Γράμμα στη Γυναίκα

Πέρασε τις προάλλες η ημέρα της γυναίκας από πάνω μου σαν να ήταν φάντασμα.

Ήθελα τόσα να γράψω, τόσα να πω, μα η ατίθαση καθημερινότητα μου σκότωσε την έμπνευση κι έτσι, τώρα που δρασκελίζω μεταξύ δυο ημερών, λίγο πιο άνετος κι ελαφρύς, θα προσπαθήσω να αφεθώ σα χείμαρρος πάνω σε αυτό το πολύχρωμο πληκτρολόγιο.

Έβαλα να ακούσω το άλμπουμ του Χατζιδάκι – Το Χαμόγελο Της Τζοκόντας – κι ευελπιστώ οι μελωδίες του να μου γεννήσουν όμορφες εικόνες. Για πάμε να δούμε το λοιπόν.

Αρχικά, αναρωτιέμαι γιατί χρειάζεται μια μέρα σαν κι αυτή… Μήπως για να μας θυμίζει πως όλα σε αυτόν τον κόσμο ξεχνιούνται; Κάθε μέρα όλη η ζωή γιορτάζει, μα φαίνεται πως το ξεχνούμε, αν και μάλλον δεν το μάθαμε ποτέ. Έτσι, μερικοί σοφοί έδωσαν λύση σε αυτό το πρόβλημα, τι κι αν γιορτάζει η μάνα, η σύντροφος κι η γυναίκα κάθε μέρα; Χρειαζόμαστε κάποιες μέρες μέσα στον χρόνο για να τις τιμήσουμε δεόντως. Αναρωτιέμαι, φταίει για όλα το χρήμα; Δεν ξέρω, ίσως, μα και πάλι, δε βρίσκω τίποτα κακό σε αυτή την υπενθύμιση.

Για να μπούμε και στο θέμα μας όμως,

Αγαπητή Γυναίκα,

Σε βλέπω στα όνειρά μου τόσα χρόνια, άλλοτε έχεις πρόσωπο παιδικό και χαρούμενο, άλλοτε έχεις πρόσωπο γιαγιάκας και θλιμμένο, κι αναρωτιέμαι τι να σου συμβαίνει.

Στα μάτια σου βλέπω τη ζωή να μου χαμογελά, να μου ξεδιπλώνεται ένα μυστικό που ποτέ δεν μπορεί να μείνει κρυφό ως το τέλος – έτσι ξεκάθαρα παρουσιάζεται η αλήθεια.

Και στο χάδι σου, νιώθω την ασφάλεια, τη θαλπωρή και την αγάπη.

Δεν είναι απίστευτο;

Είσαι φτιαγμένη από χρυσαφένιους αστρικούς κόκκους, κάθε κόκκος κι ένα σύμπαν, είσαι η Θεά Σοφία που όλοι αναζητούν την εύνοια κι αποδοχή της. Μα, ίσως από ταπεινοφροσύνη, εσύ κάνεις πως δε γνωρίζεις. Προσπαθείς να απαρνηθείς τη θέση της Βασίλισσας για την οποία είσαι προορισμένη. Προσπαθείς μπουσουλώντας να κρυφτείς κάτω απ’το τραπέζι. Για που το’βαλες καρδιά μου;

Μην αποποιήσε την ευθύνη σου. Εσύ είσαι αυτή η οποία δίνει σε αυτή την πανσπερμία του σύμπαντός μας νόημα ζωής χάρη στην αγάπη σου.

Σε βλέπω να τρέχεις μικρό καστανόξανθο κορίτσι σαν είσαι φορώντας το λουλουδένιο σου φορεματάκι σε μια κοιλάδα με κόκκινες παπαρούνες, και να βουτάς κάνοντας άπλες μες το βαθύ μπλε της γαλήνης σου.

Σε βλέπω με βαμμένα μαλλιά σε διάφορες αποχρώσεις να γκρεμίζεις και να χτίζεις ταυτότητες, να διαμαρτύρεσαι απέναντι σε μια βαθιά φαλλοκρατική κοινωνία. Λες και δεν ξέρεις πως η δυνατή είσαι εσύ.

Σε βλέπω να συμβιβάζεσαι με ό,τι δε σου αρέσει για να πετύχεις τον βιολογικό σου σκοπό και να συνεχίσεις έναν ιερό αγώνα παραδίδοντας τη σκυτάλη στις επόμενες γενιές.

Σε βλέπω να δουλεύεις ακόμη και στα όνειρά σου, την ώρα που ο ύπνος σου φτάνει στο μεγαλύτερο βάθος, εσύ παραμένεις εργατική σαν να μη γίνεται κι αλλιώς.

Σε βλέπω να δημιουργείς και να δημιουργείς, να πιάνεις την μάνα και κόρη σου Ανθρωπότητα απ’το χέρι και να την τραβάς μπροστά στο άγνωστο με δάδα την ελπίδα.

Σε βλέπω να ζεις και να πεθαίνεις για τους άλλους και ποτέ για εσένα.

Γλυκιά μου ύπαρξη, τι σηκώνουν οι βελούδινες πλατούλες σου…

Δημιουργήσαμε έναν κόσμο κακοτράχαλο για τις ηρωίδες μας. Αφήσαμε τον εγωισμό μας να τιθασεύσει την μοναδική Θεά. Την κλείσαμε στο σπίτι εμείς οι άντρες και φοβισμένοι τρέξαμε να συνομωτήσουμε εναντίον της, να της πάρουμε την εξουσία. Την κάναμε να μεγαλώσει με χίλιες μύριες ανασφάλειες. Κάναμε το λουλούδι της να μην ανθίσει μέσα σε αυτόν τον βάλτο που αποκαλούμε κοινωνία.

Αχ, και να’ξερες, πόσο αδύναμο είναι το μικρό σου παιδί που σου δαγκώνει τις ρωγίτσες.

Αχ, και να’ξερες, πόση δύναμη κρύβει το μικρό σου μυαλουδάκι.

Αχ, και να’ξερες, πόσο έχουμε ανάγκη να σε φέρνουμε στον πιο μεγάλο οργασμό, στην πιο γλυκιά ηδονή, απλά για να σου λέμε ευχαριστώ για το δώρο που μας έκανες.

Εσύ, Γυναίκα της Ζωής, κομμάτι θεϊκό, γιατί δεν ανοίγεις το μυαλό και τα μάτια σου;

Γιατί να πρέπει να συμπεριφέρεσαι σα να είσαι αδύναμη;

Γιατί να παίζεις χίλιους ρόλους;

Γιατί να ασχολείσαι τόσο πολύ με το έξω σου αντί για το μέσα; Καλύτερη ισορροπία δεν υπάρχει;

Πότε θα το δεις καθαρά, πως όσα και να κάνεις, πάλι γυμνή θα σε φανταζόμαστε, να λερώνουμε τα πιο καθαρά σεντόνια, πίνοντας τους χυμούς σου και δημιουργώντας λιμνούλες.

Αχ, αυτά τα φαλακρά σου όρη, με τις υπέροχες πλαγιές τους που τόσο μας αρέσει να ακουμπάμε το κεφάλι μας. Όλα σου τα καλούδια μας οδηγούν στις συμπληγάδες σου για να πνιγούμε.

Κι αναρωτιέμαι, πως μπορεί να ξυπνήσει αυτός ο γίγαντας που κρύβει το μικρό σου σωματάκι.

Ποιος να πει και τι να πει. Ποιος να σε ξυπνήσει απ’τον λήθαργο που με το ζόρι σε ρίξαμε για να ξεχάσεις ποια είσαι.

Γράφω και γράφω, σιγοτραγουδώ τις μελωδίες μου για να σου πω στο αυτάκι: ξύπνα γλυκό μου κορίτσι, ξύπνα άγγελέ μου.

Μα εσύ τίποτα. Ε λοιπόν, ΞΥΠΝΑ ΟΠΤΑΣΙΑ! Ξύπνα επιτέλους και πάρε τη ζωή στα χέρια σου…

Τι περιμένεις;

Είσαι πανέμορφη και σ’αγαπώ για αυτό που είσαι, ό,τι κι αν είσαι, όποια κι αν είσαι.

Σε ευχαριστώ που υπάρχεις και δίνεις στη ζωή μου νόημα.

* Γραμμένο το Μάρτιο του 2019.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s