Ωδή στην Άνοιξη

Καθώς μπήκαμε στην εποχή της Άνοιξης, νιώθω την καρδιά μου ν’ανοίγει όπως ανοίγουν τρίζοντας τα παραθύρια του Σπιτιού μπροστά στον Κόσμο. Οι λίγο σκουριασμένοι μεντεσέδες τους, τσιρίζουν και δίνουν ξανά μια αίσθηση ζωντάνιας. Λες και κάτι μισοπεθαμένο, ρίχνει το πέπλο που το σκέπαζε, κάτω στη γη, κι ανοίγει τα μάτια του μπρος σε όλη την ομορφιά της φύσης.

Ω, Άνοιξη, εσύ που μας υπόσχεσαι τα γλυκά σου πετροκέρασα, πόσο πολύ μας έλειψες…

Ευτυχώς, την βγάλαμε και φέτος. Γλυτώσαμε απ’τις δύσκολες ημέρες του χειμώνα και μπορούμε να βροντοφωνάξουμε ξανά: ήρθε πάλι η Ζωή!

Νέα και φρέσκια, σαν τις ημέρες σου Άνοιξή μου, που με τα πρωινά σου μας παγώνεις, με τα μεσημέρια μας ζεσταίνεις τις καρδιές και με τα βράδια μας δροσίζεις.

Σιγά σιγά όλα παίρνουν να αλλάζουν γύρω μας. Χρώματα και μυρωδιές σκάνε παντού σαν μικρά ηφαίστεια. Κι εκεί που είχαμε ασυναίσθητα πιστέψει πως ο χειμώνας σε νίκησε, εσύ ήρθες πάλι κοντά μας, ομορφαίνοντάς μας τον βίο, υποσχόμενη όσα καμιά άλλη εποχή δεν μπόρεσε να υποσχεθεί.

Ω, Άνοιξη, εσύ που με την πανσπερμία σου θέτεις τις βάσεις της αλλαγής, πόσο πολύ μας έλειψες…

Σχεδόν χάσαμε τον εαυτό μας, γλυκιά μου Άνοιξη, μέσα σ’αυτό που αποκαλούμε πολικό ψύχος. Είναι δύσκολο ξέρεις να ζεσταίνεται κανείς, όντας μόνος ανάμεσα σε επτά δισεκατομμύρια ψυχές, δίχως μια αγκαλιά, δίχως αγάπη. Τι σου είναι ο άνθρωπος…

Ήρθες όμως εσύ για να μας θυμήσεις πόσο όμορφο είναι να ανοίξει κανείς την καρδιά του και να υποδεχθεί τον εαυτό του και τους άλλους, δηλαδή πάλι τον εαυτό του, το σύμπαν.

Η αλήθεια είναι πως σε σκεφτόμουν συχνά, ειδικά κάτι παγερές βραδιές που μύριζαν θάνατο και φοβόμουν το είδωλο του καθρέφτη. Μα δεν ήξερα αν όντως θα’ρθεις ξανά, τόσο αβέβαιη που είναι η ζωή μας, κι έτσι κατέληγα να αγωνιώ μήπως και δεν ξαναδώ ούτε ένα χελιδόνι.

Τα λόγια τούτα ίσως σε μπερδεύουν παρηγορήτρα μου, μα πως να σ’το πω πιο λιανά;

Το όνειρό μου είναι να πεθάνω σε μια απ’τις πιο γαλανές σου μέρες, να προλάβω να δω το μπλε του ουρανού σου και να αισθανθώ πως θα με αποχαιρετήσει η Ζωή με το χαμόγελο στα χείλη. Πως να το κάνεις αλλιώς; Όταν γνωρίζεις πως μια μέρα θα σβήσεις, όπως ένα ζώο που χάθηκε και κανείς δεν έδωσε σημασία για την απώλεια αυτή, πως να μην ελπίζεις να φύγεις την ώρα που η φύση αρχίζει να χορεύει; Γνωρίζοντας πως αφήνεις τον κόσμο σε καλά χέρια, σίγουρος ότι θα μπορέσουν τα αδέρφια σου να ξεπεράσουν την απουσία της μυρωδιάς σου όσο πιο ανώδυνα γίνεται, πως να μη χαίρεται κανείς όταν σε ξανασυναντά; Είναι σαν να λέμε μέσα μας: ορίστε, έκανα και πάλι τον κύκλο μου.

Ω, Άνοιξη, ζωγράφισε στον καμβά της Ζωής, τα πιο έντονα, τα πιο όμορφά σου όνειρα…

Μαζί με εσένα, έρχεται παρέα κι η ελπίδα. Σαν να ήσουν ένας απ’τους μάγους με τα δώρα, μας έφερες το πιο γλυκό ναρκωτικό, το πιο εθιστικό απ’όλα. Κι αρχίζει πάλι ο αγώνας.

Έρωτας, έρωτας παντού. Φέρνει σε σύγκρουση τις υπάρξεις αυτού του κόσμου και σκάνε τα συναισθήματα σαν φουσκωτοί αστέρες. Πως να μη σε αγαπάει κανείς;

Ο άνθρωπος που είναι ζωντανός μέσα του, σε κουβαλάει πάντα, σαν εικονίτσα, στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του. Κι ελπίζει, κι ας μην το παραδέχεται, πως κάποια μέρα θα σε ξαναζήσει.

Ο άνθρωπος, φτιαγμένος απ’τα άστρα για αγάπη, σαν τυφώνας τριγυρίζει στον πλανήτη γη γυρεύοντας να πάρει στο διάβα του ό,τι προλάβει πριν χαθεί. Μα εσύ τον καλμάρεις.

Τι σου είναι ο Άνθρωπος μεθυστική μου Άνοιξη; Αποδημητικό πουλί αν ήταν, θα σε κυνηγούσε όπου πήγαινες. Τώρα όμως που είναι Θεός και Διάβολος, τη μια σε εξυψώνει και την άλλη σε κατσαδιάζει.

Ω, Άνοιξη, να θυμάσαι κάθε φορά πριν χαθείς να μας παίρνεις μαζί σου στον μικρό σου χαμό, να γευόμαστε τουλάχιστον τα γλυκόπικρά σου χείλη…

* Γραμμένο το Μάρτιο του 2019.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s