Βουτιά

Κλείνω τα μάτια και με φαντάζομαι να βουτώ μέσα μου χωρίς πολλά πολλά. Ούτε διατάσεις, ούτε αναπνοές. Κρύος στη σκέψη μα με μια αίσθηση πως με αυτή τη βουτιά θα πάω ακόμη βαθύτερα.

Αναρωτιέμαι, ποιά η ρίζα του ανθρώπου, σε τί βασίζεται όλο το οικοδόμημα που αυτός είναι, μα οι σκέψεις φιλτράρονται πριν μου εμφανιστούν απαντήσεις που στηρίζονται στη διαίσθηση. Έχω την ανάγκη να κολυμπήσω, προς τα κάτω, προς το σκοτάδι, εκεί όπου ένα άλλο μέρος του εαυτού μου, ίσως να μου δώσει πιο αφιλτράριστες, παράδοξες κι ίσως εμπνευσμένες απαντήσεις.

Όλος ο κόσμος χωράει μέσα στο κεφάλι μου. Δεν είναι παρά μια ταινία η προβολή του, με μια παλιά αρχή κι ένα μακρινό τέλος, τί κι αν κάποτε φαντάζει τόσο μικρή η διάρκειά της. Τι κι αν κάποια στιγμή όλη η ζωή μου χωρέσει σε δυο λεπτά σκέψης λίγο πριν το τέλος; Με φαντάζομαι να αναπολώ εικόνες, πρόσωπα, αισθήσεις, αν είμαι τυχερός να’χω χρόνο για αποχαιρετισμούς.

Το θέμα όμως σήμερα δεν είναι ούτε το παρελθόν, ούτε το μέλλον, μα το παντοτινό τώρα του μυαλού μας και η βάση του, η ρίζα του δηλαδή που μπορεί και να μας ξενερώσει μα σίγουρα θα’χει κάτι να προσθέσει στον αγώνα για κατανόηση.

Ήρεμα ήρεμα, το νοητό μου σώμα βυθίζεται μέσα στη σκέψη. Δίνω απαλές χεριές κι αφήνω την ανάσα μου να ξεφουσκώνει, όλο και σκοτεινιάζει, γλυκό χρώμα του ερέβους.

Με τις κλεφτές ματιές που ρίχνω βλέπω τριγύρω μια τις φαντασιώσεις, μια τις ελπίδες, λίγο παραδίπλα τις επιθυμίες. Τώρα βλέπω τις φοβίες μου, τα άγχη και το στρες που με καταβάλει. Μια χεριά ακόμα. Να οι αναμνήσεις. Να οι ιδέες. Να τα συναισθήματα. Όλα σχηματίζουν ένα ψηφιδωτό εντός μου. Ένα ψηφιδωτό που έχει το πρόσωπο του χαρακτήρα μου.

Δίνω χεριές και πάω και πάω. Σε λίγο θα συναντήσω ακόμη κι όσα δεν ξέρω πως έχω μέσα μου, ή έστω όσα έχω ξεχάσει. Κάπου τα’χει καταχωνιασμένα ο νους μου. Η ανάσα με κρατά και νιώθω το σώμα μου δροσερό, η σκέψη ψάχνει τον βηματισμό της ακόμη.

Έχω στο πίσω μέρος του μυαλού μου πως θα βρω μια πόρτα, εκεί κάτω, εκεί όπου δε φτάνουν οι ακτίνες του ήλιου που εισχωρούν μέσα μου από τα μάτια. Άλλωστε, τα έχω κλειστά, βλέπω μόνο αυτά τα γράμματα μα φαντάζομαι τη μορφή μου να’ναι κατακόρυφα τοποθετημένη μέσα σε ένα υγρό κενό σκέψης, μέσα σε ένα άπνοο περιβάλλον.

Δίνω μια χεριά κάθε τόσο κι αναρωτιέμαι πόσο είναι το βάθος, πόσο θα με κρατήσει και η αναπνοή μου πριν το αφήσω για σήμερα, πριν αναδυθώ και πάλι στην επιφάνεια του κόσμου.

Μου έρχονται σκέψεις όπως βυθίζομαι, με περιτριγυρίζουν σαν πνεύματα, σα φαντάσματα καλύτερα, με αγγίζουν μα τις απωθώ. Όχι, πάω στον στόχο, όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο σκοτεινά, όλο και πιο άγνωστα.

Είμαι συνειδητός. Είμαι παρών. Οι λέξεις, δε βγαίνουν τώρα με την ίδια ευκολία, όπως τις άλλες φορές. Στη σημερινή μου άσκηση, ίσως να μην προκύψει και τίποτα, ίσως να μην ανοίξω το στόμα του υποσυνείδητου, ή ακόμα και του ασυνείδητου.

Μια χεριά ακόμα, πόσα μέτρα να’χω βυθιστεί; Τι σημασία έχει, είμαι στην κάθοδό μου. Με πλημμυρίζει ένα συναίσθημα. Δεν ξέρω τί ακριβώς είναι. Έχει λίγο από ενθουσιασμό, λίγο από φόβο, είναι όμως και μια αίσθηση κούρασης μέσα του, κι απορίας. Μου αρέσει η θάλασσα, αλλά τη φοβάμαι. Εδώ όμως νιώθω λιγότερο τον φόβο, περισσότερο οικεία μα όχι τόσο όσο νομίζω. Αν χωρίζεται η σκέψη μας σε συνειδητή, υποσυνείδητη και ασυνείδητη, που μπορούμε να κολυμπήσουμε μέσα σε αυτές τις κατηγορίες; Γράφοντας ως τώρα νιώθω ότι παίζω ανάμεσα στο συνειδητό και το υποσυνείδητο, ναι αλλά εγώ θέλω να κατέβω ακόμη βαθύτερα σήμερα. Η ανάσα μου με κρατά ακόμα.

Χρειάζομαι ερωτήσεις, οι παρατηρήσεις δεν επαρκούν, χρειάζομαι λίγο φως.

Τι είμαι;

Είμαι ένας άνθρωπος, ναι, αλλά τι είναι ο άνθρωπος;

Είναι ένα ον, μέσα του έχει ζωή, αλλά δεν είναι απλά ένας ζωντανός οργανισμός, τότε τι είναι;

Τι κάνει τα δάχτυλά μου να πληκτρολογούν αυτή τη στιγμή;

Είναι η σκέψη μόνο;

Είμαι η σκέψη ή μήπως έχω σκέψη;

Νιώθω πως κάπου θα με οδηγήσω με όλα αυτά. Προς τα πάνω θα’χει χαθεί ήδη η τρυπούλα του φωτός.

Είμαι η συνείδηση που κατοικεί μέσα σε έναν εύπορο εγκέφαλο;

Έχω εγκέφαλο και σώμα ή είμαι εγκέφαλος και σώμα;

Αν μου κόψουν το χέρι, θα’μαι εγώ και πάλι.

Αν μου κόψουν το πόδι, θα’μαι εγώ και πάλι.

Αν με κόψουν από τον λαιμό και κάτω, αν με βάλουν σε ένα μηχάνημα που θα στέλνει αίμα με οξυγόνο στον εγκέφαλό μου, θα’μαι εγώ και πάλι.

Το σώμα μου δεν είναι παρά το όχημά του εγκεφάλου μου. Είμαι ένα σπέρμα που πραγματώθηκε, που έβγαλε άκρα και περπατά μέσα στη ζωή.

Είμαι ο εγκέφαλός μου ή έχω εγκέφαλο;

Αν έτρωγα μια σφαίρα στο κεφάλι, αν προξενούσε η σφαίρα αυτή μια ανάγκη να κοπεί ένα μέρος του, ίσως να μπορούσα να συνεχίσω να ζω, να υπάρχω. Μπορεί κάποιες λειτουργίες του εγκεφάλου να σταματούσαν, ίσως η αντίληψη της πραγματικότητας που έχω τώρα να άλλαζε, θα εξακολουθούσα όμως να’μαι εγώ.

Χεριά στη χεριά στη χεριά.

Είμαι οι αισθήσεις μου, ή απλά έχω τέτοιες;

Βλέπω γιατί έχω μάτια, πληροφορίες κι ερεθίσματα που στέλνω μέσα στον εγκέφαλο.

Ακούω γιατί έχω αυτιά, κι άλλες πληροφορίες κι ερεθίσματα.

Ακουμπώ κάτι με τα χέρια μου, λαμβάνω κι άλλες.

Οσφραίνομαι μέσω της μύτης, βάζω κι άλλες.

Γεύομαι χάρη στη γλώσσα μου, και σταματημό δεν έχω.

Αν μου στερηθεί η όραση κι η ακοή. Αν κάτι συμβεί και χάσω την αφή μου. Αν καταστραφεί η αίσθηση της μυρωδιάς και καεί ή κοπεί η γλώσσα μου, τότε όλες μου οι αισθήσεις θα’χουν παραλύσει, μα εγώ, θα’μαι εγώ, κι ας μην έχω τρόπο να αντλήσω από το εξωτερικό περιβάλλον.

Τι είμαι;

Η ύλη είναι η βάση μου και πριν σκεφτώ απλά υπάρχω, όπως και το ζώο, όπως και το φυτό, το μόνο που με κάνει να ξεχωρίζω από αυτά δεν είναι παρά η πιο ανεπτυγμένη συνείδηση. Η αυτοσυνείδηση, αυτή που μου λέει ότι εγώ είμαι εγώ, δεν έχει φανερωθεί σε όλους τους οργανισμούς. Αλλά πριν γίνω συνείδηση, πριν φτιάξω όποιο εγώ, υπερεγώ ή εμείς, είμαι ύπαρξη.

Είμαι ύπαρξη.

Αν βγάλω τη σκέψη από εμένα, το εγώ ίσως να πάψει να υφίσταται, αλλά τότε θα’μαι ακόμα κάτι. Τι είναι αυτό το κάτι;

Τι είναι το ασυνείδητο κάτι που μπορεί να φιλοξενήσει τη σκέψη μου κι άρα εμένα;

Μέσα σε κάθε μου κύτταρο υπάρχει όλη η πληροφορία που χρειάζομαι, που χρειάζεται, για να παραχθεί εκ νέου η ζωή.

Πριν γίνω έμβρυο δεν ήμουν παρά σπέρμα. Το σπέρμα, δεν έχει εγκέφαλο, δεν έχει συνείδηση, είμαι όμως κάτι. Το σπέρμα είναι ο οργανισμός ζωής που φωλιάζει μέσα του κάποιες πληροφορίες. Τελικά, το τί είμαι, ίσως να μην είναι κατάλληλη ερώτηση.

Το τί είμαι, ίσως να είναι μια παραπλάνηση, ίσως μια ευκαιρία να κάνουμε πως αναρωτιόμαστε, ίσως είναι μια υπεκφυγή.

Πριν γίνω, δεν ήμουν, αλλά υπήρχα. Πριν απ’όλα, προϋπάρχει η ύπαρξη, η ύπαρξη της ζωής.

Και δεν υπήρχα ως εγώ, ως εαυτός, αλλά υπήρχα ως ζωή κι ως δυνατότητα.

Είναι αδύνατο να μιλήσει πραγματικά το ασυνείδητο, ίσως μιλάει το υποσυνείδητο φορώντας μια μάσκα, αλλά και πάλι, κάτι θα δείξει.

Χεριά στη χεριά, κολυμπώ μέσα στη μαυρίλα του νου μου. Αυτό που είμαι, έγινε, αλλά πριν γίνει δεν υπήρχε, και τι υπήρχε τότε;

Το είμαι μου προκύπτει ως ανθός πάνω σε κάτι άλλο. Όλα όσα νομίζω ότι είμαι, είναι κομμάτι του λουλουδιού αυτού, μα ποια είναι η ρίζα του λουλουδιού;

Η ρίζα του λουλουδιού δεν μπορεί να’ναι κομμάτι της συνείδησης, ούτε της δικής μου, ούτε κανενός άλλου. Η ρίζα, είναι απλά μια ζωική ύλη. Πριν γίνω άνθρωπος, είμαι ζώο. Και πριν γίνω ζώο, είμαι ζωή. Είμαι ατόφια ύπαρξη ζωής.

Πριν το είμαι μου, υπάρχει μόνο το είναι το οποίο είναι η ίδια η ζωή.

Τι είναι όμως η ζωή;

Ύλη που αλληλεπιδρά βάσει ηλεκτροχημικών διεργασιών. Οργανισμοί επί οργανισμών. Άτομα που συνενώνονται και δημιουργούν τα πάντα.

Δεν είμαι ο εαυτός μου, το κατασκεύασμα μέσα στο κεφάλι μου. Είμαι μια πιο απλή μορφή της ίδιας της ύπαρξης.

Είμαι η ζωή η ίδια κι ό,τι χτίστηκε πάνω σε αυτόν τον οργανισμό δεν χτίστηκε παρά μόνο γιατί δε γινόταν διαφορετικά.

Ο εαυτός, είναι κι αυτός ένα όχημα για κάτι άλλο, δεν αποτελεί παρά μέσο για τη ζωή.

Η ζωή, δίχως συνείδηση καθόλου, απλά λόγω φυσικών νόμων, επιβιώνει, αναπαράγεται και κυριαρχεί. Αρκεί να βρει τις κατάλληλες συνθήκες.

Σε μεταγενέστερα επίπεδα, η ζωή αναπτύσσεται τόσο που γίνεται πιο σύνθετη, και φτάνει μέχρι και στο μάτι της αντίληψής μας.

Το να ρωτάς τί είμαι, σου στρέφει αλλού το βλέμμα, απλά και μόνο γιατί το τί είσαι, εκβάλλει ως συνέπεια από σύνθετες διεργασίες. Μα μπορείς να σκάψεις, να κολυμπήσεις, να δεις, βαθύτερα, και να αναζητήσεις τη μεγαλύτερη απλότητα, τη σαφήνεια, το θεμέλιο λίθο. Κοιτάζοντας μέσα, βουτώντας και κρατώντας την ανάσα σου, κολυμπώντας προς το άγνωστο σκοτάδι, μπορείς να ξεκλειδώσεις πράγματα που λίγοι μόνο καταφέρνουν να ξεκλειδώσουν.

Πριν να γίνω ό,τι νομίζω πως είμαι, υπήρχα ως ασυνείδητη υλική ζωή. Δεν ήμουν παρά ένα κομμάτι ύλης, με εγγεγραμμένο όλο το πληροφοριακό υλικό που απαιτούνταν ώστε να χτιστεί ό,τι χτίστηκε αργότερα, κι εφόσον βρήκε την ευκαιρία να ακολουθήσει την κλίση του, αξιοποιώντας τις κατάλληλες συνθήκες.

Ντουκ, χτύπησα το κεφάλι μου.

Ναι, εδώ δεν είναι το τέλος, καλά το’χα φανταστεί, έχω φτάσει μόνο στο όριο μεταξύ του υποσυνείδητου και του ασυνείδητου. Φαίνεται να υπάρχει μια πόρτα, μα το μέσο που χρησιμοποιώ για την εξερεύνηση εντός μου τώρα δεν επαρκεί για να τη σηκώσω. Ίσως έχω ξανάρθει εδώ, δίχως να το κάνω συνειδητά όπως σήμερα. Γι’αυτό ενδεχομένως να περίμενα να βρω μια πόρτα, γι’αυτό μάλλον κι όσα είπα, δεν είναι όσα διαισθανόμουν ήδη, κατέκτησα μια γνώση που είχα ήδη μέσα μου φέρνοντάς τη από το σκοτάδι λίγο παραέξω, στο φως της οπτικής μου σκέψης. Είναι σκοτάδι, μα βλέπω νιώθοντας.

Τελικά, μάλλον είπα ότι ο άνθρωπος δεν είναι απλά άνθρωπος μα κάτι ακόμη περισσότερο. Ο άνθρωπος προκύπτει μόνο λόγω του γονιδιακού μας κώδικα κι αφού η ζωή αξιοποιήσει τις συνθήκες γύρω της.

Λοιπόν, η ανάσα μου με κράτησε ως εδώ, ας ανέβω πάνω πάλι, στην επιφάνεια του εγώ μου.

Πατάω χαμηλά, γονατίζω, κι εκτοξεύομαι με ένα σάλτο.

Οι χεριές τώρα με ωθούν προς την άλλη μεριά. Ακόμη είμαι δροσερός, ήρεμος. Η σκέψη είναι νηφάλια.

Αν δεν είμαι όσα νομίζω απλά, αλλά κάτι παραπάνω, αυτό το παραπάνω που μοιράζομαι με κάθε άλλη μορφή ζωής, τότε πόσο αξίζει το οικοδόμημα που έχω φτιάξει;

Αν είμαι στη βάση μου πάνω απ’όλα μια ασυνείδητη μορφή ζωής, που δεν επιδιώκει παρά μόνο αξιοποιεί ό,τι προκύψει στο περιβάλλον της για να αναπτυχθεί, δίχως να ωθεί ή να ωθείται από τίποτα άλλο, τότε πως πρέπει να αντιληφθώ ό,τι χτίζεται πάνω μου;

Ξεκινούν όλα από κάτι που φαινομενικά μοιάζει με ένα τίποτα, μα είναι ωστόσο τα πάντα, και αναπτύσσονται, και εξελίσσονται. Μετά την ύπαρξη της ζωής στην αρχική, πρώτη πρώτη της μορφή, οι συνθέσεις έρχονται και δένουν το εύρος των πιθανοτήτων. Κι είναι αυτές οι πιθανότητες, που μοιάζει να΄ναι τόσο απίθανες, που παρόλα αυτά πραγματώνονται κάθε τόσο που κάνουν τη ζωή τη δική μου, τη δική σου, τη ζωή του ζώου και του φυτού να μοιάζει με θαύμα. Μπρος σε έναν κόσμο άπειρο και χαοτικό, μέσα σε μια συμπαντική κοιλιά, σε ένα κοσμικό καζάνι που βράζει από ζωή, προκύψαμε και γίναμε εμείς.

Πραγματώθηκα γιατί γεννήθηκα και οδεύω αργά και σταθερά ξανά στην ανυπαρξία μα στην πορεία μου προς αυτή χτίζω κόσμους ολόκληρους αντανακλώντας τους σε ό,τι μοιάζει να’ναι εκτός μου. Είμαι κάτι το ξεχωριστό, μια οντότητα συνολική που συναρμολογείται από μυριάδες άλλες. Το σώμα αναπτύχθηκε, συντέθηκε και υπάρχει ως μεταβαλλόμενη μάζα. Ο εγκέφαλος ωρίμασε τόσο ώστε να φιλοξενήσει τη σκέψη. Κι η σκέψη δεν είναι παρά ο ηλεκτρισμός που μας κάνει να λειτουργούμε. Είμαι στην πρίζα, κανονικά και με το νόμο, τον φυσικό.

Αναρωτιέμαι τώρα που δίνω χεριές που με οδηγούν προς τα πάνω, υπάρχει διάκριση ανάμεσα στο άτομό μου και στον κόσμο γύρω μου ή είναι κι αυτή μια ψευδαίσθηση;

Στο σώμα μου κατοικούν πολλοί ακόμα φίλοι που με βοηθούν, ως σκέψη πλέον, να συντηρούμε στη ζωή, κι εγώ δεν πιστεύω ότι αυτοί οι φίλοι, οι μικροοργανισμοί που κατοικοεδρεύουν παντού μέσα μου, δεν είναι κομμάτι δικό μου. Ακόμη κι αν στον μικρόκοσμό τους μοιάζουν με κάτι διαφορετικό, στο μεγάλο μου μάτι είναι ένα σύνολο που επιτελώντας τη δουλειά του σε κάθε περίπτωση μου δίνει τη δυνατότητα για να υπάρχω.

Μπορεί κάτι τέτοιο να είναι και ο άνθρωπος; Μπορώ εγώ κι εσύ, παρόλο που στον κόσμο όπως τον αντιλαμβανόμαστε, τον μικρόκοσμο ενός άλλου μεγαλύτερου κόσμου, να είμαστε κύτταρα ενός πράγματος, ενός μεγαλύτερου οργανισμού;

Κι αν είμαστε κύτταρα κι εμείς, κύτταρα του οργανισμού που λέγεται ανθρωπότητα, η οποία αναπτύχθηκε λόγω της πραγμάτωσής της στο είναι της φύσης; Κι αν η ανθρωπότητα είναι κι αυτή κύτταρο μόνο ενός άλλου οργανισμού;

Ίσως η σκέψη μου, να’ναι μια σκέψη μόνο της ανθρωπότητας, ίσως να’χει κάποιο νόημα, ίσως κι όχι. Αν αξίζει σε κάτι, η ανθρωπότητα θα μπορούσε να τη συγκρατήσει τη σκέψη, διαφορετικά θα την άφηνε να χαθεί, πίσω, στο υποσυνείδητο.

Είναι και οι λέξεις άλλωστε που σημασιολογικά δίνουν από μόνες τους τα νοήματα. Συνειδητό, αυτό που’χει συνείδηση. Υποσυνείδητο, αυτό που είναι κάτω από το συνειδητό κομμάτι της σκέψης. Ασυνείδητο, αυτό που δεν έχει μέσα του σκέψη παρά μόνο είναι, είναι όπως λέμε υπάρχει.

Ο εαυτός που χτίστηκε πάνω στην υλική μου βάση, μέσα στον εγκέφαλό μου, αυτός που αξιοποιεί το χωράφι του σώματος αυτού, προέκυψε πολύ μετά, και προσπαθεί μανιωδώς να δώσει νοήματα στα πάντα, όχι απλά για να κατανοήσει, αλλά ίσως και για να καταλάβει, με την έννοια της κατάκτησης πλέον που οδηγεί στην κυριαρχία.

Ο εαυτός αυτός, που είναι ένα ανεπτυγμένο εγώ, επιδιώκει κάνοντας χρήση του λόγου του, κι όλων του των εργαλείων, να φέρει εις πέρας αυτό που είναι βαθιά χαραγμένο εντός του. Πέρα από κάθε τί που σκέφτηκε, από όλες τις φαντασιώσεις, τις επιθυμίες, τα όνειρα, επιδιώκει αυτό που είναι γραμμένο ίσως στο DNA του, στο γονίδιό του.

Στην εποχή μας, τείνουμε να μιλάμε έναντι στις εγωιστικές μας τάσεις, λες και είναι κάτι που μπορούμε να ελέγξουμε ή να αλλάξουμε. Ο άνθρωπος, όπως γνώρισα εμένα, μου φανερώνεται ως ένα ζώο, κι ως κάτι ακόμη πιο απλό, ως ένα απλό κομμάτι ζωής που λόγω της φύσης του θα κυνηγήσει αυτά που αυτή του προστάζει.

Η ιστορία μου και η ερμηνεία που της δίνω συγκροτούν τον φτιαγμένο μου εαυτό. Οι φόβοι έχουν τις εξηγήσεις τους, το ίδιο και οι επιδιώξεις. Τα συναισθήματα, τα οποία αντιλαμβάνομαι ως εφαρμογές του συστήματός μου, με βοηθούν να πετύχω τον γραμμένο μου σκοπό, αυτόν που δεν επέλεξα και με διαφεντεύει. Δεν πάω κόντρα σε αυτά, μόνο προσπαθώ να τα παρατηρώ και να τα αφήνω να μου δείχνουν το δρόμο. Ξέρω πλέον, γιατί με έχω δει γυμνό από συνείδηση, πως ό,τι δημιουργείται στο κεφάλι μου, προκύπτει μόνο και μόνο για να με οδηγήσει κάπου, κι αφήνω αυτό το κάπου, το οποίο διαισθάνομαι παρά ξέρω, να με τραβήξει πάνω του.

Τα δυο μου όνειρα, το ένα που αφορά στη θυσία του εαυτού μου στο κοινό καλό και το άλλο στη δημιουργία οικογένειας, δεν είναι αντιφατικά το ένα με το άλλο, ούτε αντίθετα. Μέσω της θυσίας μου το εγώ μου θα ενδυναμώνεται ώστε να τροφοδοτεί το είναι μου και να το ενδυναμώνει, φέρνοντάς με έτσι, ως ένα ισχυρό κομμάτι ασυνείδητης και συνειδητής ζωής, στη θέση να κάνω την οικογένεια, να με τεστάρω στην πράξη ως πατέρα, κι απλά να περάσω το υλικό μου, κάνοντας copy-paste, παρακάτω, δίνοντας τη σκυτάλη που πήρα πριν 29 χρόνια, σε κάποιον άλλο οργανισμό, στα παιδιά μου.

Δεν είναι καλά ή άσχημα όλα αυτά, είναι αυτό που η ζωή δημιούργησε ως βιολογικό μου σκοπό. Έχω τη δυνατότητα πλέον, ως άτομο, ως εγώ, να απορρίψω την τάση εντός μου, πληρώνοντας ίσως πολλά, ώστε να μην κάνω πράξη, να μην πραγματώσω τις δυνατότητες που μου έδωσε η φύση. Γιατί αυτό; Γιατί εγώ είμαι η φύση, η ζωή είναι η φύση, και αποτελεί δικαίωμα της συνειδητής ύπαρξης να ορίσει την τύχη της.

Ξέρω, όλα είναι χαοτικά. Το λεξιλόγιό μου φτωχό. Η σκέψη ατίθαση κι απείθαρχη. Η προσπάθεια μισή λόγω βαρεμάρας. Η σκέψη δεν είναι νηφάλια, είναι μεθυσμένη λόγω κούρασης, είναι και θολή μιας και με το ένα πόδι βαδίζει στο συνειδητό και το άλλο στο υποσυνείδητο κομμάτι του εγκεφάλου μου.

Τελικά, τι είμαι;

Χεριά στη χεριά οδεύω προς το φως κι η ανάσα με κρατά ακόμα.

Είμαι μια συμμαχία από μικροοργανισμούς, με συμφέροντα που παραλληλίζονται. Είμαι ένα σώμα κι ένας εγκέφαλος. Είμαι η σκέψη, η συνείδηση που φτιάχτηκε μέσα στον εγκέφαλο. Αλλά είμαι και μια δυνατότητα μόνο της ζωής. Είμαι ως άνθρωπος κύτταρο της ανθρωπότητας. Η σκέψη μου, όπως κι αν βγαίνει προς τα έξω, συμβάλλει όσο μπορεί στη σκέψη της ανθρωπότητας. Κι ενώ δεν υπάρχει για τα καλά το εγώ, αυτό δημιουργείται, αλλά και χάνεται μέσα στο εμείς, το οποίο είναι ένα μεγαλύτερο εγώ, το υπερεγώ. Η ανθρωπότητα, είναι ένα κύτταρο ανάμεσα στα άλλα που δημιουργούν όλα μαζί έναν πολυοργανισμό. Αυτό, το μεγάλο, ίσως τελικό στάδιο της ζωής, μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε ως σύμπαν, ως κόσμο. Εγώ το λέω και Θεό, συνειδητά, ναι, κι έχω εξηγήσει γιατί.

Όταν διαβάζω βιβλία, έχω στο μυαλό μου ότι διαβάζω τη σκέψη ενός κυττάρου μόνο, κι ότι ο λόγος του κυττάρου αυτού, όπως και να λέγεται, είναι μια πτυχή μόνο της σκέψης του Όλου. Ναι, υπό μια έννοια, δεν είμαστε απλά αδέρφια, είμαι ταυτόσημοι ο ένας με τον άλλο. Γι’αυτό και δεν έχει σημασία ποιος είπε κάτι, αλλά τί είναι αυτό το κάτι, πόσο μας βοηθά ως σύνολο να εμβαθύνουμε στην κατανόηση. Η ευτυχία μου, και η δυστυχία μου, είναι μέσα μόνο κι αυτά που μπορώ να αξιοποιήσω για να φτάσω σε κάτι άλλο.

Ίσως η πόρτα εκεί κάτω να μην έχει τόσο μεγάλη σημασία, ίσως να’ναι και διακοσμητική. Εγώ πάω προς τα πάνω τώρα.

Σε κάθε κείμενο, λέω τα ίδια και τα ίδια με άλλο τρόπο κάθε φορά, αλλά όπως είπα, τα μονοπάτια που παίρνει η σκέψη μέσα μου, δυναμώνουν τις συνδέσεις των νευρώνων, και κάτι δημιουργείται, που αν και σήμερα μοιάζει δυσνόητο, ίσως κάποια μέρα εκφρασθεί με τον κατάλληλο τρόπο, κι ίσως γίνει περισσότερο ουσιώδες.

Να ξορκίσουμε το καλό και το κακό, την ηθική μας, με στόχο να ανοίξουμε το δρόμο για να φτάσουμε μακρύτερα.

Ο λόγος μου, είναι ο εμπνευσμένος λόγος που μπορώ να δώσω στον κόσμο. Κάποιοι το ονομάζουν σοφία της στιγμής, άλλοι άγιο πνεύμα, εγώ το λέω απλά λόγο και ξέρω καλά πως υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο κι ό,τι εμφανίζεται μια στο τόσο σε όλους. Είναι κρίμα που ακόμη δεν ωριμάσαμε, να ξεφύγουμε από τη μάστιγα της επιβίωσης, να πάμε στο κομμάτι της θεοποίησης του είδους μας. Κανονικά, θα έπρεπε όλοι να κάνουμε κάθε μέρα όλη μέρα διαλογισμό, να ωριμάζουμε τη σκέψη μας, να τη στύβουμε για να δούμε τί θα βγάλει. Υπάρχει πολλή γνώση κρυμμένη εντός μας, πολλή δύναμη κατ’επέκταση που θα μας εξυψώσει ίσως μια μέρα. Προς το παρόν, εγώ κολυμπώ αργά σα χέλι προς την επιφάνεια, σε λίγο φτάνω.

Όλα όσα έχω μέσα στο κεφάλι μου, έχουν και δεν έχουν σημασία. Από τη μια με κρατούν φυλακισμένο αλλά κι από την άλλη με συγκροτούν ως άτομο. Αν θέλω να είμαι στην πράξη σοφός, θα πρέπει να τα αξιοποιήσω, ακόμη και τον πόνο. Άλλωστε, δεν είναι παρά ο πόνος αυτός που με οδήγησε στην πόρτα του εαυτού μου. Ο πόνος, στάθηκε ως ο μεγαλύτερός μου δάσκαλος, ίσως γι’αυτό είμαι σφιχταγκαλιασμένος πάνω του, ίσως γι’αυτό να τον κρατώ στη ζωή μου, ως εθισμένος στη μυρωδιά του. Αν ήμουν καλά άλλωστε, θα καθόμουν να κοιτάζω το ταβάνι με τις ώρες, θα έπαιρνε η σκέψη μου να στροβιλίζεται και να ψάχνει γιατί αξίζει να νιώθω έτσι, γιατί αξίζει να υπάρχει πορεία κι όχι τέλος; Είναι ο πόνος, κι ας εθελοτυφλούμε για τη σημασία του, αυτός που μας ανοίγει τα μάτια, αυτός που μας ξυπνάει. Αλλά κι ο πόνος, πρέπει να είναι τέτοιος που να μπορούμε να ζήσουμε δίπλα του, κι όχι τόσο μεγάλος που να γίνεται αφόρητος και να μας ωθεί στην ανυπαρξία. Η ζωή, η ύπαρξη, είναι ό,τι καλύτερο για εμάς. Κι εμείς όμως, είμαστε ό,τι καλύτεροι γι’αυτή. Μέσα από τα μάτια μου, βλέπει η ζωή τον εαυτό της. Μέσα από τις κινήσεις μου, φανερώνει τα θέλω της, κι ας μην είναι συνειδητά.

Είμαι ερωτευμένος σε σημείο τρέλας με τη ζωή. Νιώθω να με πλημμυρίζει τόσο έντονα. Είμαι εγώ η ζωή.

Η φωτίτσα εντός μου, που σιγοκαίει και δε λέει να σβήσει παρόλα τα βάσανα και τις δυσκολίες, είναι η ευλογία μου, από τη ζωή σε εμένα, κι από εμένα στη ζωή.

Όπως εγώ είμαι ένα ανεξερεύνητο και μοναχικό νησί, έτσι είναι και κάθε άλλος. Εσύ, εσύ που διαβάζεις αυτό το κείμενο, είσαι κι εσύ όλα αυτά που περιγράφω ως εαυτό μου. Αν είμαι εγώ ο κόσμος όλος, τότε είσαι κι εσύ, πίστεψέ το. Πιστεύοντας σε τέτοιες ιδέες, αναγνωρίζοντας την αλήθεια που κουβαλάνε, θα δυναμώσεις κι εσύ, όπως κάνω κι εγώ. Η βουτιά η σημερινή, δεν είναι προσωπική μόνο, είναι μια κοινή βουτιά που κάναμε μαζί. Με ακολούθησες μέχρι κάτω κι είδες όσα είδα, ακόμη κι αν κατάλαβες πιο λίγα, έστω και τα μισά, είσαι κερδισμένος ως άνθρωπος. Το διάβασμα, μπορεί να γίνει κοινή εμπειρία, όταν προορίζεται για κάτι τέτοιο.

Τελευταία χεριά. Ξαναβλέπω σιγά σιγά κι ας πονάνε τα μάτια μου.

Ανάσα!

Την είχα ανάγκη τη βουτιά αυτή, εσύ;

2 σκέψεις σχετικά με το “Βουτιά

  1. Γεια σου, τι κάνεις; Ναι, γράφεις μεγάλα κείμενα. χαχα
    Να σου πω την αλήθεια προσπαθώ να συγκεντρωθώ σε όσα γράφεις, φτάνει όμως στιγμή που πιάνω τον εαυτό μου να διαβάζει διαγώνια. Θα μου πεις ποιος ο λόγος να διαβάσω τα κείμενα σου άμα συλλαμβάνω τον εαυτό μου να διαβάζει διαγώνια παραγράφους. Σωστή ερώτηση. Και όπως έγραψες κάπου που σε διάβασα πολλές φορές στην ερώτηση είναι κάτι που δεν θυμάμαι πως το έγραψες.

    Ο λόγος λοιπόν που προσπαθώ να σε διαβάσω είναι πολλοί λόγοι. Πρώτα από όλα γραφείς μικρές προτάσεις. Μη χαμογελάς ξέρεις πως αυτό είναι μεγάλο ταλέντο. Με κρατούν συγκεντρωμένη οι μικρές προτάσεις. Δεύτερος και πιο ουσιαστικός λόγος είναι πως συνειδητοποιώ πως διαβάζω διαγώνια σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, αχμμ πριν τελειώσω την παράγραφο. Αναρωτήθηκα τι με ξυπνά και είναι πως, αναγνωρίζω πάρα πολλά στοιχεία από τη δική μου ύπαρξη (?) το μπλογκ της ξανθιάς θέας, μιας καληνύχτας που ένας θεός ξερει τι γράφει από το 2007. Όμως η ιστορία του μπλογκ μου δεν νομίζω να είναι θέμα συζήτησης σε αυτό το πανέμορφο κουτάκι σχολιασμού, αν και αυτό το κουτάκι μου ανήκει και ως σχολιαστής μπορώ να εκφραστώ χαχαχα αχμμ ξέφυγα… τι έλεγα α ναι …
    Έλεγα με λίγα λόγια πως με αγγίζουν αυτά που γράφεις.Πάνω που βαριέμαι με ξυπνά κάτι χαχαχα

    Πριν από λίγες μέρες είχα ανάγκη μιας άσχετης βουτιάς, να προσπαθούν τα δάκτυλα να συλλάβουν το μυαλό (?) έτσι η απάντηση είναι: ναι την είχα ανάγκη αυτή τη βουτιά … να ξέρω βρε παιδί μου πως δεν είμαι η μόνη που γράφει γιατί το έχει ανάγκη, ως εκτόνωση, ως ερωτική πράξη ως αυτομαστίγωμα, ως ελευθερία έκφρασης, ως αχμμ θα βάλω και ματαιοδοξία γιατί εγώ είμαι και θηλικό χαχαχαχα

    Αποτέλεσμα είμαστε. Ένα αποτέλεσμα ένωσης. Όσο και αν το ψάχνω είμαστε ένα αποτέλεσμα που πάνω που πάει να βρει τη σύνθεση του, αποσυντίθετε σε άλλα αποτελέσματα.
    Στο απλό ξανθό μυαλουδάκι (?) μου είμαστε αποτέλεσμα ένωσης του Λόγου με την Έμπνευση.
    Π.χ. Άρχισες να κολυμπάς ως έμπνευση και λόγος… Προσπέρασες εμπνεύσεις, συνέχισες ως λόγος, εισπνοή, εκπνοή και ενδιάμεσα εγώ εσύ αυτός… το αποτέλεσμα ..
    Μια τρύπα στο νερό αποτέλεσμα δύναμης στροβιλισμού αχμμ σταματώ εδώ γιατί ξεφεύγω χαχαχαχα

    Γεια σου τι κάνεις; Με λένε Μάνια, (μια ξανθιάς θεά της μπλογκογειτονιάς)
    Χάρηκα για τη βουτιά γνωριμίας 🙂

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Γεια σου Μάνια, Θανάσης, χάρηκα πολύ!

      Αρχικά να σε ευχαριστήσω που μπήκες στον διπλό κόπο, να διαβάσεις από τη μια τις ασυναρτησίες μου και να σχολιάσεις από την άλλη.

      Χαίρομαι πολύ με το σχόλιό σου γιατί είναι το πρώτο που μου κάνει κάποιο άτομο που δε γνωρίζω, και ναι, είναι ωραίο να τραβάς το βλέμμα κάποιου, ειδικά μέσω της τρέλας σου.

      Για να έχεις μπλογκ από το ’07 πάει να πει ότι, αφενός, έχουν δει πολλά τα μάτια σου, κι αφετέρου πως είσαι ρομαντική ψυχή, κάτι που’ναι ταυτόχρονα υπέρ σου και κατά σου.

      Μιας και γράφεις κι εσύ, θα’χεις καταλάβει πόσο σημαντική είναι η εκτόνωση αυτή, πάνω από όλα για το δικό μας το άτομο. Μέσω του γραψίματος επιτυγχάνονται όσα αναφέρεις, όπως ακριβώς και η ματαιοδοξία, που πλέον με έχω πείσει ότι δεν είναι κάτι κακό για τον άνθρωπο.

      Θα χαρώ να δω κι άλλα σου σχόλια ενώ εννοείται πως θα δω και το δικό σου μπλογκ, χωρίς να υπόσχομαι για σχολιασμό, είμαι λίγο δύσκολος με κάτι τέτοια, συγχώρα με.

      Χαιρετώ την ξανθιά θεά της μπλογκογειτονιάς!

      Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s