Το παιδί μπροστά στον κόσμο

»Μάτση, Μάτση! Που ειν’ο Ματσούλης;» φώναξε ανήσυχα το παιδάκι καθώς έβγαινε στην απλοϊκή αυλή του σπιτιού του. Ένα σπίτι χτισμένο στους πρόποδες ενός ανεξερεύνητου, κατά το ίδιο, βουνού. »Να’τος ο γατούλης μου! Ψιτ, ψιτ! Έλα εδώ Μάτση!» κι ο άσπρος με γκρίζες βούλες γάτος, γαλήνιος όσο γαλήνιο μπορεί να’ναι ένα χορτασμένο ζώο, έτρεξε χαριτωμένα κουνώντας την ουρίτσα του προς το παιδάκι. Σε λίγο, κάθονταν κι οι δυο κάτω από το φως μιας λάμπας κάπου πιο πέρα απ’το σπίτι του παιδιού, και του γάτου.

Όσο χάιδευε το γατί, το παιδί δε μπορούσε να συνειδητοποιήσει τα όσα είχε δει τις τελευταίες ημέρες στην τηλεόραση, άλλη μια ένδειξη του πόσο κακό μπορεί να προκαλέσει το χαζοκούτι με την προπαγάνδα του στις ανυποψίαστες παιδικές ψυχούλες. Σκεφτόταν, ή νομίζω πως σκεφτόταν, πόσο ξένο του φαινόταν το γεγονός πως ένας πόλεμος ξεσπούσε. Ένας πόλεμος που απ’ότι φαινόταν στους χάρτες που έδειχνε η τηλεόραση, δε θα λάμβανε χώρα σε μια τόσο μακρινή χώρα, όσο κι αν ξένιζαν οι εικόνες της TV. Αυτό έκανε το παιδί να σκεφτεί πως τίποτα δεν είναι σίγουρο, κι αν ένας πόλεμος μπορούσε να ξεσπάσει τόσο κοντά κι ας φαινόταν μακριά, τι θα τον σταματούσε στο να εξαπλωθεί και στη χώρα του, στην πόλη και το χωριό όπου ζούσε.

Άρχιζε να το λούζει κρύος ιδρώτας με τούτες τις σκέψεις καθώς το αίσθημα του φόβου έπαιρνε να μεγαλώνει μέσα του. Η ώρα περνούσε, σκέψεις και χαϊδέματα χάνονταν στο χρόνο. »Μάτση, γιατί πονάει η καρδούλα μου;» είπε το παιδάκι στο γατί, και το γατί νιαούρισε με τρόπο που δεν είναι ανθρωπίνως δυνατό να περιγραφεί. Εκείνη την ώρα σκέφτηκε κι άλλη μια τραγική εικόνα, τα έγχρωμα παιδάκια της Αφρικής με την τυμπανιασμένη κοιλίτσα που του φαίνονταν τόσο παράξενα. Δε δυσκολεύτηκε να δακρύσει. Ένιωθε έναν κόμπο στο λαιμό να το πνίγει, μα όσο κι αν αυτό δάκρυζε, ο κόμπος δεν έλεγε να ελαφρύνει, να λυθεί.

Η κατάσταση συνεχίστηκε κι έγινε εντονότερη καθώς το παιδί προσευχόταν στον Θεό. Τον παρακαλούσε να βοηθήσει όλα τα παιδάκια του κόσμου που δε ζούσαν όπως αυτό, μιας και στα μάτια του η ζωή του ήταν παραδεισένια. Και σαν προσεύχονταν κλαψουρίζοντας για κάτι που δεν ήξερε αν έχει αποτέλεσμα, μια σκέψη του’ρθε στο μυαλό και παρόλο που ήταν πιτσιρίκι δε φοβήθηκε να την πει μέσα του, δε φοβήθηκε να την νιώσει. Σκέφτηκε λοιπόν πως θα ήθελε να πεθάνει αν ήταν αυτό δυνατό, για να σωθεί κάθε παιδάκι που βασανίζονταν στη ζωή του. Παρακάλεσε προσευχόμενο στον καλό Θεούλη, να πάρει τη ζωή του, να δεχθεί αυτή του τη θυσία για το καλό των άλλων. Το παιδί μετά απ’αυτό δεν μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό του, έτρεμε απ’την ταραχή του, έκλαιγε με πόνο βαθύ, η καρδιά του λίγο έλειψε να σπάσει, η μνήμη του χαρακωνόταν. Όμως, τα δάκρυα στράγγισαν, η καρδιά ηρέμησε, το παιδί ζαλισμένο σηκώθηκε κι έκανε να φύγει.

Πέρασε το βράδυ, πέρασαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια. Το παιδί, αισθάνεται παιδί, μα δεν είναι. Πλέον είναι άντρας, και στέκεται στα δυο του πόδια, έτοιμος να διαλέξει έναν απ’τους δρόμους που του ανοίγονται στο σταυροδρόμι όπου βρίσκεται. Αναμνήσεις σαν κι αυτές τον βαραίνουν και του θυμίζουν ποιος ήταν κάποτε. Αναμνήσεις σαν κι αυτές φαίνεται να τον ορίζουν. Το παιδί, ή μάλλον ο άντρας, τόσα χρόνια προσπαθούσε να βρει τι πήγε στραβά με τούτη την ευχή που’χε κάνει. Στην αρχή είχε φοβηθεί, μετά κατάλαβε πως τίποτα δεν έγινε κι έτσι μπήκε μέσα του ο σπόρος της αμφιβολίας. Καθώς μεγάλωνε έβρισκε λόγους να τα βάλει με Θεούς και Δαίμονες. Ένιωσε να παραιτείται κι έζησε έτσι για λίγο, παραιτημένος από θέμα πίστης, από πλευρά δύναμης, από όραμα ζωής.

Στη ζωή του μέχρι τα τώρα στάθηκε τυχερός, αποφεύγοντας δρόμους με αβέβαιο μέλλον. Βρήκε αδερφούς. Βρήκε αγάπες. Ξαναβρήκε, αφού πρώτα απομυθοποίησε σχεδόν τα πάντα, τί κρυβόταν στα κεφάλια των σοφών του πατεράδων όταν αυτοί αναφέρονταν μέσα απ’τα γραπτά τους στον Θεό. Κατάλαβε πως κάτι είχε πάει πέρα για πέρα στραβά όλα αυτά τα χρόνια, όχι μόνο γι’αυτόν τον ίδιο, μα και για τον περισσότερο κόσμο. Άρχισε λοιπόν να ξαναβρίσκει τον Θεό μέσα του. Άρχισε να πιστεύει πως αυτός και κάθε άλλος άνθρωπος που πέρασε, περνά και θα περάσει απ’αυτόν τον απροσδιόριστο κόσμο τον κρύβει βαθιά μέσα του, Αυτόν κι άλλα πολλά.

Βρήκε τη δύναμη να αντέξει τον πόνο της ζωής και τώρα ψάχνει μονάχα για ένα όραμα ώστε να τον καθοδηγήσει. Κάπου εδώ δένει κι εκείνη η τολμηρή ευχή του παιδιού που χάιδευε το γατί ενώ κοιτούσε κατάματα τον κόσμο. Το παιδί, ή αλλιώς ο νέος άντρας, είναι σε θέση πλέον να καταλάβει πως η ευχή απευθυνόταν στον ίδιο του τον εαυτό, στο θεϊκό του στοιχείο. Αυτός φέρει τη συνείδηση που είναι σε θέση να δεχθεί μια θυσία ζωής για το καλό που, ακόμη κι αν δε φαίνεται, βασιλεύει σε τούτο τον κόσμο. Ωστόσο, αυτή η θυσία δεν κρύβει αίμα, γιατί αντίθετα απ’ότι πιστεύουν οι περισσότεροι το να πεθαίνεις για κάποιον, αν και δύσκολο δεν είναι το δυσκολότερο. Η μεγαλύτερη θυσία ή προσφορά, η μεγαλύτερη ένδειξη αγάπης κρύβεται εκεί που κάποιος μπορεί να ζήσει για τον άλλο, εκεί όπου θυσιάζει τις ατομικές του βλέψεις για τη ζωή, όταν παραδίνεται σε αυτό που ο ίδιος θεωρεί καλό και τάσσεται στο πλευρό του. Η παιδική αθωότητα είναι ένας κόσμος που πρέπει να σωθεί και να διατηρηθεί.

Κοιτώντας τον εαυτό μου στον καθρέφτη βλέπω ένα παιδικό μα κι ένα αντρικό πρόσωπο. Γράφοντας τέτοιου είδους κείμενα με καλώ και καλώ κι όλους τους αδερφούς και τις αδερφές μου να’ρθουμε όλοι προ των ευθυνών μας. Μας καλώ να θυμηθούμε τα παιδιά που υπήρξαμε κι αν δε βρούμε τη δύναμη να κάνουμε τις αλλαγές που φανταστήκαμε για τον κόσμο, τουλάχιστον να παραδεχθούμε πως σκοτώσαμε τα όνειρα του παιδιού, και μαζί μ’αυτά κι αυτό, μέσα μας. Καλέ μου γάτε Μάτση, σ’ευχαριστώ για εκείνο το βράδυ.

* Γραμμένο το Μάιο του 2016.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s