Κυνηγώντας Φαντάσματα

Τα πολλά των πολλών. Στην καταιγίδα των σκέψεων που ακολουθεί ίσως κάποιοι χρειαστούν χαρτομάντιλα. Απευθύνομαι στους δυνατούς, σ’αυτούς που μπορούν και ζουν κάθε τους συναίσθημα στο έπακρο. Σ’αυτούς που ζουν πέρα απ΄το να υπάρχουν. 

Σας προκαλώ να ανακαλέσετε την μέχρι τώρα ζωή σας. Ας πάμε λιγάκι πίσω, τότε που ήμασταν πιτσιρίκια. Να θυμηθούμε το άγγιγμα της μάνας μας, όσοι από εμάς ήμασταν ευλογημένοι αρκετά για να το νιώσουμε. Να θυμηθούμε το οικογενειακό τραπέζι, όσοι από εμάς ήμασταν τυχεροί για να το βιώσουμε. Να θυμηθούμε τι θεωρούσαμε σημαντικό για τη ζωή και πως φανταζόμασταν το μέλλον μας. Το παιχνίδι με τους φίλους, την αχόρταγη περιέργεια, την αγνή αγάπη, την απερίγραπτη αθωότητα που μας χαρακτήριζε μέχρι να μεγαλώσουμε και να προστυχεύσουμε.

Είναι κάποιες εικόνες και κάποια συναισθήματα που έχουμε ξεχάσει ακόμη και να τα αναπολούμε. Όλοι είχαμε, όλοι έχουμε. Κάτι που νοσταλγούμε, κάτι που μας κάνει να δακρύζουμε, κάτι που είναι θαμμένο τόσο βαθιά όσο ο παιδικός μας εαυτός. Παππούδες, γιαγιάδες, θείοι, θείες και ξαδέρφια που τα πρόσωπά τους, αν δεν έχουν φύγει, άλλαξαν ακόμη κι αν δεν το παρατηρούμε. Ταξίδια, θάλασσες, βουνά και πικ νικ που τόσο μας άρεσαν. Ποδήλατο, μπάλα, κουτσό και σχοινάκι κι ας σπάσαμε το πόδι ή το χέρι. Τα δόντια που έπεσαν για να βγάλουμε νέα. Το ύψος, τα κιλά, μια αγκαλιά στον μπαμπά, το σ’αγαπώ στην μαμά που τώρα πια δεν τολμάμε να δώσουμε και φοβόμαστε να πούμε. Τότε που η μέρα δεν πέρναγε στο σχολείο κι ας έπιανε καμιά φορά το πονάει η κοιλιά μου μαμά. Τότε που η ενέργειά μας ήταν τόσο έντονη που δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε το μεσημέρι εκτός κι αν έπρεπε να πάμε φροντιστήριο αλλά τελικά μας έπιανε νύστα. Μα όλα αυτά δεν υπάρχουνε πια. Και πόσο πονάει αυτό το πια, ειδικά αν σκεφτεί κανείς πως πλέον τα χρόνια κυλάνε όσο γρήγορα κυλούσαν και τα παιδικά μας καλοκαίρια. 

Μα είμαι ανήθικος και πρόστυχος. Γνωρίζω από πριν μα εγώ σκάβω βαθιά για να βγάλω τα συναισθήματά σας στην επιφάνεια. Να σας θυμίσω πως είμαστε άνθρωποι αληθινοί: που κλαίνε, που νιώθουν, που ζουν.

Κι ας δούμε και το μέλλον μας. Κάποιοι από εμάς πρώτα σπουδές μετά δουλειά. Κάποιοι άλλοι κατευθείαν δουλειά. Εν τέλει όλοι μας στη δουλεία. Δουλεία, όχι δουλειά. Αφού δε δουλεύουμε για να ζούμε μα ζούμε για να δουλεύουμε. Φορέσαμε το χρυσόμαλλο δέρας που μας έδωσε έτοιμο η κοινωνία, λέγοντάς μας πως δε θα μας θυσιάσει, μα ξεχάστηκε κι αυτή και μας θυσίασε. Όχι πάλι Δευτέρα! Τρίτη…Τετάρτη…Πέμπτη και Παρασκευή! Περιμένουμε με ανυπομονησία μια μέρα, ένα Σαββατοκύριακο, τις γιορτές, τις διακοπές, σπαταλώντας τις υπόλοιπες ημέρες σαν να’ναι ψεύτικες, ημέρες νεκρές. Ζούμε μόνο τότε, τις υπόλοιπες απλώς υπάρχουμε. Παράλληλα, κάνουμε οικογένεια. Η βαριά κληρονομιά της συνέχειας του είδους, ο αγώνας της επιβίωσης, το κυνήγι της αθανασίας! Γεννάμε παιδιά. Αντί να τα χαρούμε παίζοντας, μαθαίνοντας, διασκεδάζοντας μαζί τους για όσο προλαβαίνουμε, κι εφόσον γνωρίζουμε πως κάποτε θα φύγουν από κοντά μας, εμείς πληρώνουμε νταντάδες για να εργαστούμε πιο πολύ και να τους προσφέρουμε ένα καλύτερο περιβάλλον και μέλλον. Ξεχνώντας πως η αγάπη είναι το κυριότερο συστατικό της επιτυχίας του γονιού. Λεφτά για τα παιδιά, να γίνουν έτοιμα στρατιωτάκια και να βγουν να πολεμήσουν αύριο μεθαύριο, κι ας είναι ο ψυχικός τους κόσμος ανεπαρκής. Τα παιδιά μας μεγάλωσαν κι έφυγαν μακριά για να ξεφύγουν απ’την ψευτιά και την καταπίεση. Σωματικά ολοκληρωμένα, πνευματικά ανάπηρα.

Και περνάν τα χρόνια, βγαίνουμε στη σύνταξη. Έχουμε μπόλικο χρόνο πλέον για να ζήσουμε μια ζωή που δύει. Σιγά σιγά έρχεται η κατάθλιψη. Ο/Η σύντροφός μας έφυγε. Πολλοί καλοί φίλοι επίσης. Τα παιδιά μας κάνανε παιδιά μα τουλάχιστον έρχονται για τις γιορτές. Θα αυτοκτονούσαμε μα οι γέροι δεν έχουμε δύναμη ούτε για να σηκωθούμε απ’την καρέκλα, ας περιμένουμε τον φίλο Θάνατο λοιπόν. Και πάει πάει και ξεχνάει. 

Κι όσο για το τώρα; Δεν μας προστάζω πως να ζήσουμε, αρκεί να ζήσουμε, να μην υπάρχουμε απλά. Η ζωή μας είναι μικρή και στην επόμενη στροφή κατεβαίνουμε.

Μα δεν είναι μόνο αυτά που θέλω να σας πω. Σκεφτείτε, πόσο ωραία, σχεδόν παραδεισένια, θα μπορούσε να γίνει η επίγεια ζωή μας. Η ανθρωπότητα, ή αλλιώς κοινωνία, αποτελείται από πάρα πολλούς ανθρώπους σαν εμένα κι εσένα. Όλοι μαζί κι ο καθένας στο βαθμό που του αναλογεί επηρεάζουμε αυτό το σύνολο. Όταν λέμε πως η κοινωνία μας νοσεί τότε εννοούμε πως εμείς οι ίδιοι νοσούμε. Αν θέλουμε να αλλάξουμε προς το καλύτερο, να αναπτυχθούμε πραγματικά, θα πρέπει να ξεκινήσουμε απ’τον εαυτό μας. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, είμαστε ο πυρήνας της κοινωνικής αλλαγής, ένα γρανάζι με πολλαπλασιαστικές ιδιότητες που λίγοι αντιλαμβάνονται και μπαίνουν στη διαδικασία να αξιοποιήσουν τη δύναμή τους.

Μα γιατί τα λέω όλα αυτά; Γιατί βλέπω κάποια πράγματα που κάποιοι ίσως να μη βλέπουν εκτός κι αν εθελοτυφλούν. Η κοινωνία μας έχει κάνει τεράστια άλματα που αφορούν στον υλιστικό τρόπο ζωής μα έχει μείνει σχετικά πίσω σε ό,τι αφορά το πνεύμα. Θεωρούμε πως είμαστε σε καλύτερη θέση από τους προγόνους μας γιατί έχει αυξηθεί το βιοτικό μας επίπεδο. Κι αυτό είναι μια πραγματικότητα. Ωστόσο, η ποιότητα της ζωής μας θα έλεγα πως είναι αμφιλεγόμενη. Έχουμε προσθέσει ποσότητα στη ζωή μας, όχι όμως και ποιότητα. Υπάρχουμε για περισσότερο χρόνο, μα ξεχνάμε να ζούμε. Αποφεύγουμε τη σκέψη, τη βαθιά σκέψη, τη φιλοσοφία. Εμμένουμε στην επιφάνεια της λίμνης, στην επιφάνεια του εγώ μας, στην άγνοιά μας. Κάποιοι βιώνουν πολλές στιγμές ευτυχίας – εκπλήρωση επιθυμιών και επιτυχία στόχων, μα απέχουν αρκετά από τη ζωή της ευδαιμονίας – ενάρετος βίος σε συλλογικό επίπεδο.

Το φάντασμα της ευτυχίας ενδεχομένως να μας οδηγήσει σε κάποιον λάκκο, κι αυτός ο λάκκος δεν είναι πάντα ο λάκκος της ευδαιμονίας.

* Γραμμένο το Δεκέμβριο του 2015.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s