Ανυπόμονη Γιορτή

Έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να κάνει το μυαλό του να το βουλώσει, να είναι μα να μην είναι, άδικος κόπος. Ο στρόβιλος της σκέψης λικνιζόταν σαν κόμπρα στο άκουσμα της μουσικής. Από μια άκυρη εικόνα, έπαιρνε το ερέθισμα που ίσως και να ζητούσε, το συνέδεε με κάτι άλλο που του ήταν οικείο, κι έτσι, με τη φαντασία να αρχίζει να οργιάζει, ξεκινούσε για άλλο ένα αβέβαιο ταξίδι, βαθιά μέσα του.

Το φως στην πινακίδα ενός όμορφου μαγαζιού, μπλε ηλεκτρίκ, του θύμισε τον καθαρό πρωινό ουρανό κάποιου ξεχασμένου Μάη. Τότε που είχε πάει βόλτα με έναν άνθρωπο που αγαπούσε πολύ, πάντα και μόνο ανείπωτα, σε ένα καταπράσινο βουνό που έσφυζε ζωή. Πόσο ωραία, χαλαρή, δίχως άγχη και σκοτούρες ήταν τότε η ζωή του… Αυτή η έντονη μυρωδιά της ζωντανής ζωής που άρχιζε πλέον να αραιώνει. Επηρεασμένος ίσως από τις αλλαγές που του συνέβαιναν κάθε λίγο και λιγάκι, τις έβλεπε πως μεταβάλλουν την ψυχολογία του σε καθημερινή βάση, λες και ήταν παρατηρητής ενός άλλου όντως, μη ανθρώπινου, ίσως ποντικίσιου.

Ναι, αυτό ήταν! Η ζωή του γινόταν ποντικίσια, για την ακρίβεια, χαμστερική. Γιατί τι άλλο είναι ο άνθρωπος στις μέρες μας αν όχι ανθρωποειδής χάμστερ; Ποια άλλη μεταφορά είναι καταλληλότερη από αυτή; Λες και δεν τρέχουμε κάθε μέρα δεξιά κι αριστερά για ηλιθιότητες που μας κρατούνε μακριά από το να ζούμε, και λέγοντας να ζούμε, εννοείται να κάνουμε αυτό που θέλουμε εφόσον μας δίνεται η δυνατότητα, να ενεργούμε δηλαδή και να μη δεχόμαστε ως παθητικοί δέκτες αυτά που μας συμβαίνουν, να ενεργούμε χωρίς να αποσκοπούμε κάτι, έτσι όπως μόνο τα παιδιά ξέρουν να κάνουν, που παίζουν για τη χαρά του παιχνιδιού κι ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει. Χάνεται αυτό το συναίσθημα καθώς ο άνθρωπος μεγαλώνει και χαμστεροποιείται. Μα τώρα που το ξανασκέφτομαι, ίσως και τα χαμστεράκια που τρέχουν άσκοπα γύρω απ’τον τροχό να είναι ευτυχέστερα από εμάς τους πολιτισμένους. Ακόμη κι αν υπάρχει σκοπός και μας είναι ακατάληπτος.

Κάπως έτσι, του έρχεται στον νου πως όλα αυτά δεν τον ξενίζουν. Όλες αυτές οι σκέψεις δεν είναι παρθενογεννήσεις, απλά παραποιημένες και χιλιοειπωμένες ιδέες τόσων και τόσων ανθρώπων που πάτησαν πάνω σε αυτόν τον αλήτη-πλανήτη. Κι όμως, το αισθάνεται τόσο έντονα, πως κάτι μεγάλο, πραγματικά ουσιώδες και σημαντικό, πάει στραβά. Τι να’ναι όμως αυτό; Είναι η ζωή του; Είναι η ζωή όλων των ανθρώπων σαν κι αυτόν; Είναι μήπως η ίδια η ζωή της ανθρωπότητας, η ύπαρξή της; Υπάρχει ένα χοντρό λάθος σ’αυτόν τον παραλογισμό που λέμε ζωή κι αναρωτιέται αν μπορεί να το βρει.

Τόσες σκέψεις και ιδέες του κατεβαίνουν στο κεφάλι! Κι αυτός, λες και είναι τουβλάκια του τέτρις προσπαθεί να τα βάλει σωστά σε τάξη, ενώ, ο καημένος ο φίλος μας, καλά καλά δεν μπορεί να τις διαχειριστεί. Απ’τη μια η λογική κι απ’την άλλη η αγάπη. Τι σχέση να’χουν αυτά τα δυο; Αναρωτιέται αν όντως τα αντιλαμβανόμαστε τόσα χρόνια σωστά. Τι είναι πρώτα απ’όλα η λογική; Τι η αγάπη; Αν η λογική είναι η επιστήμη του λόγου που μας φανερώνει τα θεμέλια της γνώσης, τότε πως μπορούμε να φτάσουμε σ’αδιέξοδα όπως το να μην κατανοούμε την αγάπη; Γιατί και η αγάπη, η φιλία, η κίνηση προς γνωριμία και σύμπτυξη αποτελεί μια από τις επιλογές του έλλογου ανθρώπου που μπορεί να διαλέξει, ποια συμπεριφορά να ακολουθήσει απέναντι στο άγνωστο που τον περιβάλλει, είτε αυτό είναι το έξω από αυτόν, είτε το μέσα. Όταν ο άνθρωπος έχει να λύσει πάντα και σε πρώτη κυριότητα το πρόβλημα της ζωής: την επιβίωση, την αναπαραγωγή, την κυριαρχία και την εδραίωση του συμπαντικού του εαυτού σε όλη αυτή την πλάκα που μας συμβαίνει, τότε γιατί αν είναι έλλογο ον επιλέγει λάθος; Τι πάει στραβά; Η λογική του; Η διαίσθηση του που του λέει πως το λογικό αντιτίθεται στους συναισθηματισμούς; Η αναπηρία του ίσως να δει καθαρά πως όλα αυτά είναι ένα και το αυτό; Γιατί σε τελική ανάλυση, όλα ταυτίζονται όπως και όλα γυρνούν από εκεί που ξεκινούν.

Χάος σε αρμονία όπως και η ζωή μας, που αντί να τη γιορτάζουμε σαν αδέρφια αγκαλιασμένοι ζώντας έντονες στιγμές, εμείς διαλέγουμε να αλληλοσκοτωνόμαστε. Θες πόλεμο, θες κρεατομηχανή, θες ζούγκλα; Όπως θέλεις πες το, μόνο ανυπόμονη γιορτή μην το λες, μην τυχόν και μας ακούσουν, μην τυχόν κι αναβιώσουν κάποιοι και ξεσηκωθούν απέναντι στην καθεστηκυία τάξη που μας αυτοκτονεί.

Τα τελευταία τουβλάκια ήταν μεγάλα, ο φίλος μας δεν μπόρεσε να τα χειριστεί δεόντως και το πλαίσιο του παιχνιδιού γέμισε μέχρι που ακούστηκε ο χαρακτηριστικός ήχος του game over.

* Γραμμένο τον Νοέμβριο του 2018.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s