Στροφές 29

Σήμερα ξύπνησα κι ήμουν 29. Τελευταίος χρόνος των twenties. Κατάφερα και παρέμεινα ζωντανός κι εφέτος.

Αν για κάποιο λόγο μπορούσα να’χω μια υπερδύναμη, θα επέλεγα να μπορώ όλα όσα σκέφτομαι, όταν ξαπλώνω το βράδυ, όταν κάθομαι στο λεωφορείο, όταν περπατώ στο δρόμο, να τα συγκρατήσω κάπως και να γίνονταν πρώτη ύλη για κείμενα σαν κι αυτό, για ποιήματα, για λογοτεχνία. Τις χαμένες ώρες μου που για μένα είναι οι σημαντικότερες, οι σκέψεις σαν ένα κοπάδι από άτια με τραβούν εδώ κι εκεί, με μια δύναμη πηγαία και φρέσκια. Αν μπορούσα να συγκρατήσω κάτι από αυτό το χάος μέσα μου, μέσα από το κεφάλι μου, το blog αυτό θα γέμιζε τόσο από υλικό που ο server που το φιλοξενεί θα έπεφτε. Άτοπο κι όμως δείχνει κάτι.

Μετρούμε την κάθε περιφορά που κάνει ο πλανήτης μας γύρω από τον ήλιο σε έτη, κι έτσι ξέρω ότι κλείνοντας τα 29 κατάφερα να τον γυρίσω τον ήλιο λίγες δεκάδες χρόνια.

Είκοσι εννέα. 29, παράξενη ηλικία, τόσο κοντά στην νεότητα που νιώθω πως μέσα από τα χέρια μου χάνεται λες και σφίγγω άμμο μα και τόσο μακρινή από τα πρώτα -άντα κι ό,τι μαζί τους έρχεται. Κι όμως, το αντίθετο ισχύει, είμαι κοντύτερα στα σοβαρότερα της ζωής, παρά στην ανεμελιά, κι ας ξεγελιέμαι.

Το μωρό των γειτόνων μου κλαίει πάλι. 1,5 χρόνο τώρα ή που θα κλαίει ή που θα τσιρίζει. Είμαι πιο κοντά σε αυτό και τις φωνούλες του απ’ότι η μάνα του που βλέπει τηλεόραση στο σαλόνι τους. Κι όμως, το’χω δει μόνο μια φορά κι ας με έχει ξυπνήσει τόσες φορές, περισσότερες κι από το ξυπνητήρι μου. Σκαμπανεβάσματα μου προκαλεί στη ροή και στα νεύρα, είναι ένα ήπιο βασανιστήριο, τέτοιο που με κάνει να αναρωτιέμαι, αν γίνω ποτέ πατέρας, γονιός δηλαδή σαν και τόσους άλλους, τί θα κάνω με ένα μωρό γκρινιάρικο; Άτιμο παιδάκι, μεγαλώνεις μαζί μου κι ας μην το ξέρεις, βάζω τη μουσική λίγο δυνατότερα μήπως και καταφέρω τουλάχιστον να σου μεταδώσω κάποια θετικά vibes, να σε ηρεμήσω μήπως και το βουλώσεις λίγο. Μοιάζουμε ωστόσο, εσύ κλαις με ουρλιαχτά, τέτοια που αναρωτιέμαι πως βαστούν οι χορδές σου, κι εγώ κλαίγομαι και γκρινιάζω με τον τρόπο μου πάνω σε ένα πληκτρολόγιο made in taiwan, το πιθανότερο.

Τα χρόνια περνούν κι είναι η ζωή σαν ψέμα. Μια απροσδιόριστη αίσθηση που σε κάνει να λες, ποιος ήμουν τότε; Ήμουν εγώ ή ήταν άλλος ο άνθρωπος που βίωσε όσα με το ζόρι θυμάμαι; Κι όσα δε θυμάμαι; Τα έζησα εγώ πραγματικά, έχουν αξία άραγε, ή μήπως και στερούνται νοήματος μιας κι είναι προπολλού ξεχασμένα; Το μυαλό μας αλλάζει, το σώμα επίσης. Μεστώνουμε σιγά σιγά καθώς περνούν τα χρόνια, σαν φρούτο άλλο της ζωής, που δε βαστιέται πουθενά παρά στην ψυχή του. Σκεφτόμουν πριν που γύριζα σπίτι πως είμαστε όλοι φύλλα ενός δέντρου, του δέντρου της ζωής. Φύλλα τέτοια όμως που δε μας φύτρωσε η τύχη μόνο, αλλά και οι επιλογές μάς μας έφεραν εδώ ή εκεί, χαμηλά ή ψηλά, μέσα στο βάθος του δέντρου ή την επιφάνειά του. Νιώθω πως για κάποιο λόγο, ίσως επειδή έχω τόσο πολύ ανάγκη το φως στη ζωή μου, ανέβηκα σιγά σιγά στα πάνω πάνω επίπεδα, στα ψηλά του δέντρου, παρέα με λίγα μόνο φύλλα ακόμη. Ήρθα εδώ για να κοιτώ μακρύτερα, να τρώω πρώτος το φως, να θέλω να τροφοδοτήσω όλη μου τη ρίζα μα με ένα ρίσκο μεγάλο, την πτώση. Γιατί, τα φύλλα γύρω μου τα παίρνει ο άνεμος με τη σειρά, το’να μετά το άλλο. Χτυπημένα πολύ περισσότερο από φως που τα’καψε, από βροχή και κρύο, από ανέμους δίχως συμπόνια, τα βλέπεις να τα σκορπίζουν οι αγέρηδες σ’όλα τα σημεία του κόσμου. Κι είμαι κι εγώ μισοκαμμένο φύλλο, ήθελα να ξεφύγω από τη μάζα κι έβαλα θηλιά στο λαιμό μου, λες κι αν κέρδιζα θα κέρδιζα κάτι στο παιχνίδι της ζωής που όλοι συμμετέχουμε. Έπαιξα και ρίσκαρα κι αυτό αρκεί γιατί τουλάχιστον δεν έχασα, κι ας μην κέρδισα επίσης. Το φυλλαράκι που’μαι ξέρω πως μια μέρα σαν κι αυτή θα’χει χαθεί, και θα’ναι σαν να μην υπήρξε ποτέ. Τραγική η μοίρα που επιφυλλάσεται για το φυλλαράκι, μα είναι η πραγματικότητα μία κι ας είμαστε ειλικρινείς και σοβαροί, ας είμαστε θαρραλέοι για να την αντικρύσουμε κατάματα. Σήμερα γιορτάζω μα γιορτάζω πένθιμα. Το τραγούδι λέει γενέθλια του θανάτου μου να κάνω. Κι ο φίλος μου, ο γλυκός μου ήρωας Θάνατος, νονός του ή παιδί του είμαι, δεν ξέρω, του ευχήθηκα πως μια μέρα θα τον συναντήσω κάποτε, και τον παρακάλεσα να μου δώσει δύναμη να υπομείνω τον πόνο που προκαλεί η θέληση για ζωή, η θέληση για το φως.

Τόσα χρόνια στα σκοτάδια μου παλεύω να με καταλάβω. Παλεύω να με κατανοήσω. Σκεφτόμουν σήμερα πως έκανα δουλειά τόσο καιρό, πως προχώρησα λίγο. Έπιασα τον εαυτό μου να γράφει στο σημειωματάριο του κινητού πως δε θέλησα με τίποτα να γίνω αρνητής του εαυτού μου, αρνητής του ανθρώπου άρα μιας και γνωρίζουμε τον άνθρωπο μόνο εμπειρικά και βιώνοντας το άτομό μας, γιατί το μόνο άτομο εν τέλει που μπορούμε να μάθουμε έστω και λίγο, μα πραγματικά, είμαστε εμείς οι ίδιοι. Τί είναι ένας άνθρωπος που δεν προσπαθεί να δει μέσα του, να καταλάβει τον εαυτό του και ζει μονάχα απ’τη μια στην άλλη μέρα; Για εμένα, όσο όμορφος κι αν είναι ο άνθρωπος αυτός, και καλός, και καλύτερός μου σε πολλά, δεν παύει να’ναι ένα ζώο, ζώο ζωντανότατο, αλλά χωρίς αυξημένη συνείδηση. Είναι κακό αυτό; Όχι, σε καμιά περίπτωση, ειδικά όταν δε ζει εις βάρος των άλλων. Είναι δόκιμο όμως; Κατ’εμέ όχι, σύμφωνα με την κοσμοθεωρία μου απόλυτα όχι. Δεν είναι ότι δεν αξίζει να ζει ο άνθρωπος που διάγει ανεξέταστο βίο, αλλά στα μάτια τα δικά μου χαραμίζεται στο λίγο της ζωής, το οποίο καμιά φορά μπορεί να’ναι και το πολύ. Όπως και να΄χει, ο καθένας και η καθεμιά παίρνει το δρόμο που τον τραβάει. Έτσι κι εγώ άρχισα να με εξετάζω, μεταξύ σοβαρού κι αστείου, να με γκρεμίζω, να με χτίζω, να με μαθαίνω, να με δημιουργώ, ως άνθρωπο, ως προσωπικότητα, ως χαρακτήρα, ως ύπαρξη. Σίγουρα αυτό που έφτιαξα, το οποίο δεν είναι 100% δικό μου δημιούργημα, δεν είναι τόσο αρεστό στους πολλούς, ειδικά σε αυτούς που κάποτε ήταν φίλοι μα που τώρα πια ξεχαστήκαμε και γίναμε άλλοι, είναι ωστόσο αυτό που τώρα, μπορώ να το πω ξεκάθαρα, μου αρέσει. Μου αρέσει ο εαυτός μου, κι ας κοπιάζω καθημερινά να τον αγαπήσω, να τον αποδεχτώ και να τον βοηθήσω να γίνει καλύτερος, κι ας γίνεται χειρότερος, κάνοντας βήματα αργά αλλά σταθερά προς την ανυπαρξία. Γιατί τί άλλο είναι η ζωή, αν δεν είναι ένας μαραθώνιος δρόμος όπου στο τέλος του, περνώντας τη γραμμή του τερματισμού του ο καθένας, δε σχίζει ταυτόχρονα και το νήμα της ζωή που τον κρατά ζωντανό.

Ήταν τόσο πολλά αυτά που ήθελα να πω μα τα ξέχασα. Έχω γράψει άπειρες σελίδες στο κεφάλι μου μα τις διάβασα και τις χάρηκα μόνο εγώ, το προνόμιο του δημιουργού. Εδώ αφήνω μόνο το ζουμί απ’όσα ήθελα να πω.

Το γράψιμο μπορεί να γίνει τέχνη, αρκεί να το’χεις λίγο και να το προσπαθείς, κι εγώ, ούτε το’χω μα και ούτε που το προσπαθώ. Γνωρίζοντας δυο-τρεις χιλιάδες λέξεις μόνο βγάζω την ψυχή μου και την χτενίζω, την ξεψειρίζω μπρος στα μάτια όλων. Η τέχνη η δική μου, δεν είναι ο λόγος ο ίδιος, αν και θα το ήθελα, μα κυρίως η ίδια η έκφραση, η ίδια η φωνή που δίνει στο λόγο τη δύναμή του. Κείμενο το κείμενο εδώ στο blog, σα χτένισμα είναι για εμένα, κι ας βγάζω μόνο τρίχες, κι ας αφήνω τις ψείρες όλες, κι ας γίνομαι ένας φαλακρός ψειροκέφαλος. Οι φίλοι μου κι εγώ εδώ και καιρό αρχίσαμε να χάνουμε τα μαλλιά μας, μεγάλωσε το μέτωπο, οι κρόταφοι ανέβηκαν ψηλότερα, κάποιοι τα ξυρίζουν ήδη, μαζί με τα μαλλιά μας, φεύγουν και τα νάτια μας, φεύγουν και οι καύλες μας, φεύγουν κι οι ελπίδες μας. Πόσο πολύ στοιχίζει σε πόνο η απώλεια… Η ζωή πηγαίνει μόνο μπρος και δεν ξέρει από συμπόνια. Το peak της ζωής ενός ανθρώπου είναι κάπου ανάμεσα στα 25 με 30, είμαι στο peak μου μα νιώθω λες και είμαι στο χαμηλότερο σημείο ύπαρξης, στην ευτέλεια. 29 χρονών κι ακόμα μένω με την μάνα μου και την αδερφή μου, κι ακόμα δεν είμαι ανεξάρτητος, κι ακόμα οι προσδοκίες μου δε μειώθηκαν, καταδικασμένος να ζω μέσα στα όνειρα, ένας εξτρεμιστής ονείρων είμαι, με καρδιά σκύλου και μυαλό μικρού παιδιού, πολεμώ πάνω απ’όλα τον εαυτό μου τον ίδιο, που με καταδίκασε μέσα από τα ψαξίματά του στον πόνο που φέρει η γνώση, αυτός είμαι, πλέον αυτός θα’μαι. Όταν η γιαγιά μου με ρωτάει πότε θα παντρευτώ, δεν αστειεύομαι όταν της απαντώ: όταν θα βγάλω το πρώτο εκατομμύριο.

Ήθελα να αλλάξω τον κόσμο, κι ακόμη μπορώ να πω ότι αυτή είναι μια γοητευτική ιδέα. Στην πορεία έμαθα πως πρέπει να αλλάξω τον εαυτό πριν αλλάξω τον κόσμο, κι έτσι λοιπόν έπεσα με τα μούτρα πάνω μου, πάνω στις σκέψεις μου, πάνω στα συναισθήματα, στις συμπεριφορές, στις επιλογές και στα γιατί. Γιατί το ένα, γιατί το άλλο, συνείδηση που αυξάνει και διώχνει μακριά, πέρα για πέρα, την όποια ευτυχία μπορεί να νιώσει κανείς μέσα στην άγνοια, απομακρύνει την ευδαιμονία, όχι γιατί το θέλει, αλλά γιατί αυτή είναι τόσο απαιτητική. Θα’θελα να μιλάω για ιδέες όλη μέρα, θα’θελα να ζω στην αρχαία Αθήνα, να αράζω στην αγορά, αμύητος και ξέρετε γιατί, να αφουγκράζομαι τα λόγια των μεγάλων, να ψυχανεμίζομαι τάσεις που θα αφήσουν εποχή. Αδύναμο πνεύμα στις ιδέες έχω όμως, η καρδιά μου φτάνει μόνο μέχρι την αλήθεια του είναι μου. Ειλικρινής σαν τον ταύρο που σου λέει μη μου τη δίνεις, θαρραλέος και σοφός σαν τον αετό που βουτάει για να δώσει ένα τέλος με αξιοπρέπεια. Αυτό είμαι, αυτό προσπαθώ να’μαι. Τα κείμενα αυτά δεν έχουν κάτι παραπάνω από αυτές τις κρυφές προσπάθειες να μετουσιώσουν τα συναισθήματα σε λόγο. Να γίνει το μέσα μου υλικό, να περάσει το πνεύμα στην ύλη, να συνεργαστούν, να ισορροπήσουν. Γράφοντας με μαθαίνω, πριν με μάθω όμως με’χω χτίσει. Μοιράζοντας όλα αυτά, νιώθω κατά τι πιο ζωντανός, κρατώντας το διάλογο ανοιχτό με τον κόσμο γύρω μα και μέσα μου.

Ο Μιχαήλ από δίπλα ηρέμησε, θα κοιμήθηκε μιας και η ώρα πέρασε. Το ξυπνητήρι με τσιριχτή φωνούλα θα με ξυπνήσει κατά τις 6:30 πάλι, κι εγώ θα νιώθω άσχημα για άλλη μια φορά, πρωί πρωί, που σκέφτομαι αρνητικά γι’αυτό το ξυπνητανθρωπάκι.

Τα γενέθλια είναι πάντα μια καλή αφορμή για να πάρει κάποιος το στυλό, ή στην προκειμένη το πληκτρολόγιο, και να καθίσει παρέα με τον εαυτό του, να τον χτενίσει λίγο, να τον ξεμαλλιάσει. Γλυκόπικρα γενέθλια όμως αυτά των 29 γιατί βλέπεις το παιδί μέσα σου να’χει πέσει σε λήθαργο για τα καλά, κι ευελπιστείς να δεις μπρος σου τον άντρα που ήθελες να γίνεις. Μα εγώ δεν τον βλέπω ακόμα. Τα μαλλιά μου πέφτουν, οι άσπρες τρίχες γίνονται όλο και περισσότερες, το σώμα ατονεί και σαπίζει λίγο λίγο κι εγώ δεν νιώθω παρά ένας έφηβος με πολύ μακρά εφη-βία, ένα παιδί που θέλει να αλλάξει τον κόσμο, απλά γιατί δεν μπορεί να ζει σε αυτόν που αντικρίζει καθημερινά. Η έλλειψη ευθύνης με έριξε στα βαριά, από εκεί που δε σκεφτόμουν ούτε το τομάρι μου πως θα το κρατήσω ζωντανό, ονειρευόμουν πως είμαι άλλος Ιησούς, που’ρθε για να σώσει ποιον και τι από τον εαυτό του. Όσο περνά ο καιρός καταλαβαίνω όλο και περισσότερο ότι το μόνο άτομο που μπορώ να σώσω είμαι εγώ ο ίδιος, μα ούτε κι αυτό το καταφέρνω.

Τρόποι σκέψης πλαισιωμένοι εδώ και χιλιάδες χρόνια, οριοθετημένοι από μυαλά άλλων αδερφών μας, που καταφέρνουν άθελά τους να μας καταδυναστεύουν. Η θεωρία είναι ρομαντισμός και τον έμαθα στην πράξη. Κάθε κείμενο και μια βουρτσιά που μου αφαιρεί μαλλί. Φθηνοπωριάζει κι έρχονται οι μέρες μου κι εμένα, θα με πάρει κάποιος αγέρας από’δω, και το μόνο που ελπίζω είναι αντί να με ρίξει λίγα μέτρα παραπέρα, να με πάρει λίγο πιο ψηλά, να δω περισσότερα ακόμη, ίσα για την έκσταση της στιγμής, πριν πέσω στο έδαφος αφήνοντας την τελευταία μου πνοή.

Ξεκίνησα να γράφω θέλοντας να μιλήσω για άλλα, και για άλλα μίλησα και πάλι. Όσο όμως μπαίνω στο ροή, πάντα θα το αφήνω να βγαίνει αφού βγαίνει ατόφιο, σκληρό ροκ της νεότητάς μου, στολισμένος πόνος με αγκάθια στο κεφάλι.

Ο μόνος ήρωας που υπάρχει πλέον στη ζωή μου, μετά από τόσα χρόνια, τόσες ταινίες και διαβάσματα, τόσες συζητήσεις, δεν είναι παρά ο ίδιος μας ο εαυτός. Έτσι κι εγώ θα πω ένα μπράβο στον εαυτό μου που κατάφερε κι έμεινε ζωντανός κι εφέτος, ένα μπράβο που κατάφερε να μην πνίξει κάποιον, να μη μπει φυλακή κόντρα σ’όλα τα προγνωστικά. Ένα μπράβο σε έναν άνθρωπο με σάρκα κι οστά, κι όχι ψεύτικο σαν αυτούς των ιστοριών που μας καταστρέφουν τα μυαλά. Έναν άνθρωπο που ξυπνάει το πρωί για να πάει σε μια δουλειά που του μαθαίνει πως είναι να νιώθεις σκλάβος, που τριγυρνά σα φάντασμα μέσα στις πόλεις με τα σαπισμένα τους κτίρια, περπατώντας ανάμεσα σε ψυχές πονεμένες με πρησμένα μάτια, εγκεφάλους, μπράτσα και κώλους. Τα εύσημά μου δίνω σε όσους δίνουν τον καθημερινό τους αγώνα, που αποσιωπούν τις φωνούλες μέσα τους και ώρες ώρες τους ζηλεύω που ηρεμούν τα άτια τους, και ειδικότερα σε όσους συνδυάζουν και το πρακτικό μέρος της ζωής με αυτό της νόησης, σε πολύ λίγους δηλαδή.

Ώρες ώρες σκέφτομαι πως ο βιγκανισμός, ενώ πάει κόντρα στον κανιβαλισμό, και που είμαι υπέρμαχός του, ποτέ όμως απόλυτος, δε θα με σταματούσε, κι ούτε θα έπρεπε να το κάνει, από το να φάω όλους όσους ζουν εις βάρος των πολλών, βγάζοντας τα δις και τα εκατομμύριά τους στις πλάτες του κοσμάκι. Το ξέρω και το βλέπω χρόνια τώρα, αλλά πλέον που με τρώει η ρουτίνα, μου φαίνεται εξωφρενικό το γεγονός πως ως ανθρωπότητα παράγουμε τόσα πολλά, είμαστε βουτηγμένοι στα χρέη, πως υπάρχουν κάποιοι λίγοι που κατέχουν πάρα πολλά, που άνθρωποι σπαταλούν τη ζωή τους στην κυριολεξία σε ανούσιες εργασίες, ή σχεδόν τέτοιες, θυσιάζοντας το τομάρι τους στο βωμό του κέρδους των άλλων. Κι αν φάω σουβλάκι με κομμάτια Μασκ και Μπέζου, γιατί να με κάνει αυτό χειρότερο από αυτούς που κανιβαλιάζουν ψυχές ανθρώπων μια ζωή. Γιατί αυτοί να’ναι τα πρότυπα των γεννεών που’ρχονται. Γιατί η μάζα αντί να βοηθήσει τον εαυτό της ενδυναμώνοντας τις θέσεις της επιλέγει να βρει τρόπο να ανέβει στην κοινωνική πυραμίδα και να πάρει αυτή τα ηνία και το μαστίγιο. Κάτι τέτοια σκέφτομαι την ώρα που εργάζομαι, πως είναι δυνατόν να σπαταλούμε τις μοναδικές ζωές μας τόσα άσκοπα, τόσο ανούσια, τόσο εθελούσια.

Μου έκαναν τα κορίτσια απ’τη δουλειά έκπληξη με τούρτα κι ευχήθηκα να’μαι και του χρόνου ζωντανός, όχι γιατί ο θάνατος είναι μέσα στη ζωή απλά, αλλά γιατί ξέρω το κεφάλι μου πια και πως λειτουργεί. Μου’πε είσαι πολύ παράξενος η Γ., γιατί δεν τρώω γλυκά, και για μπόλικα ακόμα γιατί. Έχω δυο καλούς λόγους ωστόσο, ο ένας καλύτερος από τον άλλο, πρώτον, τα γλυκά για μένα ισοδυναμούν με ελαφρύ δηλητήριο που δε σε σκοτώνει, αλλά δε σε κάνει και πιο δυνατό σίγουρα, και δεύτερον γιατί, απλά δε μου αρέσουν τα γλυκά. Λές να κάψω την ευχή τώρα που τη μοιράστηκα; Οι πιθανότητες παραμένουν ίδιες κι όσο δε δημιούργησα ακόμη τη δική μου οικογένεια ο θάνατος δεν είναι τόσο κακό ενδεχόμενο.

Κάνω στροφές γύρω γύρω από τον ήλιο κι ονειρεύομαι τρελά να δημιουργήσω την οικογένεια που δεν είχα, να γίνω ο πατέρας που ήθελα να’χω, και να αφιερώσω τον εαυτό μου στο κοινό καλό, σαν κερί που θα καίει για να φωτίζει τις ψυχές των άλλων. Επέλεξα να σταματήσω πια να βολοδέρνω στα λιμάνια του κόσμου, να έχω μια γυναίκα σε κάθε γωνιά της γης, αλλά, αντ’αυτού, επενδύω σε μένα τον χρόνο και την ενέργεια ώστε να γίνω ένας άντρας που θα’χει πράγματα να δώσει, όχι τόσο σε υλικό επίπεδο αλλά κυρίως σε πνευματικό, καλλιεργώντας τον εσωτερικό μου κήπο, τον κήπο των ιδεών και των συναισθημάτων, ονειρευόμενος και ονειροπαρμένος να βρω μια κοπέλα για να μεγαλώσουμε μαζί και να χτιστούμε από κοινού ψάχνοντας σε βιβλία, ταινίες, μουσεία, ταξίδια, όλα αυτά τα ερεθίσματα που θα μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους, που θα ζούμε τις νύχτες και θα κοιμόμαστε τις μέρες, που θα ζωγραφίζουμε μαζί εξπρεσιονιστικούς πίνακες οργασμού με σπέρμα και ιδρώτα πάνω στα σώματά μας, με δαγκώματα και ξύλο και συναίσθημα που θα μας κάνει μπουμ μπουμ μπουμ μέσα μας. Από την άλλη σκέφτομαι πως το κυριότερο που μπορώ να κάνω για να βοηθήσω και να βοηθηθώ είναι να πάρω τον δρόμο της διανόησης, του πολιτισμού, και να χτίσω όσα στα μάτια μού μου φαίνεται πως λείπουν από τη ζωή μας, να δώσω άλλα παραδείγματα συμπεριφοράς, καταναλωτικής και επιχειρηματικής, επιδιώκοντας να καλύψω κενά στη συνέχεια που εγώ θα δημιουργήσω. Όνειρα σαν κι αυτά, μεγάλα καρότα που με κρατούν σε πορεία, που βαραίνουν όμως και το φορτίο γιατί πάνω μου τα κουβαλώ. Άλλοι κουβαλούν τα σπίτια τους σα χελώνες, κι εγώ σα χελώνα είμαι μπλε, κόκκινο, πράσινο, γαλάζιο, κίτρινο. Το κίτρινο της χαράς που’χω ανάγκη, το γαλάζιο της ηρεμίας που’χω ανάγκη, το πράσινο της ευτυχίας που’χω ανάγκη, το κόκκινο του φλογερού πάθους που’χω ανάγκη, το μπλε της σοφίας που’χω ανάγκη. Κάθε τετραγωνάκι στο κέλυφός μου έχει κι από’να χρώμα που μου λείπει μα εγώ είμαι βυθισμένος στο μαύρο της μοναξιάς, της θλίψης, του πόνου, του θανάτου, το μαύρο που περικλείει όλα τα τετράγωνα αλλά και το εσωτερικό του συναισθηματικού μου σπιτιού. Κι είναι μεγάλα τα όνειρα, κι είναι ωραία τα νιάτα, κι ας καίγονται, μέρες κι αυτά σαν τις μέρες κάποιου αλεξανδρινού ποιητή. Τα ωραία παιδιά, ωραία καίγονται. Πύρινη λαίλαπα η ψυχή του ανθρώπου που σα δάδα καίγεται αυτόνομα μονίμως κι αενάως, πέτρινη γροθιά που το νερό της ζωής λυγάει, άμμος ο χρόνος στο χέρι του, που όσο τον σφίγγει, τόσο αυτός χάνεται και πιο γρήγορα, σήμερα 29, αύριο 45, μεθαύριο 77 κι ύστερα τέλος.

Όνειρα που θα πραγματωθούν ως ένα βαθμό, μια ζωή κοινή όσο όλου του κόσμου, μάτια που εκπέμπουν πόνο και που με κάνουν ανθρωπινότερο από κάθε καθάρια σκέψη. Φοβάμαι μήπως μια μέρα το μόνο που θελήσω είναι να γυρίσω στο παρελθόν μου, στον παρελθοντικό μου εαυτό, σε ένα πρότερο εγώ, μήπως ψάξω για την τελευταία φορά που μαζευτήκαμε στην πλατεία για να παίξουμε μπάλα, την τελευταία φορά που πήγαμε σε πάρτι, την τελευταία φορά που το στομάχι μου πόνεσε από τα γέλια. Και που θα’ναι αργά τότε πια, και που θα’χουν γίνει όλα αναμνήσεις, όπως είναι ήδη, αλλά με μια άλλη αίσθηση, με την αίσθηση πως η ζωή πέρασε πια κι έχει ξεφτίσει, πως ό,τι ήταν να ζήσουμε το ζήσαμε τότε, τότε που ξυπνούσαμε έτοιμοι για έρωτα, τότε που η ενέργεια έφτανε για δυο γεμάτα και μάλλον γαμάτα 24ωρα, τότε που το να είσαι ζωντανός ήταν κατακλυσμιαία αίσθηση. Θέλω να κλάψω για τα νιάτα που φεύγουν, να κλάψω σα γέρος που ακούει τον γλυκό του ήρωα Θάνατο να του χτυπάει την πόρτα, έλα παλιόφιλε, που’σαι, ήρθα να σε πάρω μαζί μου, άλλο μη μου στενοχωριέσαι, όλα όσα ήταν να ζήσεις τα’ζησες και με το παραπάνω, στην ταινία της ζωής σου έπαιξες καλά τον ρόλο, κι αν δεν κέρδισες το όσκαρ, κέρδισες τουλάχιστον τις εντυπώσεις, ήρθες, είδες και απήλθες, ποιός να σου το’λεγε πως μια χλαπάτσα με οστά θα κατάφερνε να τα καταφέρει, κι όμως, τα κατάφερες γιατί έζησες τη ζωή σου όντας εσύ, περπατώντας εσύ μέσα στα παπούτσια σου, μη δίνοντας δεκάρα για τις απόψεις των άλλων, αυθεντικός σαν τον πόνο και τη χαρά, μεστός σα φρούτο, φίλε, όλα αυτά τα χρόνια με εντυπωσίαζες, όχι γιατί πέτυχες πράγματα, αλλά γιατί κατάφερνες να σηκωθείς από το κρεβάτι σου κάθε μέρα όσο κι αν φοβόσουν αυτό που σου επιφύλασσαι. Αυτά φαντάζομαι να τον ακούω να μου λέει πριν με πάρει από το χέρι για την ανυπαρξία και ευφραίνομαι ήδη.

Μακρηγόρησα λίγο αλλά κατάφερα να βγάλω μερικά ψήγματα απ’όσα ήθελα να πω. Το καλύτερο δώρο σήμερα ήρθε από τη φύση και τον καμβά της, τον ουρανό. Μου έδωσε ήλιο το πρωί και ένα κατακόκκινο σούρουπο γεμίζοντάς με, την μια με ελπίδα, την άλλη με παρηγοριά.

Τώρα μπορώ να πω ότι είμαι πιο ήρεμος απ’ότι όταν ξεκινούσα αυτό το κείμενο. Κάθε φορά που θέλω να γράψω νιώθω λες και πρόκειται να γεννήσω. Το φοβάμαι λίγο γιατί δεν ξέρω πως θα μου βγει το παιδί κι ούτε κι αν θα αντέξω τον πόνο ξέρω μα γνωρίζω καλά πως δεν μπορώ να κάνω κι αλλιώς κι απλά βουτάω τα χέρια μου στο αίμα μέσα μου.

Αυτή οφείλει να’ναι η χρονιά που θα κάνει τη διαφορά. Πάμε για τη τελευταία στροφή των twenties. Μιχαλάκη, ξύπνα με λίγο αργότερα αύριο ρε άτιμε…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s