Μια μέρα

Ξύπνησα στις 11:30 το πρωί. Μετά από πολύ καιρό σηκώθηκα τέτοια ώρα. Πάλι δε με έπιανε ύπνος χθες βράδυ. Αφού σπατάλησα λίγα λεπτά, σχεδόν μισάωρο, στον ψηφιακό κόσμο και την τρέλα του, πήγα τουαλέτα κι έπειτα ετοίμασα πρωινό.

Έφαγα στα γρήγορα, παρακολουθώντας δυο βιντεάκια από το κανάλι της Μαρίας Στρατάκου, ένα με τίτλο χειμώνας στο χωριό, κι ένα με τίτλο επανεκκίνηση – dopamine detox. Είναι ένα κανάλι που είχα βρει και στο παρελθόν αλλά δεν του έδωσα σημασία, τώρα παρακολουθώ όλα τα βιντεάκια της κοπέλας που με ενδιαφέρουν. Πήρα λίγες εικόνες από φύση και τη σκέψη ότι, ας πούμε καταναλώνουμε, περισσότερη ντοπαμίνη καθημερινά λόγω των social media και των αλγορίθμων τους. Κάπως έτσι εθιζόμαστε σ’αυτά, που με έναν τρόπο ρουφάνε τη ζωή μας.

Μετά τσέκαρα τα νέα, διάβασα τρία άρθρα, ένα για έναν υποψήφιο δήμαρχο της Θεσσαλονίκης και τι θα κάνει για το χώρο του βιβλίου στην πόλη αν εκλεγεί, ένα για τα αποτελέσματα των απογραφών κι ένα για το κυβερνητικό έργο διά στόματος, ή καλύτερα γραφής, και γι’αυτό δεν είμαι σίγουρος, Μητσοτάκη.

Σήμερα ήταν μέρα φιλοσοφίας οπότε έπιασα τον Ράσελ και διάβασα λίγες σελίδες για τον Σωκράτη. Η ερμηνεία του Ράσελ στα πράγματα και ο συνδυασμός της φιλοσοφίας με την ιστορία και την κοινωνιολογία, παρουσιάζει με διαφορετικό τρόπο τη σημασία του κάθε ζητήματος την εποχή εκείνη. Σου ανοίγει λίγο λίγο το μυαλό, αλλά συνήθως ξεχνάς τι διαβάζεις μετά από λίγο.

Η ώρα πέρασε, έκανα ένα ντουζ για να ξυπνήσω καλύτερα, έφαγα λίγη φακή με πράσινη σαλάτα, παρακολουθώντας ακόμη δυο βιντεάκια από την Μαρία, την τοξική παραγωγικότητα, που μάλλον έπεσα θύμα της όλο αυτό τον καιρό, και ένα με τίτλο τι είναι όμορφο, στο οποίο εισάγει την έννοια του wabi sabi από την Ιαπωνία, μια ιδέα η οποία μας λέει ότι ομορφιά υπάρχει παντού, δίχως να απαιτείται συμμετρία.

Είχα λίγο χρόνο μέχρι να ξεκινήσω για τη δουλειά. Έπιασα τους Έλληνες του Beaton και διάβασα κανά δυο-τρεις σελίδες. Αφορούσαν τον Παύλο και τη δράση του, το πώς χρειάστηκε να γράψει στα ελληνικά τα πρώτα χριστιανικά κείμενα, καθώς την εποχή εκείνη, η ελληνική που λεγόταν κοινή, χρησιμοποιούνταν ευρέως λόγω των ελληνιστικών χρόνων.

Βούρτσισα τα δόντια, ντύθηκα και πήρα το ποδήλατο να πάω στη δουλειά. Ιδανικά θα’θελα να την αποκαλώ εργασία, αλλά επειδή νιώθω πως είναι κοντά στη δουλεία, μου βγαίνει αυτόματα ο όρος δουλειά.

Πηγαίνοντας, από τις λίγες φορές που ξεκίνησα νωρίτερα κι είχα χρόνο, ποδηλατούσα αργά αργά, παρατηρώντας γύρω μου, το δρόμο, τα δέντρα, το ποτάμι, τους ήχους και τα χρώματα. Αντί για δέκα λεπτά που μου παίρνει συνήθως, πρέπει να χρειάστηκε ένα τέταρτο για να φτάσω. Αλλά αυτά τα πέντε λεπτά, κάνουν τη διαφορά. Η έλλειψη άγχους για το να προλάβεις να χτυπήσεις την καρτούλα, μεγεθύνει το χρόνο και μπορεί να αμβλύνει τις αισθήσεις.

Έφτασα κι έκανα clock-in. Παρατήρησα το χώρο γύρω μου, αυτή την αρκετά μεγάλη αποθήκη, με τις παλέτες γεμάτες προϊόντα, και τα πρόσωπα των συναδέλφων, που κατά κύριο λόγο είναι σε μόνιμη βάση βαριεστημένα, αν όχι σκυθρωπά.

Χαιρετιόμαστε, αλλά είναι αυτό το τυπικό. Με λίγα άτομα μόνο σχηματίζουμε υποτυπώδεις σχέσεις φιλίας, και λέμε μια κουβέντα παραπάνω. Άνθρωποι από διάφορες χώρες. Λατίνοι, αφρικανοί και μεσανατολίτες. Τον τελευταίο καιρό είμαι ο μόνος έλληνας στις απογευματινές βάρδιες. Πριν ένα χρόνο έμοιαζε η Picnic, έτσι λέγεται η εταιρεία, να’ναι κατά το ήμισυ ελληνική.

Ο υπεύθυνος κάπτεν της ημέρας, μας λέει πόσες χιλιάδες προϊόντα έχουμε να μαζέψουμε για σήμερα. Είμαστε λίγοι, αλλά ποτέ δε δουλεύουμε και με ιδιαίτερο ζήλο, θα κάνουμε το καλύτερο μέσα στη βαριεστημάρα μας.

Λογικό, όταν εργάζεσαι σε μια από τις χειρότερες ολλανδικές εταιρείες, που σε κλέβει στο μισθό, μη δίνοντάς σου αυτά που αναλογούν λόγω ημέρας και ώρας. Picnic και ζαμάν φου.

Παίρνω το σκάνερ μου, βάζω τον κωδικό μου για να ανοίξει η εφαρμογή, ανεβαίνω σε ένα κλαρκάκι που το λέμε OPT, φορτώνω τρία καλάθια, εκτυπώνω τα απαιτούμενα barcodes και τους τα κολλώ κι η γύρα ξεκινά. Η ώρα είναι τρεις.

Βάζω στην πρώτη στάση το δεξί μου ακουστικό, ασύρματο, στο αυτί, ανοίγω το spotify και επιλέγω απ’τα κατεβασμένα podcasts τα οποία αποθηκεύω όταν έχω wifi. Τις τελευταίες μέρες ανακάλυψα ένα νέο podcast με τίτλο «Είναι αυτό Τέχνη;» του Αντώνη Στοαντζίκη. Τελείωσα ήδη την πρώτη σεζόν σε δυο εργάσιμες μέρες.

Γύρω γύρω στην αποθήκη να μαζεύω κούτες, σχεδόν μηχανικά, παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου που μοιάζουν κι αυτοί με μηχανές ενώ βυθίζομαι και σε όσα ακούω. Που και που χτυπάω εδώ κι εκεί ενώ σκύβω να πιάσω καμιά κούτα ή εξάδα αναψυκτικών, γιατί δεν προσέχω όσο θα έπρεπε. Είναι μερικά άτομα γύρω μου που με κοιτάνε, και δεν κάνουν τίποτα, ούτε νεύμα να χαιρετίσουν, ούτε χαμογελούν, μόνο σε κοιτάνε βαθιά στα μάτια, ίσως προσπαθώντας να καταλάβουν αν είσαι άνθρωπος ή κάτι άλλο, δεν ξέρω.

Ακούγοντας τον Αντώνη, νιώθω εντελώς ηλίθιος, γιατί δεν ξέρω που πάνε τα τέσσερα. Μου μιλά για τον Warhol, τα πνευματικά δικαιώματα, και μένω μαλάκας με ένα τριπ που κάνει παίρνοντας μάλλον lsd στο στούντιό του, στο οποίο συνομιλεί με μια ζωγραφισμένη του φιγούρα, η οποία υποτίθεται ότι τον επισκέπτεται από το μακρινό στα μάτια μας 2.222. Του λέει ένα σωρό πράγματα, για το τι συνέβη στον κόσμο, και τον ρόλο που έπαιξε η εποχή μας, κι εγώ σκέφτομαι, γιατί κάθομαι και γράφω, και σπαταλώ τον χρόνο όσων άτυχων με διαβάζουν. Το επεισόδιο ονομάζεται «Το Μεσοδιάστημα», αν υπάρχει κάποιος λόγος να με διαβάζει κανείς, ας πάρει αυτή την πληροφορία, που θα του φανεί πολύ πιο ενδιαφέρουσα και ίσως χρήσιμη.

Η ώρα πήγε έξι το απόγευμα. Πάω και χτυπάω την καρτούλα, που δεν είναι καρτούλα αλλά ένα κυκλικό πράγμα, σε μια μικρή οθόνη κι επιλέγω break. Πλένω τα χέρια μου καλά καλά, μπαίνω στο εστιατόριο, παίρνω έναν δίσκο, ένα πιάτο, μαχαίρι, πιρούνι και κουτάλι. Χαιρετώ την κοπέλα που μου βάζει φαγητό. Είναι μαύρη και πολύ γλυκιά γυναίκα, είναι κουρασμένη μα σου χαρίζει το χαμόγελο, και πάντα ρωτάει «How are you?», «Good» της λέω, «You?», «Good» μου λέει κι αυτή και σταματάμε εκεί. Σήμερα είχε ρύζι με αρακά και μια στρογγυλή πιτούλα που δεν ξέρω τι είχε μέσα αλλά σίγουρα δεν ήταν κρέας. Θυμάται ότι δεν τρώω κρέας αν και στην αρχή δεν ήξερε τη διαφορά του βιγκανισμού με τη χορτοφαγία κι έτσι είχα φάει πολύ κρέμα γάλακτος νομίζοντας πως είναι φυτική ενώ δεν ήταν. Ίσως γι’αυτό ήταν τόσο νόστιμη. Μετά τις τόσες φορές που έφαγα μη βίγκαν προϊόν, πήρα την απόφαση στη δουλειά να είμαι χορτοφάγος. Πάντως, πάνω κάτω ό,τι τρώμε, είναι από έτοιμες συσκευασίες, ο αρακάς για παράδειγμα που μπαίνει σε βάζα, οι κούτες των οποίων μου σκοτώνουν τη μέση. Πολύ πλαστικό φαγητό κι έτοιμο.

Έβαλα σαλάτα, έριξα λίγο λάδι, και πήγα να καθίσω στο ίδιο τραπέζι με έναν μπάρμπα, κοντούλη κι αδύνατο, που δεν ξέρω το όνομά του, ούτε αυτός το δικό μου, γιατί τα ξεχάσαμε, μα πάντα λέμε ένα καλό γεια σου και τι κάνεις. Ξέχασα κι από που κατάγεται. Είναι είτε από Παλαιστίνη είτε από Ιράκ, αλλά ντρέπομαι να τον ρωτήσω γιατί τον έχω ρωτήσει ήδη τρεις φορές. Είναι καλός άνθρωπος, όπως όλοι άλλωστε. Είναι τυπικός με τη θρησκεία του, το Ισλάμ, και λίγο συνωμοσιολόγος. Τον καταλαβαίνω μέχρι ενός σημείου. Γι’αυτό και δεν τον κρίνω. Έτσι κι αλλιώς, ένα γεύμα μοιραζόμαστε, μερικές λέξεις κι ένα χαμόγελο που’χουμε ανάγκη. Του λέω «Bon apettit», «You too» μου λέει χαμογελώντας. Μετά μου το λέει στα αραβικά, προσπαθώ να ξεχωρίσω την προφορά των λέξεων. Μου την ξαναλέει, «Uanda venan» ή κάτι τέτοιο, σημαίνει κι εσύ. Μετά ανοίγει τον translator της google, «Say something» μου κάνει, «Enjoy your meal» λέω στο κινητό και μεταφράζει τη φράση στα αραβικά, μου βάζει να την ακούσω, δεν μπορώ να ξεχωρίσω τις λέξεις. Τι πλάκα που’χει σκέφτομαι. Τρώμε μη μιλώντας άλλο.

Είχα μισή ώρα διάλειμμα, και πάνω στο εικοσάλεπτο κάθισε στο τραπέζι μας ένα παλικάρι, ο πιο παλιός εκεί μέσα, που κατάγεται από την Ερυθραία. Πάλι μπέρδεψα την Ερυθραία με την Αιθιοπία. Μου λέει για τις διακοπές που πήγε, στα σύνορα με τη Γερμανία από τη μεριά της, σε ένα δάσος, για οργανωμένο κάμπινγκ. Σε λίγο μιλάμε για την Ελλάδα και την Ερυθραία, τη μετανάστευση, τους πρόσφυγες. Τον ρωτάω πώς μοιάζει η χώρα του, μου δείχνει κάτι πολύ όμορφες εικόνες. Έχουμε πλούτο μου κάνει, αλλά έχουμε πολιτικά προβλήματα. Αναφερόμαστε στην Υεμένη, που ξέρεις μου λέει, του λέω τσεκάρω που και που τα νέα, κι έτυχε να γνωρίσω ένα παλικάρι από εκεί και μου’πε. Μετά κράζουμε λίγο τα μεγάλα συμφέροντα, τον Πούτιν, τον Ερντογάν και τις αμερικανικές κυβερνήσεις. Του λέω στην Ευρώπη και στην Αμερική είμαστε πλούσιοι γιατί εσείς είστε φτωχοί. Του λέω πως και η Ελλάδα αν ήταν ισχυρή χώρα παλιότερα, τα ίδια θα έκανε. Του λέω επίσης ότι δεν είναι ζήτημα λαών, δεν είναι οι γάλλοι ή οι άγγλοι, είναι οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ των χωρών που παίζουν βρώμικα. Ξέρουμε κι οι δυο πως η Ευρώπη κερδίζει από τη μετανάστευση και το προσφυγικό, και πως τα στραβά αυτών τα πληρώνουν οι άνθρωποι που αφήνουν τις χώρες τους, μαζί με τους λαουτζίκους των ευρωπαϊκών χωρών.

Του λέω πως ο πατέρας μου είναι ακροδεξιός αλλά στα χαμένα και πως στην αρχή στην ολλανδία ένιωσα κάπως άσχημα με το μουσουλμανικό στοιχείο. Του’πα είδα μέσα μου ισλαμοφοβία. Μα μόλις γνώρισα μουσουλμάνους στη δουλειά, κι είδα πόσο μοιάζουμε, παρά τις διαφορές μας, αμέσως ένιωσα καλύτερα. Στην πορεία ένιωσα έτσι με τους ολλανδούς του είπα. Αλλά στο τέλος κατάλαβα πως δε μου φταιν οι άλλοι για τα προβλήματά μου, τις προσδοκίες μου κτλ κτλ. Τώρα προσπαθώ να τα δω πιο καθαρά όλα.

Μου’πε, είσαι ανοιχτόμυαλος. Ξέρεις λέει, υπάρχουν παντού καλοί και κακοί. Σε κάθε χώρα και σε κάθε θρησκεία. Το ισλάμ κι ο χριστιανισμός δεν είναι κάτι κακό, ο φονταμενταλισμός είναι. Κι έχει δίκιο. Το να παθιάζεσαι, να δογματίζεσαι, να θεωρείς πιο σημαντικό τον εαυτό σου, αυτό είναι που γεννά προβλήματα, και μπορεί να προκύψει σε όλους.

Το μισάωρο έγινε σαρανταπέντε λεπτά, αλλά δε με νοιάζει και ιδιαίτερα.

Χτύπησα την καρτούλα, έβαλα το ακουστικό, ανέβηκα στο OPT και να’μαι πάλι να μαζεύω κούτες. Τελείωσα κανά δυο επεισόδια απ’το podcast που ανέφερα και μετά ήταν η ώρα ενός άλλου αγαπημένου με τίτλο «Συγγραφείς εκτός Βιβλίων«. Άκουσα διάφορους συγγραφείς να δίνουν συνέντευξη στην Κυριακή Μπεϊόγλου, ο ένας μετά τον άλλο ή την άλλη, μαθαίνοντας περισσότερα για τον χώρο του βιβλίου και τους ανθρώπους του. Παράλληλα κοιτούσα το σκορ του αγώνα ΟΦΗ-ΠΑΟΚ. Η ώρα περνούσε, το ματς έμενε στο 0-0. Στο 95 ο ΟΦΗ σκόραρε. Μπράβο στον ΟΦΗ είπα, καλά τα κατάφερε. Αν είναι να βγει Χ, καλύτερα να χάνεις. Σκέφτηκα την αγαπημένη μου ομάδα που έγινε Ομάδα με όμικρον κεφαλαίο απ’όταν ήρθε ο Σαββίδης. Κανείς δε μιλά για τα συμφέροντα που προωθεί, για το πώς έβγαλε τα δις του, όλοι στη βόρεια Ελλάδα χαιρόμαστε που έκανε τον ΠΑΟΚ μεγάλο, και που ρίχνει λεφτά, τα περισσότερα που έριξε επενδυτής εδώ και χρόνια στην περιοχή. Μα τα χρήματα αυτά δεν είναι καθαρά, κι ο Σαββίδης είναι γνωστό ότι ανήκει στον κύκλο του Πούτιν, όπως σχεδόν κάθε μεγάλο κεφάλι στη Ρωσία. Ακόμη κι αν δεν ανήκει, σίγουρα είναι κοντά.

Όση ώρα κάνω γύρες, σκέφτομαι όσα ακούω, που και που τα χάνω, ονειροπολώ, και σκέφτομαι αυτά που έχω προγραμματίσει για το επόμενο διάστημα. Σκέφτομαι το πώς κατάφερα να φέρω τον εαυτό μου σε αυτή τη θέση που δε μου αρέσει ιδιαίτερα, γι’αυτό συνήθως είμαι μελαγχολικός, το πώς έμπλεξα σε ένα μεταπτυχιακό που τελικά δε μου άρεσε μα λόγω φοιτητικού δανείου κι επιδομάτων πρέπει να τελειώσω.

Η ώρα περνά, πήγε εννιά και κάνω το δεύτερο διάλειμμα. Παίρνω τρία αυγά, τα καθαρίζω, τους ρίχνω λίγο αλάτι, και τα τρώω απολαυστικά. Είναι η αμαρτία μου αυτόν τον καιρό. Θέλω να σοβαρευτώ με τη διατροφή όταν θα φύγω από αυτή τη δουλειά. Τρώω κι ένα γιαουρτάκι παιδικό. Το λιμπίστηκα από τον φίλο μου τον μουσουλμάνο που κάθισε κοντά μου. Πήρε δυο, παιδικά γιαουρτάκια, και τα κατέβασε. «Is it good» του λέω; «Very good» μου κάνει. Πάω και παίρνω ένα γιαουρτάκι από το ψυγείο. Παίρνω και κουτάλι. Το ανοίγω, τρώω όσο με αφήνει το κουτάλι να φάω, που δε φτάνει μέσα στο κουτάκι. «Its so good» του λέω και πάω να πάρω ένα πιρούνι για να πάρω το γιαούρτι κάτω κάτω απ’τη συσκευασία. Αφού έφαγε δυο, πήγε πήρε ακόμη δυο. «It’s for children» μου λέει χαμογελαστά, «Don’t worry, we are also children» του απαντώ. Γελάει, «Yes, yes, we are children!», μου λέει και μου χαρίζει ένα χαμόγελο με δόντια ντυμένα στο γιαούρτι.

Μετά καθίσαμε στον καναπέ πίσω απ΄το τραπέζι μας, αυτός παρακολουθώντας ποιος ξέρει τι στο κινητό του, εγώ ακούγοντας το podcast μου και ρίχνοντας το κεφάλι πίσω, ακουμπώντας στον τοίχο.

Χτύπησα την καρτούλα, κάνοντας εικοσιπέντε λεπτά διάλειμμα αντί για τριάντα, γιατί ήμουν ήδη πάνω απ’το όριο. Εννιά ώρες στη δουλειά, τις οχτώ πληρωνόμαστε, τη μια την έχουμε χωρισμένη σε δυο μισάωρα διαλείμματα. Να βράσω τα δικαιώματα και τους αγώνες των εργαζόμενων που πάνε στράφι χρόνια τώρα. Δεν έχω συμβόλαιο με την εταιρεία αυτή, έχω σε μια άλλη, ενδιάμεση. Μου δίνουν εξάμηνες συμβάσεις και μπορούν να με στείλουν όποτε θέλουν. Φέτος το καλοκαίρι άρχισαν να φέρνουν άτομα με άλλο καθεστώς, ως freelancers. Ούτε καν συμβόλαιο, δεν ξέρω πώς λειτουργεί ακριβώς, πάντως νομίζω οι freelancers πρέπει να αποδίδουν μόνοι τούς φόρους τους, ως και καλά επιχειρηματίες. «Συνεργάζονται» με freelancers και δεν τους προσλαμβάνουν ώστε οι εργαζόμενοι να μην υπόκεινται στις εργατικές οργανώσεις και να μην έχουν δικαιώματα. Ακόμη κι εγώ, που είμαι έμμεσα εργαζόμενος της Picnic, είμαι άτυπα μέλος μιας τέτοιας οργάνωσης, που δεν ξέρω τι ρόλο βαράει. Σκέφτονται λέει να κάνουν όλους τους εργαζομένους έτσι, freelancers, όχι στην εταιρεία μου, αλλά σε όλη την Ολλανδία. Στην Ολλανδία που θεωρείται σοσιαλδημοκρατική. Τι να πει κανείς. Μπουρλότο! Το βλέπω το μέτρο να’ρχεται και στην Ελλάδα, στους ντελιβεράδες έχει ξεκινήσει ήδη. Στο τέλος θα λέμε όλοι ότι είμαστε επιχειρηματίες. Σεισμός, σεισμός, σεισμός, ΚΑ-ΠΙ-ΤΑ-ΛΙ-ΣΜΟΣ!

Αυτό λέγαμε και με το παλικάρι από Ερυθραία, το φαγητό που τρώμε, έμμεσα το πληρώνουμε, αφού μας δίνουν βασικό μισθό, που δεν είναι καν βασικός, γιατί τα απογεύματα και τα σαββατοκύριακα δεν πληρώνονται όπως θα έπρεπε. Νομίζω δουλεύω στη χειρότερη ολλανδική εταιρεία, κι απλά κάθομαι γιατί η ευελιξία που έχω με το πρόγραμμα είναι το μεγάλο ατού της.

Κάνω μια τελευταία γύρα μαζεύοντας κουτιά, είδα ένα ποντικάκι στη μέση του διαδρόμου, με το που με αντιλήφθηκε έτρεξε κάτω απ’τις παλέτες. Προχθές είδα ένα ποντίκι, στην ποντικοπαγίδα με την τροφή, που φαινόταν ζωντανό. Όσο κι αν πήγαινα κοντά δεν έφευγε. Το τράβηξα μια φώτο να’χω να κράζω την Picnic. Μάλλον είχε φρεσκοπεθάνει. Ένα γλυκό ποντικάκι. Απορώ με τα παλικάρια που δουλεύουν χωρίς γάντια. Αν διαβάζεις αυτό το κείμενο, μην τυχόν ξαναπιείς από κουτάκι μπύρας. Αυτό. Οι αποθήκες είναι βρώμικες κι έχουν ποντίκια. Αν έπαιρναν μερικές γάτες δε θα’χαμε πρόβλημα και θα’χαμε και ένα ζωντανό να χαϊδεύουμε, μα τότε θα υπήρχαν άλλα ζητήματα. Πάντως ήδη βάζουμε κούτες με γατοτροφή πάνω από τα γάλατα που προορίζονται για μωρά. Το τι γίνεται στις αποθήκες, το τι βρωμιά υπάρχει, δεν περιγράφεται. Δεν είναι τόσο άσχημα, δε βρωμάει και δεν είναι αχούρι, αλλά σκόνη, ποντίκια, χαλασμένα προϊόντα, υπάρχουν.

Με πήρε η γιαγιά μου, της το έκλεισα, την κάλεσα πίσω. Αυτός είναι ο τρόπος μας να μιλάμε εδώ για να μη χρεώνεται. Εγώ έχω βάλει απεριόριστα λεπτά για διεθνείς κλήσεις. Ποτέ δεν λέμε κάτι σοβαρό ή βαθύ, απλά με ρωτάει τι κάνω, της λέω πάντα ότι είμαι καλά, χάρηκε που ήμουν στη δουλειά, με ρώτησε πότε έρχομαι Ελλάδα, της είπα σε μια βδομάδα. Ποτέ οι κλήσεις μας δεν ξεπερνούν το λεπτό, κάποιες φορές διαρκούν δέκα δευτερόλεπτα. Δε λέμε τίποτα επί της ουσίας κι απλά ακούμε ο ένας τη φωνή του άλλου, κι αυτό είναι αρκετό. Κάτι αντίστοιχο και με τη μάνα μου που με πήρε στο messenger. Ήταν Κυριακή, ημέρα που έρχεσαι κοντά στην οικογένεια.

Πήγε εντεκάμιση όταν τελείωσα την τελευταία γύρα. Το κεφάλι μου έγινε πάλι κουρκούτι με τα τόσα podcasts. Μα αυτός είναι ένας κύριος επίσης λόγος που μένω στη δουλειά αυτή. Γιατί μπορώ να δουλεύω μηχανικά, παίζοντας τρισδιάστατο τέτρις με τα κουτιά, κι ας κουράζομαι, και να ακούω επεισόδια με τις ώρες. Μ’ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια.

Έκανα clock-out. Πήρα το ποδήλατο, δε βρήκα κανέναν να καληνυχτίσω, όλοι κάπου τριγυρνούσαν, κι έφυγα. Το καλό επίσης είναι ότι φεύγεις ό,τι ώρα θέλεις μετά το δεύτερο διάλειμμα, απλά πληρώνεσαι λιγότερο. Ποδηλατώντας πάλι με αργό ρυθμό κοιτούσα γύρω μου το τοπίο. Το φεγγάρι και τα σύννεφα. Τα φώτα της πόλης. Ένιωθα την ψύχρα να με διαπερνά μα όχι να με κάνει να κρυώνω. Τιμώνιζα δεξιά κι αριστερά στις διακεκομμένες γραμμές στον ποδηλατόδρομο. Θυμήθηκα πως όταν ήμουν παιδί, μπορούσα να βρω παντού τρόπους να παίζω. Είδα ένα ζευγάρι στο δρόμο, τους κοίταξα και τους χαιρέτησα, δεν πρόσεξα αν χαιρέτησαν πίσω. Είχα στο νου μου να δω τα δυο λαγουδάκια που βλέπω σχεδόν κάθε βράδυ που γυρίζω σπίτι. Κάτω από τις δυο γέφυρες, των αυτοκινήτων και του τρένου, συνάντησα τα λαγουδάκια να τρώνε χορτάρι. Σταμάτησα, τα κοίταξα, με παρατήρησαν, και συνέχισαν να μασουλάνε. Δεν πτοούνται αν δεν πας κοντά. Μόλις είδα ένα ποδήλατο να έρχεται προς το μέρος μου, ξεκίνησα πάλι. Εγώ ενοχλούμαι περισσότερο απ’τον κόσμο απ’ότι τα λαγουδάκια σκέφτηκα.

Επέστρεψα σπίτι. Έκανα ένα μπάνιο για να χαλαρώσω. Έφαγα ένα κίντερ μπουένο και σκεφτόμουν πώς θα βάλω όλες αυτές τις σκέψεις, τη μια μετά την άλλη, σε μια σειρά που να βγάζει νόημα. Κι αναρωτιόμουν αν έκανα κάτι μέσα στη μέρα που να μην είναι τόσο απλό, καθημερινό, ρηχό ίσως.

Δε βρήκα κάτι, μα ήθελα να καταγράψω την ημέρα μου.

Ήταν απλά μια μέρα σαν τις άλλες.

Σχολιάστε