Διάλογος

-Τον τελευταίο καιρό, μέρα με τη μέρα, σε βλέπω να αλλάζεις. Τα χαρακτηριστικά στο πρόσωπό σου πήραν να αγριεύουν. Το βλέμμα σου, κάποτε μου έμοιαζε περισσότερο αθώο. Τι σου συμβαίνει καλό μου παιδί;

-Άσε με, πατέρα. Παράτα με. Δε με καταλαβαίνεις. Κανείς δε με καταλαβαίνει. Δε με καταλαβαίνω ούτε γω ο ίδιος…

-Μα γιατί; Γιατί δε μου μιλάς; Είσαι ο μονάκριβός μου, το καμάρι μου. Ζω για σένα μα δεν το νιώθεις, μόνο όταν μια μέρα έρθεις στη θέση μου θα με νιώσεις.

-Ναι, μπορεί. Μα κι εσύ πατέρα, που κάποτε πέρασες απ’τη θέση μου, δε δείχνεις να με κατανοείς. Λες πως νοιάζεσαι για μένα, πως θέλεις να με καταλάβεις, να μπεις στη θέση μου. Όχι όμως πατέρα, δεν είναι έτσι, το ξέρω καλά. Είναι η ανθρώπινη φύση. Είναι αυτή που κρύβεται μέσα μας, που μας ορίζει, που ορίζει τις συμπεριφορές μας. Που λες πατέρα, δεν είναι ότι μου φταις εσύ, ή εγώ είτε ένας ξένος. Μου φταίνε όλα κι όλοι, κι απ’την άλλη δε μου φταίει τίποτα. Τον τελευταίο καιρό είναι η αλήθεια πως νιώθω κι εγώ ο ίδιος την αλλαγή που μου συμβαίνει. Μα δεν είναι αυτή η αλλαγή που βλέπεις εσύ. Έχω συνείδηση της αλλαγής μέσα μου. Έχω αρχίσει να βλέπω τον κόσμο διαφορετικά, να τον αντιλαμβάνομαι και να τον κατανοώ αλλιώς. Δε με καταλαβαίνεις, όχι! Δε θέλεις να με καταλάβεις, κανείς δε θέλει! Θέλεις μόνο να ζεις στον κόσμο που ξέρεις. Στον κόσμο που έχεις διαμορφώσει εδώ και χρόνια μέσα στο νου σου. Δε θέλεις να κάνεις αλλαγές, δεν είσαι εσύ για αλλαγές. Κανείς από αυτούς που παραιτήθηκαν απ’τα όνειρά τους δε θέλει να δει τα πράγματα με άλλο μάτι. Μα τι νόημα έχουν όλα αυτά τα λόγια; Γιατί να προσπαθήσω να σου δείξω τί βλέπω…

-Καλό μου αγόρι, ακούγεσαι μπερδεμένος. Ξέρεις κάτι όμως; Ίσως έχεις δίκιο. Η αλήθεια είναι πως ξεκινώντας τη ζωή μου σου έμοιαζα περισσότερο. Και στο σώμα και στο νου. Ήθελα κι εγώ όπως εσύ να αλλάξω τον κόσμο. Να κινηθώ. Να εμπλακώ. Να πολεμήσω για τα όνειρά μου. Μα δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Ξέρεις, η ζωή έχει άλλα σχέδια για εμάς. Έρχεται και σε χτυπά όταν είσαι απροετοίμαστος, πριν προλάβεις να αισθανθείς έτοιμος για να τα βάλεις μαζί της. Ήρθε μια μέρα που έχασα τις πλάτες στις οποίες είχα εναποθέσει τις ελπίδες μου. Έχασα τον πατέρα μου, τον παππού σου. Από τότε χρειάστηκε να τα βγάζω πέρα μόνος μου, και σαν να μην έφτανε αυτό, είχα να βοηθήσω την οικογένειά μου, μια μητέρα, μια αδερφή. Κάπως έτσι βρέθηκα να περιπλανιέμαι στους δρόμους αναζητώντας δουλειά και χρήματα. Δεν ήμουν καν νέος. Ήμουν παιδί. Μικρότερος απ’ότι είσαι τώρα. Για να μην τα πολυλογώ, αυτά έχει η ζωή. Ακόμη και σχέδια να κάνεις, αυτή γελά μαζί σου και σε παίζει.

-Καλέ μου πατέρα, τα ξέρω αυτά. Κάθε φορά μου λες τα ίδια και τα ίδια. Ναι, ήσουν άτυχος. Ναι, ήσουν αυτός στον οποίο, καλώς ή κακώς, έπεσε όλη η ευθύνη για τις ζωές αυτών που αγαπούσες. Δε θα’θελα να ήμουν στη θέση σου τότε, μόνο εσύ ξέρεις πόσο δύσκολα ήταν τα πράγματα. Κι όμως, τα κατάφερες. Τα έβγαλες πέρα, με πολλή δουλειά και τύχη. Μα πατέρα εγώ δε σου μιλώ για τις στραβές της ζωής. Εγώ, πατερούλη, μιλώ έχοντας στο νου μου, πως είμαι ο ανθός του κόσμου όλου. Σκέπτομαι για τον άνθρωπο, τον βλέπω μέσα από εμένα. Σκέπτομαι για τον κόσμο, για την ανθρωπότητα που στα μάτια μου μοιάζει με τσίρκο. Κι εσύ ο ίδιος δε μπορείς παρά να παραδεχθείς τη στρεβλότητα που διαφαίνεται στη συμπεριφορά του ανθρώπου και κατ’επέκταση της κοινωνίας. Δε μπορεί να μην παρατηρείς τα ψέματα που λέμε στον ίδιο μας τον εαυτό, ψέματα που τις περισσότερες φορές τα λέμε άθελά μας. Πατέρα, το βλέπω ξεκάθαρα. Στα μάτια μου όλα φανερώνονται, λες κι ένα θείο φως αγκυροβόλησε μες το νου μου. Εσύ για παράδειγμα, μου λες για τη ζωή σου. Εντελώς καλοπροαίρετα, πιστεύεις πως μπορείς να με διδάξεις. Μα, πατέρα, γνωρίζω κοιτώντας στην ψυχή σου, αν υποθέσουμε ότι υπάρχει η ψυχή, πως πάνω απ’όλα προσπαθείς να αποφύγεις καταστάσεις που σε φέρνουν σε δύσκολη θέση. Μου λες για τις δυσκολίες που συνάντησες, προσπαθώντας να κερδίσεις τον οίκτο μου, και βασιζόμενος σε αυτόν, να θεμελιώσεις το δίκαιο των μετέπειτα αποφάσεών σου, αποφάσεων των οποίων η μετάφραση κάποιες φορές δεν είναι άλλη από την παραίτηση του είναι σου. Πατέρα, στο λέω με βαθύτατη ειλικρίνεια, αναγνωρίζω τον εγωισμό σου, μα τον κατανοώ. Πως αλλιώς να κάνεις; Αν έχω καταλήξει σε κάποιες αλήθειες στη λιγοστή σε χρόνο ζωή μου, μια είναι αυτή: ο άνθρωπος είναι εγωιστικό ον. Ναι, το πιστεύω πως πίσω από κάθε τι, κρύβονται τα εγωιστικά μας κίνητρα. Κρύβεται η αγωνία που όλοι οι άνθρωποι βιώνουν ώσπου να πεθάνουν, αυτή η αγωνία που καθιστά κάθε θάνατο, όσο αθέλητος κι αν είναι, σε μια λυτρωτική πράξη. Μια λύτρωση για αυτό που οι θρησκευόμενοι αποκαλούν ψυχή.

-Γιε μου, τι είν’αυτά που ξεστομίζεις; Τα’χεις βάλει με την κοινωνία, μ’εμένα και πάνω απ’όλα μ’εσένα τον ίδιο, χωρίς ωστόσο να το καταλαβαίνεις…

-Θα σου έλεγα πως όχι, μα δε θα το δεχόσουν. Γι’αυτό μιας και ξεκίνησα, θα δώσω χώρο σε αυτόν το διάλογο που στην ουσία δεν αποτελεί τίποτ’άλλο παρά έναν μακροσκελή μονόλογο. Θα αδειάσω τον νου μου πυροβολώντας με λέξεις κάθε αφηρημένη έννοια, βαθιά ριζωμένη στο πνεύμα, κι ας μπλέξω τα σχοινιά της μετέπειτα ζωής μου τόσο, που κάποια μέρα θα καταριέμαι την ώρα και τη στιγμή που αφέθηκα σε αυτή την απερισκεψία, μια απερισκεψία που τώρα μου δίνει νόημα ζωής.

-Πραγματικά προσπαθώ να σε καταλάβω, μα μου είναι πολύ δύσκολο, γιε μου.

-Δεν τίθεται θέμα κατανόησης πατέρα ποιητή μου. Αυτά που σου λέω και θα σου πω στη συνέχεια, είναι η μόνη αλήθεια που ξέρω. Είναι η αλήθεια που καθώς ξεστομόζεις νιώθεις να σου φεύγει ένα βάρος που σε κρατά στη ζωή, δέσμιο κι ανελεύθερο. Είναι η αλήθεια που κάνει τον άνθρωπο έτοιμο να πετάξει σαν άγγελος, αφού πρώτα του αποκαλύψει τα φτερά. Είναι η αλήθεια που σαν τάγος καθοδηγεί το ζώο μέσα μας.

-Και ποια είναι αυτή σου η αλήθεια γιε μου;

-Η αλήθεια μου, είναι πως κάποτε θα φύγω και θα’ναι σαν να μην πέρασα ποτέ απ’αυτόν τον κόσμο. Πως κάθε τι που έζησα, ζω και θα ζήσω, στερείται νοήματος. Πως, η αγάπη μου, η εγωιστική μου αγάπη, η αγάπη που αντιλαμβάνομαι δεν είναι παρά ένα απλό συναίσθημα που κάποτε θα χαθεί κι αυτό. Η αλήθεια μου, πως κάποτε θα γυρίσω στο χώμα, στο σύμπαν, στην ενέργεια, στη φύση, στον Θεό μου. Στον Θεό που κατακρεουργείται απ’τους ανθρώπους. Που σφάζεται, ρημάζεται, τσαλαπατιέται. Στον Θεό που στο όνομά Του, τα αδέρφια μου, που χάσανε το δρόμο τους γιατί επί της ουσίας ποτέ δεν τον βρήκανε, σκότωσαν άλλους μας χαμένους στη λήθη αδερφούς μας. Στον Θεό που τόσες και τόσες χιλιάδες χρόνια στηρίζουν τη δύναμή τους οι πιο πονηροί από εμάς, οι πιο εγωιστές, οι κάκιστοι όλων μας που τυραννιούνται απ’τον διάβολό τους, αυτόν που κρύβουν βαθιά μέσα τους, αυτόν που κι εμείς μετά βίας ξεγελάμε. Πατέρα, ποιο είν’το σωστό, ποιο το λάθος; Αυτό είναι που ορίζει τη σκέψη μου τον τελευταίο καιρό. Δεν είναι που θέλω να δικαιολογήσω αυτά τα λάθη που βλέπω, μα δεν μπορώ να κάνω κι αλλιώς. Τα πράγματα είναι έτσι γιατί έτσι τα έφερε η ζωή. Η κοινωνία είναι ένας οργανισμός. Για να λειτουργήσει ακολουθεί κάποιες συμπεριφορές. Καλές, κακές, ποιός να ξέρει, ποιός να απαντήσει. Έφτιαξε συστήματα, θέσπισε θεσμούς. Διέπεται από νόμους φυσικούς κι αφύσικους. Από νόμους όπου η ισχύς τους είναι εφήμερη, όσο εφήμερο είναι το είδος μας. Να γιατί λοιπόν, τρελένομαι και νιώθω να χάνομαι πατέρα, κι ας γίνω ο τρελός στα μάτια τρελών που νομίζουν πως τα γνωρίζουν όλα. Καταδικάζουμε ζωές, στερούμε την ελευθερία, σε παιδιά που δεν έχουν γεννηθεί ακόμη. Αν υπάρχει ένα λάθος, αυτό είναι σίγουρα. Έχουμε τη δυνατότητα να περιορίσουμε δεινά όπως η πείνα, μα αντί αυτού, συνεχίζουμε να στηριζόμαστε σε αυτήν, για την αμαρτωλή, κατ’εμέ, συνέχεια της καπηλείας κάποιων σε θέσεις που τρίζουν σε ρυθμούς χτύπου καρδιάς. Ναι λοιπόν, το πιστεύω βαθύτατα, είμαστε εγωιστές! Μα έχω προχωρήσει παραπέρα, χώρισα τον εγωισμό σε καλό και σε κακό. Αποδέχομαι πως δεν γίνεται να μην είναι κανείς εγωιστής, ωστόσο όμως, γίνεται να περιορίσει τον εγωισμό του σε σημείο όπου η ικανοποίηση που θα πάρει από τη μέγιστη θυσία του εαυτού του, κι εκεί έγκειται η αγάπη, θα αποτελέσει το μόνο του όφελος. Η θυσία πατέρα, που κάνει κάποιος αφιερώνοντας τη ζωή του για το καλό των άλλων, είναι η μέγιστη πράξη αγάπης στα μάτια μου. Για ποια θυσία σου μιλώ; Σου μιλώ για τη θυσία αυτή στην οποία, μεταλλάσσεις τη ζωή σου, τη συμπεριφορά σου, προσαρμόζοντάς σε στο να παρέχεις κάθε τι πολύτιμο εκεί όπου βρίσκεις το καλό. Και το καλό πατέρα, όσο κι αν εγώ δεν ξέρω που βρίσκεται σε σένα, εσύ το γνωρίζεις. Κάθε ένας από εμάς, γνωρίζει που βρίσκεται το καλό, κι αυτό γιατί πηγάζει από μέσα του, όπως και κάθε τι το θείο. Αυτό το θείο που το νόημά του, δέχθηκε τόσες και τόσες πρόστυχες μαχαιριές, κόψιμο ράψιμο με τα λόγια ταγών, κι ας ήταν αδερφοί μας.

-Μα γιε μου, που θέλεις να καταλήξεις μ’όλα αυτά;

-Πατέρα, θέλω να σου εξηγήσω πως δεν πιστεύω σε τίποτα από αυτά που πιστεύεις εσύ και η κοινωνία. Γιατί ξέρω πολύ καλά πως δεν είστε πραγματικά πιστοί. Ή κι αν είστε, δεν ξέρετε σε τί πιστεύετε. Αυτό για εμένα δε θα αποτελούσε πρόβλημα αν σεβόταν η κοινωνία τον άνθρωπο. Τώρα όμως που το βλέπω ξεκάθαρα πως η κοινωνία, και σε βαθύτερη ανάλυση ο ίδιος ο άνθρωπος, έχει την τάση να υποτάσσει και να υποτάσσεται, θέλω να βγάλω μια κραυγή αγωνίας. Όχι βέβαια σαν αυτήν που φανταζόμαστε πως θα βγάζουμε καθώς θα πεθαίνουμε. Μια κραυγή ωστόσο που θα μπορέσει να τραντάξει την κοινωνία και τον άνθρωπο συθέμελα. Να πω «ΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΕ, ΣΕ ΕΜΑΘΑ, ΤΩΡΑ ΠΙΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΖΗΣΕΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ». Γιατί, κι αυτό το πιστεύω βαθύτατα, είναι θέμα εσωτερικό. Πως αντικρίζει ο καθένας μας τον εαυτό του; Πως, για παράδειγμα, φέρνει εις πέρας την εικόνα του; Οι περισσότεροι από εμάς σκεφτόμαστε: είμαι έξυπνος ή τουλάχιστον όχι χαζός. Είτε, είμαι ελεύθερος ή έστω όχι φυλακισμένος, όταν στην καλύτερη περίπτωση δε ζούμε με αλυσίδες. Μα το ερώτημα που θέτω στον εαυτό μου πατέρα είναι το εξής: είναι πραγματικά ελεύθερος ένας άνθρωπος που δεν έχει μάθει να σκέφτεται και να κρίνει; Γιατί για εμένα πατέρα, κι αυτό είναι το μεγαλύτερο των εγκλημάτων που έχουμε διαπράξει, έχουμε τη δυνατότητα να μάθουμε στους ανθρώπους, και ιδίως στα παιδιά, να σκέφτονται και να κρίνουν, μα δεν το κάνουμε. Γιατί; Γιατί διεπόμαστε από τον κακό εγωισμό, τον κοντόφθαλμο. Η ζωή όλων θα μπορούσε να είναι πιο όμορφη, εάν υπήρχαν περισσότεροι ελεύθεροι πνευματικά άνθρωποι. Κι εκεί φτάνω πατέρα σε αυτό που μου είπες στην αρχή. Ήθελες κάποτε, μου είπες, να αλλάξεις τον κόσμο. Και σε ρωτώ πατερούλη, είχες τη διορατικότητα και το σθένος να αλλάξεις τον ίδιο σου τον εαυτό; Εκεί βρίσκεται ο σπόρος της αλλαγής. Εκεί, μέσα σου, μέσα μου, μέσα μας! Σκέφτομαι να πω σε όλους, «Πιστέψατε πως θα ζήσετε δεύτερη ζωή; Σας γέλασαν, εδώ είναι όλες οι ζωές που μπορείτε να ζήσετε. Έχουν πιθανότητες, εφαρμοσμένα μαθηματικά. Μπορεί κανείς να γίνει βοσκός, ιερέας, επιστήμων. Όλα τα μπορεί ο άνθρωπος, αρκεί να βρει τη δύναμη της θέλησης». Μα σε μια ζωή που θα δύει, δε θα’χει και τόση σημασία το τι επάγγελμα επέλεξες. Αυτό που πιστεύω ότι θα’χει σημασία, θα’ναι το να νιώσω πως έζησα τη ζωή μου όπως την ήθελα κι ήταν μια ζωή που άξιζε να ζήσω. Κι έπειτα, μετά απ’αυτόν τον ευτυχισμένο θάνατο ή αλλιώς την εναρμόνιση της ύλης και του πνεύματος με τη φύση, τα μάτια να κλείνουν, το σώμα να σαπίζει, να γίνεται τροφή για τα σκουλήκια, σκόνη που η υγρασία θα μετουσιώσει σε χώμα. Επιστροφή λοιπόν εκεί όπου ξεκινήσαμε, επιστροφή της δανεικής μας ζωής. Αυτά κι άλλα τόσα πατέρα σκέφτομαι, μα όσα και να σου πω δε θα’ναι ποτέ αρκετά. Να ξέρεις πως είμαι καλύτερα από κάθε άλλη φορά. Περνούν οι στιγμές αναζητώντας την Ιθάκη. Φορώ ένα αθώο χαμόγελο και το’χω να με συνοδεύει. Βρίσκω τα πατήματά μου, θα βρω και τον εαυτό μου όταν και θα χρειαστεί να τον αφήσω. Γι’αυτό σε εκλιπαρώ, μη μου το εύχεσαι. Σε παρακαλώ τώρα, άσε με να απολαύσω τους μελωδικούς ήχους που πηγάζουν απ’τον παράδεισο που κρύβω στην καρδιά μου, όσο εγώ θα σιγοβράζω στα καζάνια της κολάσεως που κι αυτά βρίσκονται μέσα μου.

* Γραμμένο το Μάιο του 2016.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s