Πετώντας Πέτρες

Πέτρα… πέτρα, πέτρα!

Ψάχνω μα δε τη βρίσκω,

Δεν πειράζει, θα πάρω το ρίσκο,

Σκύβω κι απ’το μυαλό μου τη βγάζω,

Κάνω πως την πιάνω κι ας πιάνω ένα βάζο,

Οπλισμένος ξανά,

Γι’άλλη μια φορά,

Σηκώνω το χέρι,

Σωστό περιστέρι,

Ματιά γοερή,

Στο στόχο πνιγμένη,

Κοιτάζει να βρει,

Ποιός περιμένει,

Τη σκανδάλη τραβώ,

Το βάζο πετώ,

Στον καθρέφτη του νου,

Θάλασσας πλάνη,

Γαλήνη που σπάει,

Περιστέρι πετάει,

Κι η ψυχή μου σαστίζει,

Στης σάρκας ο μόλυβδος τ’άνθη μυρίζει.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Κάπως έτσι σε βάζω στο κλίμα του νου μου.

Τα τελευταία σταφύλια τώρα τα μάζεψα, το κλήμα το άδειασα.

Την πορτούλα την κλείδωσα καλά – διπλή κλειδαριά, κι ο νους μου μόνο λίγο πονά – σωστή ζυγαριά.

Μα ήρθε η ώρα η μουσική μου να σβήσει και τη θέση της να πάρει ο σφιγμός της θάλασσας.

Προς στιγμήν σκέφτομαι μα σε λίγο ξέρω πολύ καλά πως θα αυτοματογραφώ.

Τι είναι ο άνθρωπος; Μην είναι ένα δαίμονας, μην είναι ένας Θεός; Μην είναι το τσίμπημα της Ζωής στον εαυτό της;

Τι να’ναι άραγε ο άνθρωπος;

Δεν μπορώ να σκεφτώ καθαρά όσο κι αν το προσπαθώ. Τόσες σκέψεις, τόσοι συνειρμοί, τόσες εικόνες, τόσα συναισθήματα.

Είμαι λογικός, είμαι συναισθηματικός; Είμαι λογικά συναισθηματικός ή συναισθηματικά λογικός;

Λογικά αν το δω είμαι συναισθηματικός, μα αν το δω συναισθηματικά είμαι λογικός.

Μάλλον είμαι απλά παράλογα παραισθησιακός και σήμερα είχα όρεξη για παιχνίδια με τις λέξεις. Δεν εξηγείται αλλιώς. Ίσως φταίει κι η μουσική που άκουγα όλη μέρα. Μπήκε μέσα μου και χορεύει σ’όλες μου τις αρτηρίες, φτάνει με τα σάλτα της τα νεύρα μου κι έτσι ποτίζει το μυαλό μου.

Πάλι γι’άλλα ήθελα να γράψω, πάλι άλλα γράφω. Πάλι βγαίνω εκτός θέματος κι ας μην υπάρχει θέμα. Το παρόν κείμενο αποτελεί ξεκάθαρα κίνηση αποτυπώματος ψυχικής διάθεσης, περισσότερο αυτό παρά μια στητή και πειθαρχημένη άσκηση λογοτεχνικών πρακτικών ματαιόδοξων σπουδαστών.

»Σώσε με» ακούω κάτι πνιχτές φωνές να μου φωνάζουν κι αντικρούω – »Σωθείτε μόνοι σας».

Δεν έχω χρόνο για όλα αυτά. Πετάω τις πέτρες μου. Κι ας είναι οι πέτρες μου απλά λέξεις. Φτάνει που πέφτουν στο βάθος της θάλασσας ανάμεσα στο νησί του εαυτού μου και το νησί του εαυτού σου.

Κάθε πέτρα που κρατώ στα ακροδάχτυλά μου, κάθε φαινομενικά άκυρη κι άτοπη λέξη, δεν είναι παρά μια σφαίρα που ρίχνω στο συλλογικό μας ασυνείδητο. Δεν είναι παρά μια κίνηση απεγνωσμένη να καταρρίψω αυτό που μας κρατά δέσμιους σε έναν προσποιητό εαυτό, αυτό που μας κάνει να μην είμαστε εμείς και να κατοικούμε ο καθένας στο νησί του, στη χώρα της αποξένωσης και της μοναξιάς.

Σεβάσμιος της Ζωής, όντας ο ίδιος μια έκφανσή της, δε δύναμαι να προκαλέσω την αλλαγή μέσω της βίας. Οι δικές μου πέτρες είναι λέξεις. Κάποιων αδερφών μου οι πέτρες δεν είναι παρά λουλούδια κι άλλων πάλι δεν είναι παρά πραγματικές πέτρες. Όλοι μας τις ρίχνουμε κάπου. Κάπου που νομίζουμε ότι θα ασκήσουν μια πίεση.

Σε κάποιων τα κεφάλια οι πέτρες-λέξεις πέφτουν σα σφαλιάρες που τους λένε να ξυπνήσουν.

Σε κάποιων τα κεφάλια οι πέτρες-λουλούδια πέφτουν σαν τελευταίο αντίο.

Σε κάποιων τα κεφάλια οι πέτρες-πέτρες πέφτουν απλά για να τους τα σπάσουν. Δυστυχώς.

Ο καθένας πολεμάει με τον τρόπο του για κάτι, ακόμη και στις περιπτώσεις που ο άνθρωπος δεν νιώθει ότι πολεμάει, ακόμη κι αν αισθάνεται ότι απλά ζει, κι ότι αυτό πάει να πει ζωή, το να σηκώνεσαι απ’το κρεβάτι σου έχοντας την επιθυμία να αδράξεις τη μέρα, να βάζεις κάτι στο στομάχι σου, ό,τι μπορέσεις ή ότι θα σου δώσει περισσότερη ενέργεια, να ετοιμάζεσαι φορώντας τα κατάλληλα κι απαραίτητα τουλάχιστον, να βγαίνεις έξω από το σπίτι πότε με μια αίσθηση μελαγχολική και πότε με μια αίσθηση ενθουσιασμού, άλλοτε ο ουρανός του νου σου να’ναι γκρίζος κι άλλοτε πολύχρωμος, να περιδιαβαίνεις δεξιά κι αριστερά ώσπου να φτάσεις στον προορισμό σου, να αρχίζεις και να τελειώνεις σα σωστός κύριος ή σωστή κυρία, να επιστρέφεις πίσω σε έναν εαυτό νωχελικό, μια επιφανειακή προσωπικότητα που χρήζει αυτοκτονίας ή ενός τίμιου απαγχονισμού, σπαταλώντας τον πολύτιμο χρόνο, τον μόνο χρόνο που έχεις για το είναι σου μπρος στις τρεμάμενες εικόνες της καθημερινότητας που σου έταξαν, πότε σκότωσαν τη συνειδητότητά σου – ξέχασες, ζεις σωματικά και ξεδίνεις που και που για να παίρνεις τις ντόπες της ζωντάνιας που τόσο σου λείπει, σαν τότε, σαν άλλοτε που’σουν μικρό παιδί κι έπαιζες με κάθε τι, πόσο σου λείπει αυτό το παιδί κι αυτή η αίσθηση ζωντάνιας, ανεμελιάς, αθωότητας, πότε εκπορνεύτηκες σκέφτεσαι, πότε το σκότωσες αυτό το παιδάκι, ή μήπως… μήπως δεν το σκότωσες κι αναρωτιέσαι που το’κρυψες, κάτω από πιο χαλάκι, αν ψάξεις ίσως και να το βρεις, μα το κουδούνι χτυπά κι είσαι πίσω στην πραγματικότητα την ψευδή, παίρνεις το φαΐ που ένας άγνωστος σου ετοίμασε, ένας άγνωστος σου έφερε και σε έναν άγνωστο το πλήρωσες, δίχως να πεις το ευχαριστώ που τους αξίζει, δίχως να νιώθεις βαθιά την ευγνωμοσύνη που αυτή πάνω απ΄όλα σε κάνει άνθρωπο ανθρώπινο, ανοίγεις το πακέτο και ρίχνεις τα μούτρα σου εκεί μέσα, πότε πότε τρως υγιεινά, τις περισσότερες φορές όμως δεν είναι παρά βρωμιά, βρωμιά που αναγνωρίζεις πως βάζεις μέσα στο σώμα σου, μα δε σε νοιάζει γιατί εν τέλει δεν είσαι σίγουρος και σίγουρη πως αγαπάς τη ζωή και το άτομό σου, γιατί στην τελική τι είσαι και ποιός ή ποια, γιατί στην τελική τι σημασία έχει τι βάζεις μέσα στο σώμα σου αφού αυτό που βάζεις στην ψυχή σου είναι πολλές φορές χειρότερο, πιο ασυνείδητος κι ασυναίσθητος ως άνθρωπος κι απ’το χρυσόψαρο που τουλάχιστον αυτό λαμπυρίζει κι ομορφαίνει τον βυθό του μα εσύ βρωμίζεις την ζωή κι ας είναι η ζωή έτσι, ζωή κι όχι αγώνας, όχι πόλεμος, όχι συμφέρον, όχι, εσύ δε θα εγκαταλείψεις, θα συνεχίσεις μέχρι να πέσει η ταφόπλακα, που τουλάχιστον αυτή θα σου φέρει την λύτρωση απ’τα βασανιστήρια στα οποία σε βάζει ο νους σου, πότε θα’ρθει, μα γιατί σκέφτεσαι, αφού όλα τα’χεις λυμένα εσύ, εσύ εγωιστή κι εγωίστρια αδερφέ κι αδερφή μου που στα μάτια σου φανερώνεται όλο το μυστήριο της ζωής, μα γιατί γιατί γιατί, γιατί δεν το βλέπεις αυτό που βλέπω, γιατί δεν μπορώ να μιλήσω σε μια γλώσσα στην οποία θα με καταλάβεις, γιατί να μην μπορώ να μπω στη θέση σου, στο νου σου, να γιατρέψω εσένα και να γιατρέψω κι εμένα απ’όλο αυτό το ψέμα, απ’όλη αυτή την ψευδαίσθηση, την πλάνη στην οποία παίζουμε μαζί ρόλους κομπάρσων κι η ψυχή μας σφίγγεται, πονά, φωνάζει, μέσα στα μαξιλάρια μόνη της σπαράζει, ωωωωχ, ένας αναστεναγμός που δεν έχει τη δύναμη να πάψει να υπάρχει εθελούσιος, ίσως γιατί κάτι μέσα, κάτι πίσω από αυτόν τον αναστεναγμό, στο βαθύτερο επίπεδο του εαυτού μας, αυτό που δεν μπορούμε με τίποτα να προγραμματίσουμε κι άρα ευτυχώς δεν μπορούν κι άλλοι να προγραμματίσουν, αυτό που μας στέλνει κάποια μηνύματα, αποκωδικοποίητα που όμως γι’αυτόν ακριβώς τον λόγο κρύβουν μέσα τους την ελπίδα, την ελπίδα που λέει ότι η ζωή θα μπορούσε να είναι καλύτερη κι ο εαυτός μας πιο υποφερτός, πως ίσως να μπορέσουμε κάποτε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας κι έτσι να μπορέσουμε να τον προσφέρουμε και στους άλλους, να μάθουμε έτσι ο ένας τον άλλο, να πιαστούμε και να αγκαλιαστούμε, να φιληθούμε, να χορέψουμε και να δούμε ένα γαμημένο ηλιοβασίλεμα, τα βελούδινα χρώματα του ροδοκόκκινου σχεδόν μωβ ουρανού ένα απόβραδο του Οκτώβρη, να κάνουμε τουλάχιστον αυτό κι ας πεθάνουμε αλλά να πεθάνουμε αληθινοί, τότε που θα μοιάζουμε μ’αγγέλους, με τα κεφάλια ψηλά και τις καρδιές γεμάτες, γιατί γιατί γιατί, τόσα θα σου έλεγα αδερφέ κι αδερφή μου αν μου έδινες την ευκαιρία να μπω για μια στιγμή στον νου σου και να σου πω πως η ζωή είναι πόλεμος κι ειρήνη, κι ότι αξίζει γιατί μας κάνει τόσο να πονάμε και τόσο να χαιρόμαστε, τότε που νιώθουμε λίγο παραπάνω ζωντανοί, όταν αποφεύγουμε τη συναισθηματική νωθρότητα, τόσα θα σου’λεγα, μα είν’η πόρτα της ψυχής σου κλειστή, κι ο πάγος γύρω απ’τον εαυτό μας δε σπάζει με πέτρες, κι οι δικές μου πέτρες-λέξεις που ρίχνω στο βυθό μήπως και γεμίσω το χάσμα το αναμεταξύ μας και μπορέσουμε έτσι να ενώσουμε τα νησιά του εαυτού μας αντί να πνιγόμαστε στην προσπάθεια να’ρθουμε κοντά και να πούμε ένα γεια αληθινό, να ακουμπήσουμε ο ένας τον άλλο στον ώμο και να νιώσουμε ότι κάποιος μας καταλαβαίνει και δεν είναι τόσο άσχημο το να ζεις τελικά που να ξέρω αν φτάνουν, ααααχ, ποιος να σε καταλάβει άνθρωπε όταν εδώ ούτε καν εσύ δεν καταλαβαίνεις τον εαυτό σου, ζωή ζώσα που πνίγεται μέσα σε μια κουταλιά σάλιου, ιδρώτα κι αίματος.

Σε ποιον πετάμε τις πέτρες;

Στον καθρέφτη, μήπως και σπάσει και χαθεί για πάντα η απρόσωπη προσωπικότητα, η πλάνη του εαυτού που τόσο μας βασανίζει.

Στον μόνο εχθρό που’χει ο άνθρωπος, τον εαυτό του.

Μήπως και τον σκοτώσουμε και μπορέσουμε να απελευθερωθούμε και ζήσουμε έστω και για λίγο, έστω και για ένα ηλιοβασίλεμα ως αληθινοί άνθρωποι, με τα λάθη τους και τα σωστά τους, με τα συναισθήματά τους.

Τελικά ο άνθρωπος είναι συναισθηματικός κι η λογική του είναι ο δούλος των παθών του.

Εκτός κι αν… εκτός κι αν το συναίσθημα είναι η ανώτατη μορφή λογικής και μας διαφεύγει.

Ποιος ξέρει, μα και τι σημασία έχει…

Ο ήλιος θα ανατείλει και θα δύσει και πάλι.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Στης σάρκας ο μόλυβδος τ’άνθη μυρίζει.

Κι η ψυχή μου σαστίζει,

Περιστέρι πετάει,

Γαλήνη που σπάει,

Θάλασσας πλάνη,

Στον καθρέφτη του νου,

Το βάζο πετώ,

Τη σκανδάλη τραβώ,

Ποιός περιμένει,

Κοιτάζει να βρει,

Στο στόχο πνιγμένη,

Ματιά γοερή,

Σωστό περιστέρι,

Σηκώνω το χέρι,

Γι’άλλη μια φορά,

Οπλισμένος ξανά,

Κάνω πως την πιάνω κι ας πιάνω ένα βάζο,

Σκύβω κι απ’το μυαλό μου τη βγάζω,

Δεν πειράζει, θα πάρω το ρίσκο,

Ψάχνω μα δε τη βρίσκω,

Πέτρα! Πέτρα, πέτρα…

* Γραμμένο τον Οκτώβριο του 2019.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s