Τέλους Τίτλοι

Αλήθειες. Υπάρχουν πολλές από δαύτες στον κόσμο μας, και μια εξ αυτών είναι η ακόλουθη: κάθε τέλος σηματοδοτεί μια νέα αρχή.

Υπάρχει όντως ο χρόνος; Δεν ξέρω, μα κάθε φορά που προστίθεται ένα ακόμη έτος στην ηλικία μου, νιώθω ότι η ζωή περνάει σα ψέμα και πως ο θάνατος ζυγώνει όλο και πιο πολύ.

Βέβαια, αυτή είναι η μια οπτική στα πράγματα, η ρεαλιστική-απαισιόδοξη, κι εμείς, ως σωστοί αθεράπευτα ρομαντικοί θα πρέπει να πηγαίνουμε κόντρα στο ποτάμι και να παραμένουμε αισιόδοξοι, κι ας μην μπορούμε να ανέβουμε τον καταρράκτη.

Μα καμιά φορά, η φορά του ποταμιού, η φορά της ζωής, σε χαστουκίζει χωρίς σταματημό κι εσύ τα χάνεις, κι εκεί που έβαζες όλη σου τη δύναμη για να πας κόντρα στην φύση, βρίσκεσαι να πηγαίνεις απ’την άλλη μεριά και να ξυπνάς λίγο πριν από έναν νέο επερχόμενο καταρράκτη. Σπαρταράς έτσι στον αέρα για λίγο χωρίς να μπορείς να στηριχτείς στις δυνάμεις σου και τότε απελευθερώνεσαι από κάθε κόπο και προσπάθεια και ΜΠΛΟΥΜ! Συνεχίζεις ένα επίπεδο πιο κάτω, δίχως να μπορείς να επιστρέψεις στο προηγούμενο και μένεις άπραγος από το σάστισμα, και τα νερά συνεχίζουν να σε παίρνουν μαζί τους στο μεγάλο ταξίδι για τις θάλασσες και τους ωκεανούς, στα βαθιά μπλε νερά των οποίων θα χαθείς στη λήθη.

Δεν ξέρω τι είναι πιο σοφό, το να προσπαθεί κανείς για το ακατόρθωτο μέχρι που καμιά φορά κάποιος το πετυχαίνει, ή ο συμβιβασμός με τα πράγματα, με το ποτάμι της ζωής;

Νιώθω κι εγώ σαν το ψάρι που βρίσκεται στον αέρα, που πέφτει απ’τον καταρράκτη. Το νέο επίπεδο στο οποίο θα βρεθώ θα με κάνει λιγάκι λιγότερο ρομαντικό, ίσως όμως περισσότερο πραγματιστή. Και το στοίχημα είναι αν θα καταφέρω να κρατήσω την κατεύθυνση μέσα στην οποία θέλω να δώσω πνοή στα όνειρά μου. Θα γίνω κι εγώ ένα πουλημένο τομάρι ή μήπως θα πετύχω ίσως το σημαντικότερο πράγμα που μπορεί να πετύχει ο άνθρωπος, να παραμείνω δηλαδή αλώβητος μες στην »πολλή συνάφεια του κόσμου».

Φίλοι μου, εσείς οι λίγοι που είχατε την τύχη να ακούτε την ισχυρότερη φωνή απ’όλες τις φωνούλες που χτυπιούνται μέσα μου εδώ και χρόνια, μέσω αυτού του κειμένου θα σας αποχαιρετήσω ως Ρέμπελος. Ήρθε η ώρα αυτός ο επαναστάτης τεμπέλης να πεθάνει κι ο χρόνος, η ενέργεια κι η σκοτούρα που μου έτρωγε να αφοσιωθεί αλλού, σε πιο παραγωγικά πράγματα, κάπου που να μπορεί αυτό που θέλω να δώσω στον κόσμο να βρει μεγαλύτερη ανταπόκριση, κι ίσως, έτσι να καταφέρω να νιώσω λίγο πιο ζωντανός, ξανά μέσα στην κοινωνία των ανθρώπων.

Ανέκαθεν είχα μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου, θα’χα τους λόγους μου. Όταν ήμουν μικρός θυμάμαι να θέλω να γίνω στην αρχή αστυνομικός, να’ναι καλά η Λάμψη και η Καλημέρα Ζωή. Λίγο αργότερα, στα προεφηβικά μου χρόνια, έβλεπα το άστρο μου στο ποδόσφαιρο, μα δυστυχώς αυτό το άστρο το έβλεπα μόνο εγώ. Ίσως, αν είχα άλλο πρότυπο αντί του Ροναλντίνιο, τώρα να έπαιζα σε κάποια ημιεπαγγελματική ομάδα, στην καλύτερη, και να έβγαζα το χαρτζιλίκι μου. Στην εφηβεία, αφού τα έβαλα με κάθε μορφή εξουσίας, οικογένεια, καθηγητάδες, το κράτος και την γαμημένη εκκλησία μα πάνω απ’όλα με τον Θεό, ως και καλά αναρχικός, αποφάσισα να γίνω επιστήμονας, μην ξέροντας που πάνε τα τέσσερα. Για καλή μου τύχη, πέρασα σε μια σχολή που δεν ήθελα κι έτσι, αργά ή γρήγορα κατάλαβα ότι η καριέρα του επιστήμονα δεν ήταν για μένα. Ως φοιτητής όμως, τότε που το αίμα μου έβραζε και σκεπτόμενος την αδικία αυτού του κόσμου, άρχισα να βλέπω με άλλο μάτι την πολιτική. Να’ναι καλά όσοι γνώρισα από παρατάξεις που μου έδειξαν πόσο εύκολα μπορούν να πουλήσουν αξίες και ιδανικά για πάρτι, γυναίκες και άδοξη δόξα. Στο δεύτερο μισό των σπουδών μου, στα αιώνια φοιτητικά μου χρόνια δηλαδή, ένιωθα να με καλεί η φιλοσοφία κι η λογοτεχνία, η βαθύτερη γνώση και η απόλυτη αλήθεια της. Σαν σωστός νέος της εποχής και της ηλικίας μου, επέλεξα το να τα παρατήσω όλα κυνηγώντας το άπιαστο. Στο κάτω-κάτω της γραφής, πως τα κατάφεραν άνθρωποι όπως ο Αριστοτέλης κι ο Καμύ; Τελικά έμαθα ότι το μυαλουδάκι μου είναι ικανό για να λύσει το πολύ μέχρι δευτέρου βαθμού εξισώσεις, πού να εντρυφήσει στο κύριο σώμα της ιστορίας του ανθρώπινου πνεύματος. Κι όταν όλα ένιωσα να τα χάνω, τότε μόνο μου ήρθε ως όραμα κάτι, κάτι μεγάλο, κάτι πομπώδες, κάτι ακόμη λιγότερο πιθανό να πετύχει σε σχέση με όλα τα άλλα μαζί μα παράλληλα το μόνο που έκανε την καρδιά μου να χτυπάει τόσο έντονα κάθε φορά που το σκεφτόμουν. Μα γι’αυτό, δεν μπορώ να μιλήσω, γιατί αν μιλήσω ίσως το υπονομεύσω, ίσως να με φέρω σε δύσκολη θέση για κάτι που δεν ξέρω καλά καλά αν μπορώ να καταφέρω. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δε θέλω να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου ως υπάλληλος για τις χαρές κάποιου μαλάκα. Δε θέλω να έχω χόμπι για να εκφράζω μέσω αυτού τον βαθύτερο εαυτό μου και τα αληθινά μου συναισθήματα. Όχι. Θέλω να ζήσω, να δημιουργήσω, να επιδιώξω να κάνω τον κόσμο ένα καλύτερο μέρος μέσα από άλλους δρόμους. Θέλω κάποτε να κοιτάω στα μάτια τα παιδιά μου, αν έχω την ευλογία για κάτι τέτοιο, και να λέω: ξέρετε αγάπες μου, έκανα αυτό που πίστευα και προσπάθησα πολύ για να μην αφήσω τον κόσμο μας να καταστραφεί και να σας τον δώσω σε όσο καλύτερη κατάσταση γίνεται, κι ας κοιτάνε τα άτιμα σε μια οθόνη, κι ας μην καταλαβαίνουν. Μα για να γίνουν αυτά, ή έστω, για να έχουν την πιθανότητα να γίνουν, η πρωταρχική αλλαγή θα πρέπει να’ναι προσωπική. Ναι, αυτό κι αν το ξέρουν όλοι. Αν θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο, άλλαξε τον εαυτό σου. Άλλαξε το άτομο και σιγά σιγά το σύνολο θα αρχίσει να αλλάζει. Κι όμως, ενώ αλλάζουμε συνεχώς, δε σημαίνει ότι το πρόσημο της αλλαγής είναι πάντα θετικό. Η συνειδητότητα μπορεί να αυξάνεται, μα όσο οι σκέψεις μετουσιώνονται απλά σε λόγια, τίποτα δεν γίνεται. Δεν κουνιέται φύλο. Το θέμα είναι, πώς περνάς από τη σκέψη στην πράξη. Πως σηκώνεται κανείς από την άνεση του καναπέ του, βάζει τα πράγματα κάτω, κάνει έρευνες και σχέδια και βγαίνει απ’το σπίτι για το μεγάλο βήμα της πράξης;

Πάντα με σύγκρινα με τις μεγάλες προσωπικότητες και το βάρος της ήττας μου ήταν και είναι βαρύ γιατί, εν τέλει, σε τίποτα δεν μπορώ να αναμετρηθώ, ούτε με τον Βούδα, ούτε με τον Σωκράτη, τον Μεγαλέξανδρο και τον Ιησού. Ζήτημα είναι αν καταφέρω ποτέ να γίνω απλά ο εαυτός μου και να δω τον κόσμο μέσα από τα μάτια μου και δίχως παρωπίδες. Δεν είμαι για τα μεγάλα σαλόνια του πνεύματος, μια βόλτα στην εξοχή θα κάνω και θα κατέβω απ’το τρενάκι του κόσμου.

Για όλα αυτά, και για πολλά περισσότερα που έχω ήδη ξεχάσει, πήρα την απόφαση να με απελευθερώσω και από την μέγκενη του blogger, του Ρέμπελου, που ποτέ δεν μπόρεσα να δουλέψω όπως ήθελα. Ίσως για όλες αυτές τις παραιτήσεις μου να φταίει και η μη αναγνώριση του κόσμου, την οποία φαίνεται πως αναζητώ. Στο τέλος της μέρας, όπως οι περισσότεροι, κοιμάμαι κι εγώ μόνος μου κι όχι απλά μονάχος. Τόσα χρόνια άλλωστε νόμιζα πως ζω μακάρια στη χώρα της μοναχικότητας μα το μόνο που συνέβαινε ήταν να επιβιώνω συναισθηματικά στο νησάκι της μοναξιάς που μας χωρά όλους μα τον καθένα ξεχωριστά. Κι είναι πολλές φορές, στιγμές λίγο πριν με πάρει ο ύπνος που αγκαλιάζω το μαξιλάρι μου σαν την γυναίκα των ονείρων μου και αναρωτιέμαι κιόλας αν υπάρχει – υπάρχεις άραγε, θα σε βρω ποτέ; Πόσοι άνθρωποι δεν ζουν σαν εμένα, χαμογελαστοί στους πολλούς κι ευγενικοί μα όταν πέσει η αυλαία τρέχουν να κρυφτούν απ’τον εαυτό τους παρέα μ’ένα αρκουδάκι, το παιδί που κρύβουμε όλοι μέσα μας…

Είναι άραγε αυτός ο κύριος λόγος που θέλω να ζήσω κάνοντας καλό στον κόσμο; Δεν είναι ματαιοδοξία, είναι κάτι πιο απλό και πιο αγνό. Είναι απλά η απομόνωση κι η αποξένωση. Είναι μια κραυγή αγωνίας στα μισοσκόταδα της ψυχής. Είναι η ύστατη κίνηση του παιδιού που απλώνει το χέρι του ζητώντας βοήθεια. Πόσα αδέρφια μου δεν έφτασαν σ’αυτή την κίνηση από νωρίς. Πόσοι δεν παραιτήθηκαν και δεν έβαλαν μια μάσκα για να κρύψουν τα κλαμμένα μάτια τους; Πόσοι που πατάνε τώρα στις ψυχές τόσων όντων δεν το κάνουν από αντίδραση γιατί κανείς δεν ήταν ποτέ εκεί γι’αυτούς όταν το είχανε ανάγκη; Πόσοι δεν έπεσαν στην παγίδα αντί να τα παρατήσουν όλα και να ζήσουν τουλάχιστον χωρίς να κάνουν κακό αφού δεν βρήκαν τρόπο να κάνουν το καλό, δεν είναι τώρα αυτοί οι δυνάστες που άλλοτε ήταν αντίστοιχα κάποια άλλα ζωντανόνεκρα παιδιά; Και τί σημασία έχουν όλα αυτά…

Μια άλλη αλήθεια που προσπαθώ εδώ και μια ζωή να με πείσω γι’αυτή είναι ότι στη ζωή δεν πρέπει να τα παίρνουμε όλα στα σοβαρά, θέλει και λίγη πλάκα, γιατί αν την πάρουμε στα σοβαρά, δίκιο θα’χουμε να τρελαθούμε.

Μα αντιστέκεται ο νους, πως να μην πάρεις τη ζωή στα σοβαρά, και πως να την χαρείς όταν υπάρχουν δίπλα σου, ή έστω λίγο μακρύτερα, άνθρωποι που πεθαίνουν ακόμα από πείνα ή από σφαίρες; Όταν η δικαιοσύνη αποτελεί απλά μια ιδέα κι όχι πραγματικότητα; Όταν σκέφτεσαι πόσο πιο όμορφα θα μπορούσαν να’ναι όλα μα παρόλα αυτά αφεθήκαμε να συνηθίσουμε στην ασχήμια και τη σαπίλα των ψυχών μας…

Και μένω με ένα παράπονο που λέει γιατί. Γιατί; Γιατί άραγε;

Ναι, πρέπει να δω τη ζωή σα δώρο, σαν όνειρο, σαν μια πλάκα, μα δεν μπορώ. Η ζωή για μένα είναι αγώνας και στα μάτια που αντικρύζω στον καθρέφτη μου νιώθω πως βλέπω έναν μαχητή. Κι ας πλανώμαι.

Διαλέχτε εσείς αν θέλετε να πάτε με το ποτάμι, πάτε να συναντήσετε μακάριοι το πνεύμα τα άλλα ψάρια στα βάθη των θαλασσών. Εγώ επιλέγω να πάω κόντρα στο ποτάμι, θα βγάλω πόδια και χέρια αν χρειαστεί για να χτίσω έναν τοίχο και μια σκάλα, θα τον ανέβω τον καταρράκτη και θα πάω στην πηγή να την φτύσω που με βασάνιζε μια ζωή, κι ας μην είναι αυτή που με βασάνιζε, ας είναι το ψαριάρικο μυαλό μου. Θα πάω κι ας μην τα καταφέρω, τουλάχιστον θα προσπαθήσω να κυνηγήσω το δικό μου όνειρο.

Βάζω εδώ μια θηλιά γύρω απ’τον λαιμό του Ρέμπελου και με μια κλωτσιά ρίχνω κάτω την καρέκλα στην οποία πάταγε, σε λίγες στιγμές από τώρα θα’χει χαθεί.

Δεν έγινα ευτυχώς μπάτσος, δυστυχώς όμως ούτε και ποδοσφαιριστής. Επίσταμαι αρκετά τον εαυτό μου για να γίνω επιστήμονας και στο ψέμα κοκκινίζω κι αρρωσταίνω άρα γλύτωσα και την πολιτική καριέρα. Η φιλοσοφία είναι για πιο κλειστόμυαλα άτομα κι η λογοτεχνία όπως και κάθε τέχνη, το χωράφι δηλαδή μέσα στο οποίο μπορεί κανείς να βρει διαμάντια θεϊκά, είναι πέρα των δυνατοτήτων μου. Πριν τα παρατήσω όλα για να πάω στο βουνό, θα επιδιώξω με όλες μου τις δυνάμεις το ακατόρθωτο. Θα μπορέσω άραγε να με αλλάξω από την ρίζα; Θα μπορέσω να βοηθήσω τον άνθρωπο να δει καθαρότερα τη ζωή και να του δώσω τη δυνατότητα να εκφραστεί και να πράξει; Μακάρι να βρω την δύναμη και τη σοφία για κάτι τέτοιο.

Ο Ρέμπελος χτυπήθηκε για λίγο μα τα κακάρωσε.

Και μαζί με τον Ρέμπελο θα αφήσω να χαθεί στη λήθη το χόμπι μου με το γράψιμο. Μέσω αυτού έμαθα περισσότερο τον εαυτό μου και τον έχτισα ως ένα βαθμό. Τώρα, βρίσκομαι σε μια διαδικασία όπου προσπαθώ να γκρεμίσω την παλιά μου ταυτότητα και να δημιουργήσω κάτι νέο στη θέση της. Η διαδικασία ωρίμανσης έρχεται μέσα από ριζικές αλλαγές.

Ευτυχώς, αν πεθάνω πριν πετύχω τα μεγάλα μου σχέδια, θα’χει μείνει αυτό το blog και καμιά δεκαριά κείμενα μέσα απ’τα οποία εξέφρασα τον πραγματικό μου εαυτό.

Ευχαριστώ πολύ όλους εσάς που αφιερώσατε έστω και λίγο απ’τον χρόνο της ζωής σας για να διαβάσετε τις χαζομάρες μου, για την ευκαιρία που μου δώσατε να μπω μέσα στα κεφάλια σας και να παίξω στην παιδική σας χαρά.

Με πολλή αγάπη, Θανάσης Τσακαλίδης.

Υ.Γ.1 Αφιερωμένο στον Ρέμπελο που θα μου λείψει, μα έπρεπε να πεθάνει για να ανθίσει κάτι νέο και καλύτερο. Ή έστω, να υπάρξει η πιθανότητα για κάτι τέτοιο.

Υ.Γ.2 Εύχομαι αν ξαναδιαβάσετε κάτι απ’αυτή τη φωνούλα να’ναι γραμμένο σε έντυπη μορφή. Όχι για χόμπι, όχι για εργασία, μα για τη δημιουργία ζωής.

* Γραμμένο το Φεβρουάριο του 2020.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s