Φυτεύοντας Διαμάντια

Σκάβω χώμα. Το χωράφι του μυαλού μου είναι ό,τι πιο μεγάλο έχω στα »χέρια» μου σύμφωνα με το νόμο περί ιδιοκτησίας κι εφόσον μου ανήκω. Μα εγώ δε ξεγελιέμαι, γνωρίζω άλλωστε πως μια έκταση τόσο μεγάλη δεν μπορεί να φυλαχθεί από τυχόν εισβολείς.  Ποιοι είμαστε στο κάτω κάτω που θα φιλτράρουμε συνειδητά κάθε ερέθισμα που δίνει τροφή για σκέψη; Ποιοι είμαστε που νομίζουμε πως ξέρουμε ποιοι είμαστε; Το χώμα νωπό όπως και το σώμα, μα τραχύ κάτω απ’την επιφάνεια. Με κάνει να πατάω πιο δυνατά το φτυάρι μου, να φτάσω εκατοστά πιο μέσα, σκέψεις βαθύτερου επιπέδου, σκέψεις κουραστικές, χαοτικές, όπως κουραστικά είναι και τα χαοτικά ταξίδια των ξύπνιων ονείρων μας.

Βγάζω χώμα. Αστρική ύλη χαμένη στη λήθη γεμίζει το φτυάρι μου. Την κοιτώ να βγαίνει βουβή, νεκρή. Την παρατηρώ και λέω. Τόσοι ξεχασμένοι κόσμοι, τόσες χαμένες ιστορίες που κάποτε για κάποιους είχαν νόημα. Και τώρα τι; Αύριο τι; Φευγαλέες ματιές στο παρελθόν, τόσο φευγαλέες όσο κι αυτό. Αναμνήσεις, πόνοι και χαρές που κάποτε αποτελούσαν νόημα ζωής, μα τώρα η ζωή έχει αλλάξει. Μια δυναμική στατικότητα. Μια ατέρμονη αλλαγή που μας αφήνει πίσω κάθε τόσο. Που να βρεις νόημα; Και τι πάει να πει νόημα στο κάτω-κάτω;

Φυτεύω σπόρους. Οι σκέψεις, οι αναζητήσεις και περιπλανήσεις μου, συζητήσεις με κομμάτια θεϊκά, γνώσεις γνωστές κι άγνωστες που βρήκα στο σακούλι μου. Σιγά σιγά το σακούλι αδειάζει, όπως αδειάζει η κλεψύδρα μας. Και τόσο με ξενίζει αυτό, τόσο που με κάνει να θωρώ τον κόσμο γύρω σαν να’ταν κουκλοθέατρο. Γιατί τρέχουμε εδώ κι εκεί; Τρέχουμε μα μου φαινόμαστε ακίνητοι… Τα σακούλια αδειάζουν, ώσπου ο φόβος της ζωής παύει να υπάρχει. Τα σακούλια αδειάζουν κι εμείς χαμπάρι δεν παίρνουμε. Αν κάτι είναι κρίμα, αυτό δε θα’πρεπε να’ναι;

Περπατώ και πάω. Ήδη ξέχασα τους πρώτους σπόρους. Σιγά σιγά ελαφραίνω μα μέσα μου γεμίζω. Ρυάκι που γίνεται ποτάμι, με μόνο του προορισμό τη βαθιά θάλασσα, τον ωκεανό. Χιλιόμετρα μέσα στον νου.

Τι ειν’αυτό που βλέπω προς τα πίσω;

Οι σπόροι πήραν να μεγαλώνουν, κάποιες ρίζες γερές κι άλλες χαλαρές, κορμοί ψηλοί, κορμοί κοντοί, λουλούδια που ανθίζουν, μέσα τους διαμάντια που αχνοφαίνονται. Οι αξίες, τα διαμάντια μου, άλλες όμορφες και σπάνιες, άλλες συνηθισμένες λες και είναι δεδομένες. Το χωράφι αλλάζει μορφή, αποκτά αξία πνευματική, μέχρι να καταρρεύσουν πάλι όλα τριγύρω.

Συνεχίζω μέχρι τέλους. Αυτήν τη σισύφεια ζωή δεν δύναμαι να την τερματίσω, ούτε και θέλω άλλωστε. Μου θυμίζουμε τα στρατιωτάκια που μόνο μπροστά μπορούν να πάνε, το πολύ πολύ καμιά φορά και λίγο λοξά. Βέβαια, θα μου πείτε, δεν είναι απόλυτο αυτό. Και σας απαντώ, φυσικά! Έχετε δίκιο, τίποτα δεν είναι απόλυτο σ’αυτόν τον κόσμο, σωστά; Θα’ρθει η ώρα που το σακουλάκι μου θα αδειάσει. Μα δε θα μπορέσω να περιμένω για το μάζεμα των διαμαντιών μου. Δυστυχώς θα χρειαστέι να φύγω όπως όλοι μας. Ελπίζω όμως πως κάποιος θα’ρθει να κάνει το μάζεμα. Ίσως κάτι θα’χει να κερδίσει. Τι διάολο άλλωστε; Για διαμάντια μιλάμε, τα διαμάντια μου που είναι ολονών μας.

Εσείς; Πως πάτε με το φύτεμα;

* Γραμμένο το Σεπτέμβριο του 2015.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s