Σκέψεων Συρφετός

Ειρήνη, ειρήνη,
Πού νά’βρω γαλήνη,
Μοναξιά, αγκαλιά,
Τίποτα δεν έμεινε πια…

Κάπως έτσι ξεκινάω αυτή την εξομολόγηση. Είναι μερικά στιχάκια που σκαρφίστηκα απ’όταν ήμουν 18 χρονών. Μόλις είχα χωρίσει με την κοπέλα που μου θύμισε πως είχα συναισθήματα, μετά από μια πανέμορφη περίοδο, ίσως την πιο ευχάριστα έντονη που’χω ζήσει στη ζωή μου. Ήταν ο εφηβικός έρωτας που’χα την τύχη να γευτώ, αυτό για το οποίο κάθε άνθρωπος αξίζει να πονέσει. Θυμάμαι πως τότε, αισθανόμουν ζωντανός, ήμουν ζωντανός. Τα συναισθήματά μου, λόγω του έρωτα και λόγω του τέλους της εφηβείας, παράδερναν μέσα μου και το καράβι μου το χτύπαγαν αλύπητα τα κύματα. Πόσο όμορφα ήταν τότε… πόσα πράματα έμαθα για εμένα, τις γυναίκες και τον κόσμο.

Σήμερα είμαι ένας νέος που ζει εδώ στον κόσμο μαζί με τους ανθρώπους, μα ζει επίσης στους κόσμους του νου του. Πόσες και πόσες νύχτες σαν κι αυτή, που σε λίγη ώρα θα χαθεί, πέρασα στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι μου, έχοντας δημιουργήσει ολόκληρα σενάρια ζωής μέσα στο μυαλό μου. Μερικές φορές, σώζω τον κόσμο όλο σαν άλλος Ιησούς. Άλλες πάλι, τις πιο πολλές, σώζω μόνο εμένα. Πόσες γυναίκες πήρα και πόσες θα’θελα να’χω πάρει. Πόσους φίλους έχω και πόσους έχω χάσει. Κάποτε διάβασα κάπου κάτι, τόσο απλό μα που τόσο με πόνεσε που μου’χει χαραχθεί μέσα μου. Μια μικρή πρόταση μονάχα: κάπου, κάποτε, βρέθηκες με τους φίλους σου για να παίξετε μαζί για μια τελευταία φορά στην αλάνα, κι ούτε καν το ήξερες. Μπορεί να μην παίζαμε στις αλάνες μικροί, την πλατεία πάντως του χωριού μου την είχαμε κάνει γηπεδάκι κανονικό. Μπρος στην εκκλησία, προσπαθούσαμε να μη σπάσουμε κι άλλα τζάμια. Κι όμως, κάπου, κάποτε, μαζευτήκαμε χωρίς να το καταλάβουμε για να παίξουμε τελευταία φορά ως παιδιά.

Και τώρα που μεγάλωσα, και το μυαλό μου άρχισε να ανθίζει, το σώμα μου ξεκινά να με προδίδει. Ένα φαινομενικά μικρό πρόβλημα σήμερα, ίσως σε λίγα χρόνια να γίνει ο κυριότερος παράγοντας πόνου, κι αυτό, είναι απρόβλεπτο.

Στις σκέψεις μου έχω πεθάνει κι έχω ανασταθεί χίλιες και μια φορές.

Κι ο κόσμος συνέχεια βάζει τα δυνατά του για να σε ρίξει κάτω, να πατήσει με την ατσάλινη μπότα της λογικής του τον λαιμό σου, να σε κάνει να πονέσεις. Κι εσύ, που τόσα ο νους σου κατεβάζει, προσπαθείς να βρεις τη χρυσή τομή, τη λύση στα προβλήματα του κόσμου.

Είναι μερικές φορές που αισθάνομαι σαν καπετάνιος χωρίς καράβι. Βρίσκομαι στη στεριά κι αγναντεύω τη θάλασσα που θέλω τόσο να δαμάσω. Μα καράβια τριγύρω δεν υπάρχουν, μήτε καλά καλά σανίδες σωτηρίας για να σωθούμε απ’τους εαυτούς μας. Και φαίνεται τελικά πως θα ψοφήσουμε εδώ, στη στεριά, χωρίς να πολεμήσουμε λίγο. Ίσως να μη με πιάνει ο ύπνος γιατί φοβάμαι πως θα αισθανθώ την έκσταση της ελευθερίας πάλι. Τώρα που μάθαμε για τα καλά να ζούμε ήσυχοι, τι μπορεί να μας αναστατώσει; Κοιτώ εμένα, κοιτώ και τη γενιά μου, κι αναρωτιέμαι: τι θα γράψουν στα μελλοντικά βιβλία ιστορίας για εμάς; Σα χαύνοι σουλατσάρουμε δεξιά κι αριστερά, ψάχνοντας όλη την ώρα το νόημα μα χωρίς σκοπό. Κάθε τι το ποιοτικό το πνίγουμε στα χαχανητά μας και θεοποιούμε όλες τις ηλιθιότητες του κόσμου. Είμαστε το αποτέλεσμα ενός σαθρού εκπαιδευτικού συστήματος, που καθώς φαίνεται, πέτυχε το σκοπό του.

Μπουμ και μπουμ οι μπουμπουνιές στα social media. Ψιτ και ψιτ κάνει η καρδιά μας, μα σκύλιασε η γατίσια φάρα μας και δεν κουνιέται ρούπι. Τι μέλλον δημιουργούμε επιλέγοντας την απραξία; Πως μπορούμε να αφήνουμε τις ζωές μας στα χέρια άλλων; Γιατί να φοβόμαστε τόσο πολύ;

Μάθαμε καλά από μικροί όλα αυτά που απέχουν απ’την αγάπη. Εξασκηθήκαμε στο μίσος και στο ψέμα, στον κακό εγωισμό. Και τώρα τι; Τώρα, τι;

Πόσο τραγελαφικό είναι πως η ανθρωπότητα είναι Θεός και Διάβολος μαζί. Δεν το βλέπουν όλοι πως είμαστε οι θύτες και τα θυράματα παράλληλα; Είμαστε το φίδι που τρώει την ουρά του κι ας νομίζουν κάποιοι πως είμαστε ο σκύλος που απλά την κυνηγά, γύρω γύρω – γύρω, γύρω.

Ο καθένας μας παλεύει με τον εαυτό του, κι ύστερα με όλους τους άλλους. Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράματα αν μπορούσαμε να αγαπήσουμε το άτομό μας κι ύστερα όλη την ανθρωπότητα κι ολάκερη τη φύση…

Και τι μεγαλείο ψυχής χρειάζεται για να ξεφύγει κανείς απ’όλους αυτούς τους φαύλους κύκλους, να ξεφύγει απ’τον βάλτο της αδηφάγας καθημερινότητας που μας μασουλά με τη μασέλα της, κράτσα – κρούτσα.

Ποιος έχασε το μεγαλείο της ψυχής για να το βρούμε εμείς άραγε;

Κοιτάω πίσω, κοιτάω ψηλά. Τόσα ονόματα, τόσοι διανοητές που μίλησαν για ενότητα, για αγάπη, για ειρήνη κι επίγειο παράδεισο.

Κοιτάω και μπρος μου, μα κοιτάω χαμηλά απ’τις πολλές καρπαζιές που μου’χουν δώσει οι λάθος επιλογές μου ως τώρα. Το κεφάλι σκυφτό και χαλαρό τ’ανάστημα. Στο’να μου χέρι κρατώ μια δάδα σβυστή και το άλλο στέκει άδειο, ελεύθερο μα αρρωστιάρικο. Κοιτάζω πίσω – μπρος, κι όλο λέω πως θα προχωρήσω. Το μόνο που μου λείπει είναι ν’ανάψω τη δάδα μου, να φωτίσω το δρόμο του μέλλοντος. Μα κεριά αναμένα δεν υπάρχουν, το λιγοστό μου φως έρχεται από ψηλά και πίσω, απ’τα ονόματα ανθρώπων όπως ο Ιησούς κι ο Βούδας που χαράχτηκαν στον ουρανό και στέκουν θεοσεβούμενα. Ποιος θα με βοηθήσει άραγε ν’ανάψω τη δάδα μου και να καώ κι εγώ σαν άλλο κερί στη θυσία της ζωής για την ίδια τη ζωή;

Άρχισα νύχτα μα τέλειωσα μέρα, κι άλλη μια μέρα θα πάει χαμένη – όπως τόσες και τόσες ζωές, στον νου μου κι αυτές.

* Γραμμένο το Φεβρουάριο του 2019.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s