώμα της ελληνικής κοινωνίας το τριγυρνάνε στα βρώμικα χέρια τους, τι γίνεται με την ψυχή της κοινωνίας αυτής που όλο και παραπαίει; Σημαντικά τα χρήματα κι οι πόροι, αλλά το ζήτημα είναι να ανθίζει το πνεύμα. Ποιος ο λόγος να ασχολείσαι με το πρώτο, την επιβίωση, αν δε ζεις κι απλά υπάρχεις με το ζόρι;

Λοιπόν, αυτή η κακόγουστη πλάκα κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσει. Κάποια στιγμή πρέπει να γίνουμε υγιής κοινωνία. Όχι μόνο η ελληνική, ούτε απλά η ευρωπαϊκή, αλλά η κοινωνία της ανθρωπότητας όλης. Ετοιμαζόμαστε για τρίτο παγκόσμιο, οι παίχτες παίρνουν τις θέσεις τους και βάζουν τα πιόνια εκεί όπου τους βολεύει. Αλλά δεν πρέπει να πάμε σε κάτι τέτοιο. Πρέπει να ζητήσουμε, πρέπει να απαιτήσουμε, πρέπει να πολεμήσουμε με τα όπλα της καθημερινότητας, με τα όπλα του συστήματος, με τα όπλα που δε χρησιμοποιούν βία, για έναν καλύτερο κόσμο. Όχι για έναν κόσμο του αύριο, που ευχόμαστε υγεία, αγάπη και ειρήνη για όλους, αλλά για έναν κόσμο του σήμερα, που βράζει, και πρέπει να κλείσουμε επιτέλους τη φωτιά.

Τέτοια λέω στον εαυτό μου και καταλήγω να τα πιστεύω, μα και πως μπορώ να κάνω διαφορετικά. Αν δεν πιστεύω στο καλό, σε αυτό που επιθυμώ, κινδυνεύω να γίνω κι εγώ ένας κυνικός, μπάσταρδος σαν όλους τους άλλους που ζουν εις βάρος μας, οι λίγοι έναντι των πολλών. Απέναντι σε εμάς τους απροσδιόριστους, τους υπαρξιακά αγχωμένους, τους παραπλανημένους του σήμερα.

Φέτος θα μπω σε ένα σχολείο, όχι αυτό του πανεπιστημίου της Ουτρέχτης, αλλά ένα διαφορετικό σχολείο της ζωής, που θα μου μάθει πως να συνυπάρχω και να ζω με άλλους ανθρώπους, από διαφορετικές κουλτούρες, με αξίες που ίσως και να μη μοιάζουν, σε ένα άγνωστο για εμένα περιβάλλον, σε μια ξένη χώρα.

Όπως και να’χει, πάλι νιώθω να πατώ με τα δυο μου πόδια, τόσο στην ελληνική πραγματικότητα, όσο και στην παγκόσμια, μόνο που τώρα έχω πάει το δεξί, το καλό δηλαδή, στον κόσμο μας, αφήνοντας το αριστερό, στον μικρόκοσμο του ελληνικού γίγνεσθαι.

4 σκέψεις σχετικά με το “Πρώτες Σκέψεις

  1. Με ένα τεράστιο χαμόγελο για τις πρώτες εντυπώσεις ενός ταξιδιού που μόλις ξεκίνησε, χαίρομαι που αυτή η δημοσίευση ήταν χορταστική αλλά και χαοτική. 🙂 (μικρή ευτυχία που έχεις φιλαράκια εκεί)
    Πρώτα απ όλα, σε όσα έχουν σχέση με τη θρησκεία, στα 12 χρόνια που είμαι στο Μοντρεάλ έχω πάρει αρκετά μαθήματα. Όσοι χρησιμοποιούν έντονα τα θρησκευτικά (και όχι μόνο) τους διακριτικά, απαιτούν, ναι απαιτούν να ξεχωρίζουν, επιζητούν να ξεχωρίσουν, άλλες φορές για να τους σεβαστείς άλλα τις περισσότερες για να επιβληθούν πάνω σου, αντιμετωπίζοντας σε ως εχθρό τους. Με λίγα λόγια ουρλιάζουν στα μούτρα σου απαιτώντας σεβασμό Σε κάθε θρησκεία υπάρχει φανατισμός. Άτιμο πράγμα ο φανατισμός. Γελάω πικρά γιατί κάθε φορά που αντιδρώ στο φανατισμό αυτός πετά την μπάλα στην εξέδρα, κατηγορώντας την αντιδρασή μου ως ρατσιστική, ισλαμοφοβική, σοβινιστική, σεξιστική, ομοφοβική (και άλλα ταμπελάκια) Η νέα μόδα που σε στέλνει αδιάβαστο κάθε φορά που πας να αποφύγεις τον φανατισμό κάποιων και τη διάθεση τους να σου επιβάλουν με το ζόρι τα πιστεύω τους. Και όλα αυτά γιατί δεν ασπάζομαι την ασυδοσία που τόσο πολύ φλερτάρει την ελευθερία μου με σκοπό να την ξεσκίσει.
    Έχω την εντύπωση, πως δεν υπάρχει συστημικός ρατσισμός για στους μουσουλμάνους ίσα ίσα. Και το αφήνω εδώ το θέμα, γιατί έχω παρατηρήσει πως, καθώς το ποσοστό τους μεγαλώνει σε μια χώρα, απαιτούν (επικαλούμενοι συνήθως τα ανθρώπινα δικαιώματα) νομοθετικές, ακόμα και συνταγματικές αλλαγές, κυρίως περί ανεξιθρησκίας κάτι που έτσι και αλλιώς προκαλεί διαμάχες από κράτος σε κράτος. (διάβασα οι Ολλανδοί στο 40% είναι Αγνωστικιστές) Για να πατά φρένο μια χώρα που φημίζεται για την πολύ ελεύθερη κοινωνική πολιτική που διατηρεί, κάτι έχει νιώσει έντονα από το 2004.

    Ο συστημικός ρατσισμός έχει προκαλέσει γενοκτονίες! Πραγματικούς αφανισμούς όχι αστεία. Κάθε τρελή σαν και μένα δεν θα αφήσει κανέναν να τον φορέσει ως πανοπλία για να… ουπς χαχαχα νομίζω πως ξέφυγα, ευτυχώς για το μόνο που συχνά με κατηγορούν είναι για τη σχιζοφρένεια μου χαχαχαχα

    Σε όσα γράφεις περί τουρισμού στην Ελλάδα έχεις δίκιο, αλλά αισιοδοξώ … Η Ελλάδα δεν είναι ένας απλός παραμυθένιος για την εξωτική του ομορφιά καλοκαιρινός προορισμός, είναι ένα από τα κέντρα πολιτισμού και επιστημών, ευλογημένος από κάθε άποψη. Μια μικρή έρευνα στο τι προσφέρει η ιατρική επιστήμη αχμμ πχ στη Θεσσαλονίκη στις εξωσωματικές… ουφ.. νομίζω πως πάλι ξεφεύγω χαχαχαχα

    Το μαζεύω και επιστρέφω στο φλέγον ζήτημα! 1,84 και νιώθεις κοντός???? Οχι μικρέ μου, αυτοί είναι ψηλοί απλά χαχαχαχαχα Μάλλον είναι ψηλοί για να καταφέρνουν να βλέπουν τη θάλασσα χαχαχαχ αστειάκια !!! Εγώ είμαι κοντή 1,65 άσε που αν ήμουν ψηλή θα ήμουν και αδύνατη χαχαχα
    Θεωρεία της σχετικότητας. Νομίζω αυτό είναι το πρώτο που θα σπουδάσεις 🙂

    αχμμμ με έβαλες σε σκέψεις με τις ωτοασπίδες! Θαυμάσια ιδέα.
    Στέλνω ένα λαλα ως φαν του σπορ.

    Μου αρέσει!

    1. Περίμενα να κάνω το πρώτο κούρεμα σε Σύριο, γιατί μόνο σε μουσουλμάνο μπορείς να βρεις κάτι οικονομικό εδώ. Πρέπει να έρθω κάπως σε επαφή με τον κόσμο αυτόν και να τον γνωρίσω, να τον καταλάβω. Βέβαια, στον συγκεκριμένο μάλλον δε θα ξαναπάω γιατί με έκανε λίγο σαν κατσίκι, αλλά τουλάχιστον το προσπαθώ. Είναι μεγάλη κουβέντα όλο το ζήτημα με τις θρησκείες, τις οποίες προσπαθώ να κατουράω αλλά με σεβασμό πάντα.

      Ευχαριστώ πολύ για το κομμάτι που μοιράστηκες μαζί μας!

      Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s