Φαινόμενο Θρησκεία

Ένα είναι το ερώτημα: υπάρχει ή όχι Θεός;

Και μια η απάντηση: και ναι, και όχι.

Οι ερωτήσεις που θέτουμε είναι πάντα σημαντικότερες από τις απαντήσεις που δίνουμε γι’αυτό και κάποιες φορές η κατάλληλη απάντηση αξίζει να είναι μια ακόμη ερώτηση.

Τί εννοούμε με την λέξη Θεός;

Η ασφαλέστερη απάντηση είναι ότι εξαρτάται από τη σημασία που δίνουμε σε αυτόν τον όρο.

Υπάρχει ο Θεός των θρησκειών, ένα ον δηλαδή που είναι κυρίως πνεύμα με δική του συνείδηση και βρίσκεται σε ανώτερη διάσταση από εμάς τους ίδιους; Υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από εμάς, από την αμυδρή μας σκέψη;

Τίποτα από όσα βλέπω γύρω μου κι από τις ερμηνείες που τους δίνω δε συνηγορούν σε αυτή τη θέση. Ούτε με τη λογική, ούτε με το συναίσθημα μπορώ να πείσω τον εαυτό μου για το υπέρτατο θρησκευτικό ον.

Η αθεΐα μου ξεκίνησε ως αντίδραση μπρος στην υποκρισία των χριστιανών όταν ήμουν έφηβος. Ήμουν γύρω στα 16. Είχα ανάγκη τον Θεό τόσο πολύ, την ελπίδα και την αγάπη του μα δεν την έβρισκα, ούτε μέσα σε μένα, ούτε σε κάποιον άλλο. Η αδυναμία των πιστών να ακολουθήσουν το δόγμα, να είναι δηλαδή καλοί χριστιανοί, υποδείγματα θρήσκων ανθρώπων, με έβαλε από νωρίς σε υποψίες και με έφερε στο σημείο να βγάλω τον εαυτό μου από αυτή τη μάζα και να πω ότι, αν είναι έτσι οι χριστιανοί, τότε εγώ δε θέλω να’μαι ένας από αυτούς. Λίγο η δυσφορία και λίγο η λογική σκέψη άρχισαν να με απομακρύνουν από τη θρησκεία μέχρι που έφτασα στο σημείο της απόρριψης, μιας απόρριψης ωστόσο που δε βασιζόταν σε ώριμη σκέψη, μα καθαρά σε αντιφατικά συναισθήματα, κι από ένθερμος υποστηρικτής ενός πράγματος που δεν καταλάβαινα, έγινα μέσα σε λίγο καιρό, μόλις το συναίσθημα μεγάλωσε, πολέμιος αυτού που κάποτε υποστήριζα.

Τα χρόνια πέρασαν, η σκέψη πήρε πολλούς νέους δρόμους. Ερεθίσματα από άτομα που γνώρισα, συζητήσεις για τη φύση του Όντος, βιβλία, βίντεο, αποφθέγματα στα μέσα, σωρεύονταν μέσα μου λίγο λίγο και δημιουργούσαν μια βάση στην οποία στήριξα την νέα μου αντίληψη.

Στον στρατό είχα δηλώσει αγνωστικιστής. Θυμάμαι την έκπληξη και την απορία που είχε δημιουργηθεί στα πρόσωπα των υπόλοιπων συφάνταρων και του αξιωματικού που με είχε ρωτήσει. ‘Τι είναι αυτό πάλι;’, τον άκουσα να μου λέει. ‘Αγνωστικιστής είναι αυτός που δεν ξέρει αν υπάρχει ή όχι Θεός’, του απάντησα με ήρεμο τόνο παίρνοντάς του ένα τυπικό ‘Οκ’.

Λίγα βιβλία μυστικιστικά με έκαναν να μπω σε σκέψεις κι άρχισα να αναρωτιέμαι ξανά. Αν δεν υπάρχει ο Θεός των θρησκειών, όχι ότι το ξέρω, απλώς το πιστεύω γιατί μου φαίνεται πιο λογικό, τότε τί υπάρχει; Άρχισα να παρατηρώ τη φύση γύρω μου, να προσπαθώ να συλλάβω το σύμπαν στην ολότητά του, σκέφτηκα τη ζωή κι εντρύφησα στο μυαλό μου. Είδα να υπάρχει κάτι απροσδιόριστο, κάτι που είναι την ίδια στιγμή καθορισμένο μα και ασαφές, το κοίταξα κατάματα και είδα τα ίδια, τα δικά μου μάτια, έσκυψα να ακούσω την ανάσα του, κι άκουσα τη δική μου την ανάσα, εισέπνευσα κι εξέπνευσα κι ήταν ο δικός μου αέρας ξανά και ξανά που μπαινόβγαινε στα πνευμόνια μου. Και τότε αφέθηκα στο να πιστέψω ότι η ζωή η ίδια, ο εαυτός μου, το εγώ μου, η φύση ολόκληρη, το άπειρο σύμπαν, ο χαοτικός κόσμος μας είναι ένα και το αυτό, πως οι διαφορές είναι πρόσκαιρες μονάχα. Βγάζοντας τη διάσταση του χρόνου, είδα ό,τι υπάρχει να γίνεται ένα, το λεγόμενο Ένα για την ακρίβεια. Το Ον, το Ένα, το Είναι το μετέφρασα ως Θεό, τον νέο μου Θεό, ο οποίος δεν είναι άλλος από τα πάντα. Ό,τι υπάρχει μέσα μου, γύρω μου, μακριά μου, σε σημείο που δε θα φτάσω ποτέ, αποτελούν στοιχεία του, κομματάκια του.

Είχα διαβάσει ένα απόφθεγμα παλιότερα που έλεγε ότι ο άνθρωπος είναι το μέσο για το σύμπαν ώστε να εξετάσει τον εαυτό του. Πολύ μου άρεσε αυτή η προσέγγιση. Τώρα, πλέον, πιστεύω με όλο μου το είναι, πάντα χωρίς να ξέρω εκατό τοις εκατό, ότι αυτό είναι ο άνθρωπος. Είναι η φυσική μηχανή που δημιουργήθηκε από τύχη μα και από αναγκαιότητα ώστε ο Θεός να αποκτήσει συνείδηση. Είναι ένα είδος παγανισμού ίσως, μα σε βαθύτερη ανάλυση, με τον Θεό των θρησκειών ο οποίος είναι άπειρος και πανταχού παρών, δε διαφέρει. Ακόμη κι αν κατηγορείται ο παγανισμός, στην ουσία όλοι είναι παγανιστές κι ας μην το κατανοούν.

Κάποιοι φίλοι μου με κράζουν λίγο που χρησιμοποιώ τη λέξη μα εγώ το κάνω συνειδητά αν και πάντα τα βάζω όλα σε ένα τσουβαλάκι. Όταν χρησιμοποιώ τη λέξη Θεός μου λένε κάνω λάθος γιατί δίνω συνέχεια στον Θεούλη, αυτόν με τα άσπρα γένια ίσως, και παίζω παιχνίδια με ένα μαχαίρι που πετσοκόβει με μεγάλη ευκολία. Κι είναι αλήθεια, είναι δύσκολο κανείς να κάνει ας πούμε, μπλογκοθεολογία, καθώς οι άνθρωποι, όταν δε μελετούν κι απλά διαβάζουν, τείνουν να βγάζουν τα νοήματα αυτών που ήδη θέλουν να βγάλουν. Τί να κάνουμε ωστόσο, δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να στοχαστώ σε αυτά που θέλω από αυτό εδώ το ανοιχτό τετράδιο που μοιράζομαι μαζί με τον κόσμο.

Σκεφτόμουν την περίοδο των Χριστουγέννων πως ότι είναι ο Άι Βασίλης για τα παιδιά, έτσι είναι και ο Θεός για τους ενήλικες, για τους θρήσκους ενήλικες βασικά που ακολουθούν τα δόγματα. Ίσως η προσέγγισή μου να’ναι λίγο μόνο διαφορετική, ίσως κι εγώ να αυταπατώμαι δημιουργώντας έναν άλλο Θεό μέσα στο μυαλό μου, μα αυτός ο Θεός διαφέρει.

Ο δικός μου Θεός είναι τα πάντα. Ακόμη κι αν τον πεις Σύμπαν, Κόσμο, Φύση, Ζωή, δεν έχεις πει κάτι λιγότερο. Η κύρια διαφορά ωστόσο είναι ότι η συνείδησή του δεν είναι κάπου έξω από εμάς, αλλά ακριβώς μέσα μας. Η σκέψη της ανθρωπότητας, είναι το ανώτερο γνωστό επίπεδο νοημοσύνης και συνείδησης που έχουμε γνωρίσει ως τώρα, και είναι ήδη το ευγενικότερο κομμάτι του Θεού όπως τον αντιλαμβάνομαι. Είμαστε, ο κάθε ένας και η κάθε μια από εμάς, σημαντικοί και σπάνιοι, μοναδικοί κι ασύλληπτοι, θεϊκά κομμάτια, κύτταρα του εγκεφάλου του Θεού. Όχι μόνο ο Θεός είμαστε εμείς, αλλά είμαστε εμείς η σημαντικότερη, πιο ανεπτυγμένη κι εκλεπτυσμένη πτυχή του Θεού. Ο Θεός των θρησκειών έχει προπολλού πεθάνει, και ναι, τον σκοτώσαμε εμείς οι ίδιοι, το κενό όμως που άφησε πίσω του αυτή η θεοφονεία, μας έκανε τέρατα, μας απομάκρυνε από την ευγενικότερη πτυχή μας, μας άφησε έρμαια σε κυνικούς μηδενισμούς, απίστους της ζωής. Όλα τα δεινά που βλέπω γύρω μου, αδυνατώ να μην τα εξηγήσω σε αυτή τη βάση του κενού μέσα μας. Αν μιλώ για Θεό, είναι γιατί θέλω να βάλω ξανά στο παιχνίδι το κομμάτι της πίστης που στηρίζεται στη γνώση, μια γνώση που μαζεύεται και μαζεύεται, επεξεργάζεται τάχιστα και δημιουργεί σοφία. Και υπάρχουν άνθρωποι που γίνονται ολοένα και πιο σοφοί, ακόμη κι αν μοιάζει να μην υπάρχουν τέτοιοι γύρω μας, παρόλα αυτά είναι αμέτρητα τα μυαλά που ωριμάζουν σήμερα και θα μας ταΐσουν αύριο. Ίσως κρυφά κρυφά να θέλω να μιλήσω και σε αυτούς, για να τους δώσω δύναμη απλά και μόνο αναγνωρίζοντάς τους.

Πλέον, θεωρώ τον εαυτό μου ένθεο μα άθρησκο. Η θρησκεία είναι δόγμα, και το δόγμα είναι στατικό χάπι, μια εύκολη λύση για τα μυαλά που πονάνε με την περιπλοκότητα του κόσμου. Κι όμως, το χάος, όσο η σοφία θα μεγαλώνει, θα τείνει να γίνεται και περισσότερο κατανοητό. Ίσως να μη δώσει η δική μας γενιά τις κατάλληλες απαντήσεις, μα αν καταφέρουμε να περάσουμε τη σκυτάλη σε επόμενες γενιές ζωής, θεωρώ πως αυτές θα είναι όλο και πιο κοντά στην, ενδεχομένως απόλυτη – ποιος ξέρει;, κατανόηση της ζωής.

Σήμερα, αναγνωρίζω τη σοφία χιλιάδων ετών που κρύβεται μέσα στα βιβλία των θρησκειών. Παλιότερα, ως σωστός ανοιχτόμυαλος αθεϊστής, πιθανότατα να ήθελα να τα κάψω όλα στην πυρά, μα πλέον, βλέπω τα πράγματα αλλιώς. Μπορεί η ανθρωπότητα να στήριξε το πνεύμα της σε Θεούς που δεν υπήρχαν, αλλά κατάφερε να φτάσει ψηλά στο κομμάτι της ηθικής. Δεν πρέπει η σοφία αυτή να πάει χαμένη. Οφείλουμε ως ανθρωπότητα, να πέσουμε πάνω από τα θρησκευτικά βιβλία, να τα μελετήσουμε και να πάρουμε το ζουμί τους, να ξεχωρίσουμε από μέσα τους τα λουλούδια και να βάλουμε στην άκρη τα ζιζάνια. Ναι, οι θρησκείες είναι παρωχημένες, αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν έχουν μια κάποια αξία. Ας επωφεληθεί ο κόσμος μας από αυτή την δύναμη που κρύβουν μέσα τους.

Σκεφτόμουν αυτές τις μέρες τα πλάσματα που ξύπνησαν νωρίς το πρωί και συνάντησαν τον τρόμο. Το έχω ζήσει άλλωστε κι ας ήμουν από την άλλη μεριά. Μέσα στο στάβλο να ξαπλώνουν, εγώ να τα ποτίζω λίγο και να περιμένουμε το φορτηγό. Έρχεται η βουή του από μακριά, τα ζώα ίσως να αναρωτιούνται μα σίγουρα δεν καταλαβαίνουν. Μεγαλώνει και μεγαλώνει η βουή, φτάνει το φορτηγό, έρχεται με την όπισθεν στην πόρτα του στάβλου, γίνονται κάποιες ετοιμασίες ώστε να μην υπάρχει τρύπα δεξιά ή αριστερά για να ξεφύγει κάποιο ζωντανό, κι η πόρτα ανοίγει. Για όποιον μπορεί να δει στα μάτια τα ζώα, αναγνωρίζει τον φόβο που μέσα τους σχηματίζεται, κάποιος τα ωθεί να ανέβουν τη μεταλλική πόρτα του φορτηγού που τώρα γίνεται η ανηφορίτσα του γολγοθά τους. Μπαίνει το πρώτο χοροπηδηκτά που νομίζει ότι θα πάει για να παίξει, το επόμενο κολλάει και γυρίζει πίσω, τρώει μια στα μούτρα και ξαναγυρίζει να ανέβει μέσα στο φορτηγό. Αυτή η διαδικασία, μια με ευκολία, μια με ζόρι, κι εμείς, οι άνθρωποι, που νομίζουν ότι έχουν γίνει sapiens, ευχαριστιόμαστε που τελείωσε το φόρτωμα. Το φορτηγό ξεκινά το ταξίδι του, σε καμιά ώρα θα φτάσει στον τελικό προορισμό. Είμαστε ήδη εκεί, έχουμε ξεφορτώσει τα ζώα και αυτά περιμένουν δίχως να ξέρουν τί, μα σίγουρα με φόβο μιας κι ακούν ήδη ουρλιαχτές φωνές ζώων, έρχεται και η δική τους η σειρά. Ήμουν 14 ή 15, πήγα κοντά να δω τη διαδικασία, μπαίνει το μοσχάρι σε ένα σιδερένιο χώρο που με το ζόρι το χωράει, ένας άνθρωπος το σημαδεύει με ένα πιστόλι που βγάζει σιδερένιες μπαλίτσες στο κεφάλι, του δίνει μια και το ζώο σαστίζει, τα χάνει, πριν προλάβει να κάνει κάτι, ανοίγει από δεξιά του το πορτάκι, αυτό γλιστρά και πέφτει, κάποιοι του δένουν τα δυο πίσω πόδια με κάτι αλυσίδες, αρχίζουν έπειτα αυτές να σηκώνουν το ζώο προς τα πάνω, το ζώο είναι ζωντανό, φωνάζει, χτυπιέται, μόλις ηρεμήσει λίγο, έτσι όπως κρέμεται από ψηλά, του κόβουν με μια κίνηση τον λαιμό κι αρχίζει το αίμα να πετάγεται σαν από βρύση, ακόμη είναι ζωντανό, χάνει αίμα, χάνει τη ζωή του, μα καταλαβαίνει, σε λίγο έχει προχωρήσει η διαδικασία του τεμαχίσματος, μέσα σε ένα τέταρτο βλέπεις τα μέρη του σε κομμάτια, οι μύες τους συσπώνται γιατί το αίμα ακόμη μέσα τους είναι ζεστό. Μια ερώτηση θα κάνω μόνο. Είναι αυτό φόνος της ζωής ή όχι; Ας δώσει ο καθένας τη δική του απάντηση.

Η ζωή εδώ χωρίζεται προς το παρόν στα δυο, στην χλωρίδα και την πανίδα. Η ενέργεια απαιτείται ώστε η ζωή σε κάθε της μορφή να συντηρηθεί και να συνεχίσει να επιβιώνει και να αναπαράγεται. Η χλωρίδα είναι ανεπτυγμένη με τρόπο που να αξιοποιεί την ενέργεια που μας έρχεται από τον ήλιο και το νερό. Τροφοδοτεί με τη σειρά της την πανίδα παράγοντας οξυγόνο αλλά και με τη φυτική της σάρκα. Η πανίδα χωρίζεται σε διάφορα επίπεδα συνείδησης με τον άνθρωπο να είναι ψηλότερα από όλα τα ζώα. Είμαστε φτιαγμένοι από την εξέλιξη ώστε να μπορούμε να τραφούμε τόσο με την χλωρίδα, το πρώτο επίπεδο ζωής, όσο και με την πανίδα, την πιο σύνθετη κι ανεπτυγμένη. Έχουμε φτάσει ωστόσο σε ένα σημείο σήμερα που μπορούμε να τραφούμε αποκλειστικά με φυτικά προϊόντα, πράγμα που σημαίνει ότι όσοι συνεχίζουν να τρέφονται με προϊόντα ζωικής προέλευσης, για ό,τι λόγο κι αν επικαλεστούν, ο κυριότερος είναι το εγώ τους που θέλει την απόλαυση της σάρκας του ζώου. Αυτό πιστεύω, ίσως κάνω λάθος, μα αυτό πιστεύω. Πάνε τέσσερα χρόνια που σταμάτησα να τρέφομαι με ζώα, ήταν μια συνειδητή και ηθική επιλογή. Ναι, τηρουμένων των συνθηκών, μπορώ να το κάνω και το κάνω, αν ζούσα σε μεγαλύτερη αβεβαιότητα όσον αφορά την τροφή, μάλλον θα τρεφόμουν με ζώα. Αυτό δε σημαίνει γενικότερα ότι έχω δίκιο, σημαίνει ότι εγώ, για εμένα, έχω δίκιο και το στηρίζω βάσει του τρόπου που μου φανερώθηκε ο κόσμος μας και η θεϊκή του διάσταση.

Αν με ρωτήσει κάποιος για την χορτοφαγία, ή τον βιγκανισμό που πλέον ακολουθώ, λέω απλά ότι αξίζει να δοθεί προτεραιότητα στο μέτρο όπως επίσης και στη συνειδητοποίηση του τί συντελείται. Αν μπορείς, μείωσε την κατανάλωση των ζωικών προϊόντων, αύξησε τα όσπρια, τα λαχανικά και τα φρούτα. Όταν βρεθεί το νεκρό ζώο στο πιάτο σου, να είσαι βαθιά ευγνώμων για μια ζωή που θυσιάστηκε στην κυριολεξία για εσένα, δείξε του έστω κι έτσι έναν ελάχιστο σεβασμό.

Οι θρησκείες λένε ότι ο Θεός έκανε τα ζώα για εμάς τους ανθρώπους, για να τρεφόμαστε, μα αν εμείς είμαστε ο Θεός, όπως και τα ζώα επίσης και τα φυτά, τότε τί τρώει ο Θεός ακριβώς αν όχι τον ίδιο του τον εαυτό;

Τόσα χρόνια οι φιλόσοφοι στοχάζονται πάνω στο καλό και στο κακό και ίσως είναι δύσκολο να τα ορίσουμε, αλλά όλοι ξέρουν ότι το να απαλύνεις τον πόνο, όταν αυτός είναι ανούσιος, είναι για καλό. Η έλλειψη πίστης σε ιδανικά σήμερα, η απομάκρυνση του ανθρώπου από αυτό που ο ίδιος είναι στην ουσία του, μας άφησε έρμαια του κυνισμού και του μηδενισμού που διαβρώνουν την κοινωνία μας. Ο αξιακός μας κώδικας χτυπήθηκε συθέμελα και καταφέραμε να ξαναγίνουμε ζώα, εκλεπτυσμένοι κυνηγοί που χρησιμοποιούν τον λόγο τους για να κατασπαράξουν σταγόνες ζωής σαν κι αυτούς, αλλά και τη φύση στο σύνολό της. Η γλώσσα μας, μπερδεμένη είναι ακόμη, δεν έχει λυθεί, και δεν μπορούμε να μιλήσουμε με τρόπο που να φτάνει σε μεγαλύτερο βάθος, αδυνατούμε να επικοινωνήσουμε ποιοτικά από την άλλη. Μιλάμε για τη φύση και τον κόσμο, σαν να είναι κάτι έξω από εμάς, ενώ επί της ουσίας είμαστε εμείς οι ίδιοι η φύση και ο κόσμος. Όταν κατασπαταλούμε τη φύση, δείχνοντας ασέβια, ουσιαστικά κατασπαράζουμε τον εαυτό μας. Ο Θεός που είμαστε εμείς οι ίδιοι, βρίσκεται σε κατάσταση αυτοκαταστροφής κι αυτό είναι το παράδοξό του, γιατί ό,τι υπάρχει, είναι μόνο μια κατάσταση των πραγμάτων σήμερα που ευνοεί τη συνείδηση να αναπτυχθεί στα κεφάλια των ανθρώπων. Στο επόμενο κοσμικό φύσημα, η ζωή θα αναδιαμορφωθεί εκ νέου, θα βγάλει νέα φυτά, νέα ζώα και πρόσωπα, και τότε, ένα άλλο είδος, ίσως εδώ στη γη, ίσως αλλού, θα αναπτύξει συνείδηση, που δε θα είναι άλλη από τη συνείδηση του Θεού υπό μια άλλη του έκφανση. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη κι αν χαθεί η γήινη ζωή, το ασυνείδητο Ον, δε θα πάψει να υπάρχει, απλά σαν χρυσόψαρο που ξεχνά θα χάσει όσα είχε φτάσει να μάθει. Και πάλι, φτου κι απ’την αρχή. Είναι σισύφεια η φύση του κόσμου, δεν είναι παράλογη ακριβώς, απλώς εμείς αδυνατούμε να την κατανοήσουμε. Αυτή τη στιγμή πιθανότατα υπάρχουν ένα σωρό ακόμη ανεπτυγμένα είδη ζωής, με συνείδηση λίγο πιο υπανάπτυκτη ή ίσως και πολύ περισσότερο ανεπτυγμένη από τη δική μας, που κολυμπούν στην κοσμική σούπα, στο κοσμικό καζάνι που είναι το πλαίσιο ύπαρξης της ίδιας της ύπαρξης.

Δεν είναι αστείο που η φύση μας είναι τραγική; Δεν είναι αστείο ότι όχι απλά θα πεθάνω εγώ κι εσύ, αλλά ότι επίσης όλη η ανθρωπότητα κάποια στιγμή θα πάψει να υφίσταται; Ό,τι θα έχουμε πετύχει, θα χαθεί με ένα πουφ μια για πάντα. Με κάνει αυτή η τραγικότητα από τη μια να θέλω να κλάψω και από την άλλη να θέλω να γελάσω, πάνω από όλα με τον ίδιο μου τον εαυτό, που είναι ένα κομματάκι της θεϊκής συνείδησης, που παίζει με λέξεις και νοήματα, που μια εμφανίζεται σα δαίμονας και μια σαν άγγελος μα και που ξέρω πολύ καλά ότι είναι και τα δυο και δεν είναι τίποτα από τα δυο. Ο παράδεισος και η κόλαση είναι δυο ακραία ιδανικά που δεν υπάρχουν μα εγώ τρέφομαι από αυτά. Τα δημιούργησα εγώ, μέσα στο πέρασμα των χρόνων για να βασανίζω την ψυχή μου. Αυτό είμαι, αυτό είναι η ανθρωπότητα, μια συνείδηση που ντρέπεται να δει αυτό που είναι κι επιλέγει να χορεύει με τα μάτια κλειστά κοντά σε γκρεμούς με αβυσαλλέα βάθη. Ξέρουμε, το νιώθουμε, μα κάνουμε σαν να μην ξέρουμε, ας το βροντοφωνάζει η διαίσθηση, προτιμούμε να παίζουμε παιχνίδια με τον εαυτό μας, ίσως γιατί ξέρουμε ότι όλο αυτό είναι μια κοσμική παιδική χαρά, μέσα μας πάντα.

Η επιστημοσύνη, η πίστη σε αυτή, παρόλο που μας βάζει κι αυτή παρωπίδες, είναι προτιμότερη από τις άλλες πίστεις μας. Μας δείχνει τί και ποιοί είμαστε καλύτερα. Ίσως η πίστη, η οποιαδήποτε πίστη, να’ναι ένας καλύτερα κρυμμένος μηδενισμός από τον μηδενισμό που ξέρουμε σήμερα. Αφού είμαστε άνθρωποι όμως, και σκεφτόμαστε αναγκαστικά έτσι, δεν είναι κρίμα να σκάσει η βόμβα στη δική μας τη σειρά; Γιατί να μην περάσουμε τη σκυτάλη παρακάτω, κι ας κανονίσουν οι άλλοι εαυτοί μας, τί θα κάνουν με τη ζωή που θα κρατούν στα χέρια τους, της οποίας θα’ναι η προσωποποίηση και πάλι.

Φτιάξαμε θρησκείες για να μπούμε σε καλούπια και να διατηρήσουμε την ζωή ενώ την ίδια ώρα θέσαμε ιεραρχίες, δημιουργήσαμε ηνία και κάποιοι, πιο πονηροί από άλλους, τα έπιασαν για να καθοδηγήσουν αυτό το ασυνείδητο μαζικό ον, κομμάτι μόνο του θεϊκού συνόλου του οποίου είμαστε οι ανώτεροι, γνωστοί, πρεσβευτές.

Μέσα στο πέρασμα του χρόνου, η ζωή θα γκρεμίζεται και θα δημιουργείται πάλι, ξανά και ξανά, αέναα, είτε εδώ συμβαίνει αυτό, είτε αλλού μέσα στην θεϊκή κοιλιά. Σαν πλαστελίνη είμαστε, σαν το pokemon Ditto είναι ο Θεός που σήμερα βλέπει τον εαυτό του και τη σκέψη του μέσα από το κεφάλι μας, κι εγώ, είμαι είτε ο πιο Άθεος χριστιανός είτε ο πιο Ένθεος άθρησκος που ξέρω. Ίσως η διαίσθηση κάνει τους θρήσκους να μην είναι σωστοί πιστοί βάσει του δόγματός τους. Ίσως οι θρησκείες απαιτούν πολύ περισσότερα από όσα μπορούμε να δώσουμε. Ίσως να μην είμαστε όσο καλοί νομίζουμε. Ίσως χρειάζεται να ωριμάσει κι άλλο η σκέψη μας για να παραδεχθούμε αλήθειες που μας πονούν. Ίσως η αλήθεια να είναι ένα άπιαστο όνειρο, μια δυστοπική ουτοπία, ή έστω, μια ουτοπική δυστοπία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s