Περί Έρωτος

Έπιασε δυο τρεις πετρούλες κι άρχισε να τις πετά κάνοντας βατραχάκια στη θάλασσα. Προσπαθούσε έτσι να ξεφύγει λίγο απ’τον εαυτό του και τις σκέψεις του μιας και η βροχή τους τον είχε κάνει μούσκεμα. Έμοιαζε με βρεγμένο γατί κι ας ήταν στεγνός, μπρος σε έναν ήλιο και μια θάλασσα που τον έκαιγαν με την κάψα και την αλμύρα τους.

Δεν μπορούσε όμως να τα καταφέρει. Αναλογιζόταν την πρότερη ζωή του, την ησυχία που είχαν τα νερά της ψυχής του, τη συναισθηματική σταθερότητα – σωστή νωθρότητα, όλα όσα τον έκαναν να είναι αυτό που νόμιζε πως είναι. Σκεφτόταν πόσο όμορφο είναι να μην αγωνιάς για τίποτε, να μη φοβάσαι για το τι σου ξημερώνει, να μην εξαρτιέσαι με κανέναν τρόπο, πόσω μάλλον συναισθηματικά από ένα άλλο πρόσωπο. Κι όλα αυτά, με μια μικρή σπίθα ενθουσιασμού, έγιναν απλά στάχτη αναμνήσεων μιας αλλοτινής εποχής. Τα βράδια του άλλαξαν κι οι μέρες του επίσης.
Κάπως έτσι, ο ήρωάς μας ξύπνησε από τον λήθαργο στον οποίο είχε πέσει. Η χειμερία νάρκη του έληξε σαν μύρισε το άρωμα μιας κοπέλας, της οποίας η αύρα περιέλουζε τις πιο σκοτεινές του γωνιές.

Χρόνια πολλά κουβαλούσε δεξιά κι αριστερά το κουφάρι του μιας κι είχε συμφιλιωθεί με τον θάνατο ζώντας μια ζωή μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Είχε πάψει να πιστεύει στη δύναμη των συναισθημάτων, λες κι αυτά δεν είναι το αποκύημα σοφίας χιλιάδων χρόνων, κι είχε εναποθέσει τις όποιες ελπίδες του για τη ζωή πάνω στην κρυσταλένια λογική του. Έχτιζε για σειρά ετών έναν πύργο ώστε να μπορέσει να ανέβει όσο πιο ψηλά γίνεται, νομίζοντας πως έτσι θα δει καλύτερα την αλήθεια του κόσμου, και δίχως να καταλαβαίνει πως ό,τι έκανε το έκανε για να απομακρυνθεί απ’τους άλλους, να μπορέσει έτσι να απομονωθεί και να πεθαίνει αργά αργά ώστε να μη βρομίσει τον τόπο και τον πάρουν χαμπάρι και τον σώσουν. Η συναισθηματική αυτοκτονία στο αποκορύφωμά της, μιας κι ο χειρότερος θάνατος είναι να πεθαίνεις λίγο λίγο κάθε μέρα, φτάνοντας στο σημείο του να μη νιώθεις τίποτα.
Μια μέρα και για καλή του τύχη, την ώρα που σκάλιζε τη γη για να βρει τις κατάλληλες πέτρες για τον πύργο του, χτύπησε κι άνοιξε μια πόρτα μυστική, μια πόρτα που οδηγούσε σε έναν κόσμο κάθετο προς αυτόν. Την πόρτα άνοιξαν άνθρωποι που ζούσαν δίχως να σκέφτονται για το τι μέλλει γενέσθαι, άνθρωποι που ποτέ δεν αναρωτήθηκαν για το τι θα έπρεπε να κάνουν για να ευτυχήσουν μιας και ήταν ήδη ευτυχισμένοι. Του φάνηκε πολύ παράξενος ο κόσμος τους κι αισθανόταν ξένος απέναντί τους. Κάθισε όμως δίπλα τους, μήπως και μπορέσει να πάρει κάτι απ’το μυστικό της πραγματικότητάς τους. Είδε τότε πόσο δίνονταν ο ένας στον άλλο δίχως να περιμένουν κάτι ως αντάλλαγμα πίσω. Είδε να χορεύουν, να τραγουδούν, να παίζουν απλά για τη χαρά της στιγμής τους. Τότε συνειδητοποίησε πως αυτός ζούσε μονίμως στο παρελθόν και στο μέλλον μα ποτέ στο παρόν του. Κι ήταν αυτό το μυστικό εν τέλει που τον έβαλε σε σκέψεις.

Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι βίωναν το παρόν τους ως τέτοιο. Είχαν την αυταπάρνηση να ζουν ως μηδενικά, απλά η μαγεία τους ήταν ότι πήγαιναν και κολλούσαν πίσω απ΄τη μονάδα της ζωής, και κάπως έτσι έδιναν αξία στη δική τους ύπαρξη, δίχως να βασανίζονται άγαρμπα.
Καθόταν σε μια γωνίτσα ως συνήθως, έπινε νέκταρ απ’το ξύλινο ποτήρι που του είχανε προσφέρει, παρατηρούσε τον κόσμο κι αισθανόταν εξωγήινος. Τότε ήταν που το βλέμμα του έπεσε πάνω σε μια αιθέρια ύπαρξη που χόρευε, ή για να είμαστε πιο ακριβείς, τότε ήταν που το βλέμμα του τραβήχτηκε από μια αιθέρια ύπαρξη και φυλακίστηκε εκεί οικειοθελώς, λες και κάποια μάγια τον είχαν δέσει μια για πάντα. Τότε ήταν που ξύπνησε και είδε την αλήθεια της ζωής.

Άρχισε να χάνει τη δύναμη του εαυτού του, την εξουσία που είχε να ελέγχει το σώμα και τη σκέψη του. Άρχισε να παραδίνεται στη φύση του. Άρχισε να ενθουσιάζεται, να ερωτεύεται. Να κάτι που θεωρούσε πως δεν μπορούσε ποτέ να του ξανασυμβεί, μιας και είχανε περάσει πολλά χρόνια απ’την τελευταία φορά, κι ενώ νόμιζε πως ήταν ζωντανός νεκρός, τελικά ανακάλυψε μια μικρή φλόγα ζωής που σιγόκαιγε μέσα του.

Το όνειρο του πύργου πήρε να ξεθωριάζει. Ο κήπος των συναισθημάτων μέσα του άρχισε να ανθίζει ξανά. Η φύση τον καλούσε να ξαναγίνει παιδί, δηλαδή ένας πραγματικά ζωντανός άνθρωπος που θα ζει στο παρόν του. Κι αυτός ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα, και σήκωσε το κεφάλι του πιο ψηλά, πήρε την πρώτη ανάσα του νέου του είναι κι άρχισε να ονειρέυεται αυτή τη φορά όνειρα με χρώματα. Τέτοια χρώματα που δεν είχε φανταστεί ποτέ του.

Σηκώθηκε για να δει πως είναι να στέκεσαι ξανά στα πόδια σου όντας ζωντανός. Περπάτησε λίγη ώρα τριγύρω, έκανε μερικά άλματα κι έτρεξε για να ξανανιώσει τον εαυτό του όπως ήταν άλλοτε. Λαχάνιασε κι έτυχε να σταματήσει μπρος στην κοπέλα που χόρευε. Χόρευε και χόρευε κι ήταν λες κι είχε γεννηθεί χορεύοντας. Χόρευε και χόρευε κι αναρωτιόσουν αν θα πεθάνει χορεύοντας. Η έκφραση του προσώπου της έκρυβε τα πιο γαλήνια συναισθήματα. Φιλήδονο του φαινόταν, μα η αλήθεια είναι ότι έκρυβε μια μοναδική προσδοκία, την προσδοκία να μην αλλάξει τίποτα και να μείνουν όλα ως έχουν. Ένιωσε τότε έντρομος απέναντί της γιατί στα μάτια της είδε την κοπέλα που έβλεπε όταν ήταν μικρό παιδί στα όνειρά του. Ήταν το ίδιο πρόσωπο του μικρού κοριτσιού, της νεαρής κοπέλας, της δυνατής γυναίκας, της πρακτικής μητέρας και της σοφής γιαγιάκας που πάντα ήθελε να αγγίζει, να φιλάει, να αγκαλίαζει. Της ύπαρξης που ήθελε να ακουμπά πάνω της το κεφάλι του, της ύπαρξης που για χάρη της ποθούσε να ζήσει και να πεθάνει σε αυτόν τον κόσμο. Και κάπως έτσι, με μια μικρή κραυγή, δέχτηκε το βέλος του Θεού Έρωτα. Ενός βέλους που τον έμπηγε βαθιά μες στην καρδιά και του προκαλούσε έναν γλυκό πόνο.

Σαστισμένος σαν ήταν, έβαλε αυτόματο πιλότο στη συμπεριφορά του, κι άρχισε να περιεργάζεται τα νέα δεδομένα, παράγωντας νέες πληροφορίες που θα του άλλαζαν τη ζωή. Αν κάτι είχε μάθει καλά τόσα χρόνια που σκάλιζε τη γη, που έπιανε τις πέτρες και τις εναπόθετε τη μια πάνω στην άλλη, που έδινε μορφή στον πύργο του, ήταν να μπορεί να βλέπει μέσα του σαν να’ταν ένας άλλος. Είχε τιθασεύσει την τέχνη της εκλογίκευσης των συναισθημάτων κι είχε αρχίσει να μοιάζει με έναν άλλο Φρανκεστάιν που έδινε ζωή σε άψυχες ιδέες. Μα πλέον, οι συνθήκες είχανε αλλάξει. Για τίποτε δε θα ήθελε να επιστρέψει στον κόσμο του, στον πυργίσκο του. Του άρεσε ο νέος κόσμος που είχε ανακαλύψει τυχαία. Του άρεσε κι ο νέος του εαυτός κι η πρόκληση που αντιμετώπιζε του έδινε νόημα στη ζωή. Προσπάθησε να συνδυάσει όσα γνώριζε με όσα ανακάλυπτε τώρα. Μέσα στο εργαστήρι του νου του, έφτασε σε κάποια αποτελέσματα. Και χάρη στα μικρά ψήγματα θάρρους και θράσους, μπόρεσε να βρει τη δύναμη και να ανοίξει τον συναισθηματικό του εαυτό στον ίδιο. Αυτό που βρήκε, άρχισε να τον εξιτάρει και δε δυσκολεύτηκε να αντιληφθεί πως ήταν ένας μικρός θησαυρός. Ανοίγοντας τον εαυτό του, άνοιξε κι ένα σεντούκι, σαν αυτά που κρύβονται απ’όλωνων τα μάτια, και βυθίζοντας τα χέρια του έπιασε τα ανώτερά του συναισθήματα για τη ζωή κι ήταν τέτοια η υφή τους που τον έκαναν να νιώσει σα μικρός Θεός. Τα πήρε προς τα έξω και τα φόρεσε κι άρχισε να λάμπει. Πλέον ήταν ένας μικρός Θεός.

Ένιωθε άψογα και μπρος στην τύφλωσή του τίποτα δεν μπορούσε να σταθεί. Έτσι πήρε την απόφαση να δοκιμάσει την τύχη του με την Ζωή που χόρευε, με εκείνη την αιθέρια ύπαρξη που τον τραβούσε καταπάνω της άθελά της. Της χαμογέλασε και του ανταπέδωσε αυτόν τον γλυκό χαιρετισμό με μια χαμογελαστή φιγούρα. Της μίλησε με μια φωνή που πήγαζε απ’τα βάθη της ψυχής του κι εκείνη τον άκουγε και στροβιλιζόταν με ένα βλέμμα απορίας. Αυτός μιλούσε παθιασμένα. Παρουσίαζε τον εαυτό του όπως νόμιζε πως ήταν, έλεγε λόγια αιώνιου Κάλους, βγαλμένα απ’τα κλασικότερα έργα των ανθρώπων. Αυτή μιλούσε ελάχιστα και κατά κύριο λόγο παθητικά. Έδειξε πως είχε φοβηθεί μ’αυτόν τον τύπο που έμοιαζε εξωγήινος, αλλιώτικος απ’τους άλλους. Ο φίλος μας στην αρχή ξεκίνησε να νιώθει ντροπή λες και είχε διαπράξει έγκλημα, δεν άργησε να καταλάβει όμως πως το μόνο έγκλημα είναι να θάβουμε τα συναισθήματά μας μέσα μας κι έτσι απελευθερώθηκε κι άλλο. Στη σκακιέρα τους τα μαύρα πιόνια του έπεφταν σωρηδόν, και τα δικά της, τα λευκά κυριαρχούσαν με πολύ μικρές απώλειες, σχεδόν ασήμαντες μπρος στις θυσίες του ήρωά μας. Κάθε κίνηση σηματοδοτούσε μια νέα προσπάθεια συμφιλίωσης μα εξαντλούνταν στη σύγκρουση κι αυτό ροκάνιζε την ελπίδα που σιγόβραζε μέσα του. Η πίστη του όμως δεν πέθαινε.

Ο ενθουσιασμένος του έρωτας επιβίωνε ως διά μαγείας, ίσως μέσω της ίδιας μαγείας που μας κρατάει νωθρά σε τούτη τη ζωή τόσα χρόνια. Ήλπιζε και πίστευε, πίστευε κι ήλπιζε. Με αρετές του την ανδρεία, τη φρόνηση και το δίκαιο, ένιωθε πως είχε ό,τι χρειαζόταν για να κερδίσει αυτόν τον πόλεμο, τον πόλεμο του έρωτα. Οι πράξεις περνούσαν και τίποτε δεν καλυτέρευε εξόν απ’τη γαλουχία της κοπέλας. Κι αν αυτή αντιστεκόταν, κι αν κρατιόταν, κι αν ζοριζόταν, κι αν αγαπούσε συμπονετικά, σαν άλλη Μητέρα Τερέζα, ήταν γιατί μέσα της τής φανερωνόταν όλη η θεία πράξη. Κι αυτό την έκανε να καίγεται στα Αν. Κάθε στροφή κι ένα Αν. Κάθε πιόνι κι ένα Αν.

Τα κύματα χτυπούσαν μέσα του, ήταν οι Δαίμονές του, έφταναν τα τέσσερα μέτρα. Η σταθερότητα έμοιαζε πλέον ξένη. Άλλαζε κάθε μέρα και δεν ήξερε ποιος ήταν γιατί τελικά δεν ήταν λιμνούλα η ψυχή του μα ποτάμι. Αγωνιούσε, φοβόταν, εξαρτιώταν αλλά όχι από έναν άλλο, όχι απ’την αιθέρια ύπαρξη, μα απ’τον ίδιο μιας και δεν μπορούσε να ελέγχει τον εαυτό του όπως και πρώτα. Το συναίσθημα είχε νικήσει στο πεδίο της μάχης την λογική.

Ο ήρωάς μας το ζούσε, η κοπέλα όχι. Αυτός χαιρόταν, αυτή φοβόταν. Αυτός γνώριζε, αυτή είχε απορίες. Αυτά σκεφτόταν την ώρα που η θάλασσα έγλυφε τις πετρούλες που είχε πετάξει πριν από λίγο μέσα στον βυθό της.

Κοιτάχτε, πόσο όμορφο είναι να ερωτεύεται κανείς, κι ας είναι η φωτιά του έρωτά του να τον κάψει… Πόσο έντονα συναισθήματα ζει, και κάπως έτσι σταματάει να νιώθει τον χρόνο που περνάει από πάνω του… Πόσο λάμπει η ψυχή του ανθρώπου που μόλις πέρασε τις πύλες της Αιωνιότητας της στιγμής!

Μακάρι να είχαμε την τύχη να ζήσουμε όλοι τον έρωτα έστω και για μια φορά στη ζωή μας, ακόμη και μόνοι μας. Και μακάρι, αν έχουμε την τύχη να ερωτευθούμε, να ανταποκριθούν οι άλλοι στα συναισθήματά μας, κι έτσι, να μην περιδιαβαίνουμε μόνοι στον Ναό της Αιωνιότητας. Και μακάρι ο έρωτας, να μην ήταν άπληστος μα σοφός όπως η αγάπη και μακάρι, να μην είχε τόσα Μακάρι.

* Γραμμένο τον Ιούνιο του 2019.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s